Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Οι γυναίκες του λαθροθήρα, Κλοντ Πιζάντ-Ρενό εκδόσεις Ψυχογιός

του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη
Η Σίλβια Πλαθ ανήκει στους λεγόμενους «καταραμένους ποιητές», που θέλησαν να δώσουν ένα πρόωρο τέλος στη ζωή τους. Από πολύ νωρίς έδειξε ότι μπορεί να γράψει ποιήματα, κάτι που συνέχισε με επιτυχία μέχρι την ενηλικίωσή της. Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας εμφανίζει μανιοκατάθλιψη και προς το τέλος των σπουδών της θα προσπαθήσει, πρώτη φορά, να θέσει τέλος στη ζωή της. «Το να πεθαίνεις» –γράφει στο ποίημα «Λαίδη Λάζαρος»– «είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Έτσι όπως το κάνω, είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω, μοιάζει αληθινό. Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα». Η αποφοίτησή της συνοδεύτηκε από υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου θα γνωρίσει και τον άνδρα που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή της. Ο Άγγλος ποιητής Τεντ Χιουζ και η Σίλβια Πλάθ παντρεύονται στις 16 Ιουνίου 1956. Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ, κατόπιν μετακομίζουν στην Αγγλία. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί και η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο The Colossus. Η εξωσυζυγική σχέση του Χιουζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιουζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Ο βαρύς χειμώνας του ’63, σε συνδυασμό με την οικονομική της δυσχέρεια, την αφήνει σχεδόν απροστάτευτη μπροστά στα προβλήματά της. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, η Σίλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της.
Η συγγραφέας Κλοντ Πιζάντ-Ρενό, μέσα από τις πολλαπλές φωνές των μαρτύρων –γονιών, φίλων, συγγενών, γειτόνων–, αντιμετωπίζει από μια εντελώς διαφορετική οπτική τη ζωή της Σίλβια Πλαθ και μας καλεί ν' αποκρυπτογραφήσουμε τη νοσηρή σαγήνη που περικλείει τη ζωή των δύο γυναικών, καθώς μοιράζονται την ταραχώδη ζωή του ποιητή στο Λονδίνο ή στο Κορτ Γκριν. Η όλη σύλληψη του μυθιστορήματος και η μοντέρνα του πλοκή μάς κάνουν να το διαβάζουμε με ικανοποίηση.
Οι γυναίκες του λαθροθήρα
Κλοντ Πιζάντ-Ρενό
μετάφραση: Ασπασία Σιγάλα
Ψυχογιός
424 σελ.

Τιμή € 17,70

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

«Ζωή χωρίς όρια» Νικ Βούισιτς, εκδόσεις Εν Πλω

«Το όνομά μου είναι Νικ Βούισιτς. Είμαι τριάντα χρονών. Γεννήθηκα χωρίς άκρα, αλλά τα δεδομένα της σωματικής μου διάπλασης δεν με περιορίζουν. Γυρίζω τον κόσμο ενθαρρύνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να υπερβούν τις αντιξοότητες της ζωής τους με πίστη, ελπίδα, αγάπη και κουράγιο, ώστε να μπορέσουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Σ’ αυτό το βιβλίο θα μοιραστώ μαζί σου τις εμπειρίες μου όσον αφορά την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων και των εμποδίων. Κάποια από αυτά τα εμπόδια είναι καθαρά προσωπικά. Τα περισσότερα όμως είναι οικουμενικά και αφορούν τους πάντες. Σκοπός μου είναι να σε ενθαρρύνω να ξεπεράσεις τις δικές σου προκλήσεις και δυσκολίες, ώστε να μπορέσεις να βρείς τον δικό σου σκοπό και το δικό σου μονοπάτι προς μια απίστευτα καλή ζωή».

Έτσι αρχίζει το ταξίδι της ανάγνωσης μιας ζωής ξεχωριστής, διαφορετικής απ' αυτές που έχουμε συνηθίσει. Μ' αυτά τα λόγια μας καλωσορίζει στην ιστορία του ο Νικ Βούισιτς, ένας άνθρωπος προικισμένος με μια σοβαρή μειονεξία που ο ίδιος μετέτρεψε σε δύναμη μοναδική, σε έμπνευση, στην καλύτερη απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να ξεπερνά τα πάντα.

Ο Σέρβος στην καταγωγή, Νικ Βούισιτς, γεννήθηκε στην Αυστραλία, με την σπάνια ασθένεια της τετρα-αμελίας. Δηλαδή γεννήθηκε χωρίς άκρα (χέρια και πόδια). Οι υπέρηχοι που έκανε η μητέρα του όσο ήταν έγκυος δεν έδειχναν ότι τα άκρα του δεν αναπτύσσονταν. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν καμία ιατρική εξήγηση για την κατάσταση του, που επηρεάζει μόνο 15 άτομα παγκοσμίως.

Στα πρώτα του χρόνια, αντιμετώπισε δυσκολίες και πρώτα απ’ όλα με το σχολείο, καθώς σύμφωνα με τον τότε αυστραλιανό νόμο, λόγω της αναπηρίας του, δε μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα σε κανονικό σχολείο, αν και δεν αντιμετώπιζε κάποιου είδους νοητική διαταραχή. Την εποχή εκείνη όμως, άλλαξε ο νόμος κι έτσι ο Βούισιτς ήταν απ’ τα πρώτα άτομα με αναπηρία που ενσωματώθηκαν στα γενικά σχολεία. Εκεί όμως, γνώρισε την απόρριψη κι απ’ την ηλικία των οχτώ ετών σκεφτόταν την αυτοκτονία. Είδε τον εαυτό του σαν βάρος για τους άλλους, απίθανο να πάει στο κολλέγιο, να έχει μια σύζυγο ή ακόμα να αγκαλιάσει τα παιδιά του.

Αποφασιστικό σημείο στη ζωή του, στάθηκε η στιγμή που η μητέρα του, όταν ήταν δεκατριών ετών, τού έδειξε ένα άρθρο με έναν άνθρωπο που είχε παρόμοια αναπηρίας και την αντιμετώπιζε με θάρρος. Ο Βούισιτς τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο μόνος που έδινε μια μεγάλη μάχη.

Έμαθε να χρησιμοποιεί το πηγούνι του για να χειρίζεται αντικείμενα και το μικροσκοπικό του «πόδι» με τα δύο δάχτυλα για να περπατάει, να κολυμπάει, να ξυρίζεται, ν’ απαντά στο τηλέφωνο, να παίζει ποδόσφαιρο. Επίσης έμαθε να χρησιμοποιεί τα δάχτυλα των ποδιών του για να γράφει, να δαχτυλογραφεί και να οδηγεί το καροτσάκι του.

Ο Νικ Βούισιτς θεωρώντας τον Θεό και την πίστη, σύμμαχο στο πρόβλημά του και στον αγώνα που έδινε άρχισε να δίνει διαλέξεις σε θρησκευτικό κοινό και δημιούργησε τη Μη Κερδοσκοπική Οργάνωση «Life without limbs». Οι ομιλίες του έφερναν δάκρυα. Σύντομα, είχε πολλές προσκλήσεις και έτσι το αρχικά περιορισμένο κοινό, επεκτάθηκε παγκοσμίως σε αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων που παρακολούθησαν και παρακολουθούν τα μαθήματα ζωής που δίνει…

Ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που μέσα από το βιβλίο του, τις ομιλίες του και την ίδια του τη ζωή εμπνέει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο!


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ - Τζέιμς Τζόις - Εκδόσεις Ψυχογιός


Πώς διασχίζει κανείς καλύτερα το δρόμο;
Με οδηγίες από αστυφύλακα; Ή από γάτες οδηγημένος;
Ο Τζέιμς Τζόις, σεσημασμένος αναρχικός της ύπαρξης, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την απάντηση και είναι αποφασισμένος γελώντας να τη μοιραστεί με τους κατοίκους της Κοπεγχάγης μια που, απ’ όσο φαίνεται, η πατρίδα του Άμλετ ξεχειλίζει από αστυφύλακες μα έχει ξεμείνει από γατιά!
Γραμμένο το 1936 σε μια επιστολή προς τον τετράχρονο εγγονό του, αυτό το εύθυμο παραμύθι συνιστά έναν τζοϊσικώς αναιδέστατο Δούρειο Γάτο που χλευάζει την καταστολή μαθαίνοντας σε παιδιά και μεγάλους να διασχίζουν ελεύθεροι το δρόμο, χωρίς οδηγίες από αστυφύλακα. Μόνο από γάτες οδηγημένοι.
 Ο Τζέιμς Τζόις αντιπαθούσε τα σκυλιά, αγαπούσε όμως τις γάτες, κάτι που αποτυπώνεται και στον Οδυσσέα, αφού ο Λεοπόλδος Μπλουμ έχει γάτα.
Η επιστολή προς τον εγγονό του με την ιστοριούλα αυτή βρέθηκε ανάμεσα σε άλλα χαρτιά του συγγραφέα αποθηκευμένα σε ένα παλιό μπαούλο, τα οποία από χέρι σε χέρι μέσα στην οικογένεια είχαν έρθει στην κατοχή του θετού γιού του γιού του Τζόις, ο οποίος τα δώρισε στο Ίδρυμα Τζέιμς Τζόις στη Ζυρίχη.
Είναι η πρώτη φορά που η ιστορία για τις Γάτες της Κοπεγχάγης εμφανίζεται τυπωμένη αυτόνομα και εικονογραφημένη σε βιβλιαράκι για μικρούς και μεγάλους.
πηγή: www.bookbar.gr

Μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εικονογράφηση: ITHYS PRESS LTD
Εκδόσεις Ψυχογιός 2012
Σελ. 32, Τιμή € 14,99