Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

LA MARCATURA DELLA REGINA, di Giovanni Di Giamberardino, edizioni Socrates


di Massimo Maugeri

Giovanni Di Giamberardino è nato nel 1984 a Roma. Ha pubblicato online e su carta diversi racconti e poesie. È autore di soggetti per fiction televisive ed è tra i curatori di www.serialmente.com.
Con il romanzo intitolato “Aristeo e le api” è stato finalista al Premio Calvino nel 2009. Di recente quest’opera è stata pubblicata dalle edizioni Socrates con il titolo “La marcatura della regina” (all’interno della collana curata da Luminol, blog letterario dedicato esclusivamente agli scrittori italiani esordienti).
Ne discutiamo con l’autore.

- Giovanni, come nasce “La marcatura della regina”? Da quale idea o
fonte di ispirazione?

In realtà l’idea del libro nasce in corso d’opera. Avevo dei racconti a cui tenevo – rapidi scorci di personaggi in un banale momento della giornata che però ne rappresentava la vita intera – e volevo farne una raccolta di racconti. Poi, nell’inserire il filo conduttore dell’omicidio a cui tutti i racconti tendevano all’infinito, di colpo il mondo si è ribaltato, il libro trasformato e Aristeo mi ha travolto. Non stavo più semplicemente scrivendo delle piccole storie, stavo facendo una dichiarazione: noi non siamo i protagonisti. Della vita, della Storia. Siamo comparse. Da qui in avanti il libro si è praticamente scritto da solo.

- 24 racconti, uno per ogni ora del giorno. Che tipo di esperienza è stata, per te, dal punto di vista narrativo, impegnarsi per diversificare così tante voci e punti di vista?

Incredibilmente divertente. Mi ha permesso un approccio alla scrittura sempre fresco e mi ha dato modo di raccontare i personaggi non solo attraverso uno sviluppo narrativo compiuto, ma anche soltanto grazie a un’inquadratura. E una buona inquadratura è il segreto di ogni buona fotografia, anche se il soggetto scelto è un comunissimo cartello stradale. Poco tempo fa un lettore ha condiviso con me una riflessione molto bella al riguardo, ossia che leggendo il libro ha avuto l’impressione di trovarsi a una mostra fotografica. Senza accorgermene credo di essermi mosso proprio seguendo questa suggestione.

- Se uno dei tanti personaggi che popolano le pagine di questo tuo libro dovesse essere il protagonista di un tuo possibile nuovo romanzo… chi sceglieresti? E perché?

Tutti. Nessuno. Per riprendere il discorso fatto in precedenza credo sia proprio questo il punto del libro: ognuno dei personaggi è il protagonista della propria storia, del proprio romanzo, ma proprio per questo nessuno lo è mai in assoluto. Perciò il libro non è altro che il montaggio di spezzoni appartenenti a tanti film diversi che trovano il giusto compimento soltanto nell’accostamento dell’uno all’altro, nel contatto, nel loro farsi fotogrammi tagliati da 24 pellicole differenti poi saldati assieme. Non vedremo mai nessuno di questi film per intero, ed è giusto così.

- Questo tuo libro è stato finalista al Premio Calvino nel 2009 ed è stato definito dalla giuria “una odierna sociologia della solitudine”. In che cosa, a tuo avviso, la “solitudine” dei nostri giorni si differenzia dalla “solitudine” vissuta nei decenni che ci hanno preceduto?

Credo che sia una solitudine fatta di paradossi. Non ci si sente soli per sottrazione, ma per accumulo, non per allontanamento, ma per immobilità. Siamo sempre più persone a condividere uno spazio che non aumenta assieme a noi. Per questo ci sforziamo di dimostrare di essere degni di occupare quello spazio ribadendo la nostra presenza, il nostro valore, la nostra unicità. Forse ci comportiamo così per cercare l’approvazione degli altri o per sentirci migliori di loro, o forse perché solo attraverso l’occhio altrui (anche virtuale) possiamo sentirci reali, vivi, “giusti”. D’altronde il sentirsi speciali sottintende sempre una domanda “Speciali rispetto a chi?”. E questo processo reiterandosi nel tempo non ci rende certo più maturi, solo più vecchi e rassegnati. E’ la solitudine del pubblico a un concerto rock: per quanto si possa parlare, cantare, piangere, saltare e battere le mani, per quanto vuoto possa rimanere il palco, saremo sempre dalla parte sbagliata delle transenne.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Ντόρις Λέσινγκ - Το πέμπτο παιδί


Δεν είχα διαβάσει Ντόρις Λέσινγκ. Την άκουσα κάποια στιγμή στην παρέα του ΜΕΛΟΜΑ, αλλά αδιαφόρησα. Την ξανάκουσα κι αργότερα με το νόμπελ αλλά και πάλι αδιαφόρησα. Μέχρι εχθές, οπότε και διάβασα «Το πέμπτο παιδί». Γραφή καθαρή, χωρίς στολίδια και καρικεύματα, μεστή και ουσιώδης, καίρια και αιχμηρή. Αφήγηση ρέουσα απ’ την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κεφάλαια, χωρίς ενότητες, που σ’ αναγκάζει να ακολουθήσεις το ρυθμό της για να φτάσεις στο τέλος και να κλείσεις το βιβλίο παγωμένος και βουβός.

Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ, δυο ξεχωριστοί άνθρωποι για τις συνήθειες της δεκαετίας του ’60, ονειρεύονται την ευτυχία σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά. Το όνειρό τους παίρνει σάρκα και οστά στο τεράστιο «σαν ξενοδοχείο» σπιτικό, όπου συγκεντρώνεται όλο το σόι στις γιορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του καλοκαιριού. Μέχρι την έλευση του πέμπτου παιδιού. Ο Μπεν είναι διαφορετικός. Είναι αλλόκοτος, βίαιος, κακός. Η γαλήνη της οικογένειας ανατρέπεται και σταδιακά όλοι απομακρύνονται από κοντά τους. Συγγενείς και φίλοι πείθουν τελικά το ζευγάρι να κλείσουν τον Μπεν σ’ ένα ίδρυμα απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ κανείς, όπου κανείς δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν. «Όσοι παρατάνε εδώ τα παιδιά τους δεν έρχονται ύστερα να τα δουν».
 Κι όμως η Χάριετ δεν αντέχει. Πηγαίνει και παίρνει πίσω τον Μπεν, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην οικογενειακή της ευτυχία. Τα υπόλοιπα παιδιά εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την πατρική εστία, ο ίδιος ο Ντέιβιντ απομακρύνεται από την Χάριετ.
 Κι όμως εκείνη μόνη κι αβοήθητη, κι ας μισούσε το πέμπτο της παιδί που την τυράννησε όσο κανένα ήδη απ’ την κύηση, κι ας είχε ευχηθεί να το δει να πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να το σκοτώσει.
 «Εντάξει, είπε νοερά στον αθέατο Ντέιβιντ, αλλά ξέρω πως θα ‘κανες κι εσύ το ίδιο, αν δεν το έκανα εγώ… Τέτοιοι άνθρωποι είμαστε και, καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.»

Στο πέμπτο παιδί δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το σεβασμό του διαφορετικού. Στην ιστορία υπάρχει ένα ακόμα “άρρωστο” παιδί, που πάσχει από σύνδρομο Ντάουν και το οποίο ωστόσο περιβάλλεται από αγάπη και φροντίδα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον Μπεν. Η Λέσινγκ επικεντρώνεται στον Μπεν που είναι επιπλέον αλλόκοτος, βίαιος, κακός, και καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στην πλευρά της Χάριετ – και του Μπεν, όχι γιατί μιλά απλά για μια μάνα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «διαφορετικό» παιδί της, αλλά γιατί μέσα από την Χάριετ αναδεικνύει τη χαμένη ανθρωπιά, ως ένα απύθμενο ψυχικό εργαλείο που δεν αδρανοποιείται ποτέ. Κι η ανθρωπιά αυτή είναι τυφλή, γιατί μόνο και μόνο δεν υπόκειται σε κανέναν (κοινωνικό) κανόνα. Ταυτιζόμαστε ή κατανοούμε πλήρως τους συγγενείς τους ή και τον Ντέιβιντ, που της λένε άσε τον Μπεν έχεις κι άλλα τέσσερα παιδιά και αυτά σε χρειάζονται, ή με τον Μπεν καταστρέφεις την οικογένειά σου, ίσως και να ακούγεται κάπου στο βάθος και η δική μας η φωνή που συνηγορεί μαζί τους, ναι κι εμείς το ίδιο θα κάναμε, θα το κλείναμε στο ίδρυμα, αλλά ξέρουμε τελικά ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη απ’ την απόφαση που πήρε η Χάριετ, κι ας ξέρει ότι ο Μπεν το πιο πιθανό είναι – αν δεν το έχει ήδη κάνει – να μπλεχτεί σε παράνομες ιστορίες… Το δέχεται, δεν κάνει τίποτα να τ’ αποτρέψει γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον Μπεν, απ’ τη ζωή που του ‘χει προσφέρει ως τώρα. Η Χάριετ είναι εντάξει με τη συνείδησή της κι αυτό της αρκεί…

Η Λέσινγκ αφήνει τη Χάριετ να μιλήσει και να αναπτύξει την κοσμοθεωρία της. Δυο φορές ωστόσο ανοίγει την αφήγηση προς τον αναγνώστη. Στην πρώτη απευθύνεται στους γνώστες της αγγλικής κοινωνίας για το αγγλικό ταξικό σύστημα, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το λόγο. Στη δεύτερη όμως, «όπως όλοι ξέρουμε…», αναφέρεται στις διαβαθμίσεις των μαθητών στα σχολεία και σε ποια κατηγορία ανήκει ο Μπεν, όχι για να κατατάξει ο αναγνώστης τα δικά του παιδιά, αλλά για να φέρει το θέμα του Μπεν και των ομοίων του ξεκάθαρα δίπλα μας. Η Λέσινγκ απλά μας κλείνει το μάτι…

Η ιστοσελίδα της Λέσινγκ: http://www.dorislessing.org/


Salvatore Silvano Nigro, “Il Principe fulvo” Edizioni Sellerio


di Giuseppe Panella*
Il romanzo-saggio di Salvatore Silvano Nigro che indaga sulla storia e il destino di Giuseppe Tomasi di Lampedusa e il suo grande libro di una vita è dedicato al bibliotecario Raffaele Giampietro, qui indicato con il nomignolo affettuoso di Bendicò. Viene identificato cioè con il nome del gigantesco alano che accompagna il principe Fabrizio Salina in tutti i momenti culminanti della narrazione dei suoi ultimi anni di vita. Ma non si tratta, certamente, di un epiteto diffamatorio o una diminutio capitis dell’eccellente bibliotecario della Scuola Normale Superiore di Pisa (dove anche Nigro per qualche tempo ha insegnato Letteratura italiana contemporanea) ma di un elogio sia pure amicale.
Il cane Bendicò è, infatti, nelle parole stesse di Tomasi di Lampedusa, “un personaggio importantissimo ed è quasi la chiave del romanzo “ (lettera dello scrittore a Enrico Merlo del 30 maggio 1957, citata nel libro a p. 99). E, non a caso, l’ultimo capitolo del libro si intitola Ultimo viene il cane (chiaro rimando al titolo di un fortunato volume di racconti di Italo Calvino del 1949).
Il richiamo è alla collezione di ricordi che Concetta, la figlia del Principe destinata in moglie al cugino Tancredi che non l’ha più presa in considerazione dopo l’incontro-coup de foudre con Angelica Sedara, mantiene ancora in quattro casse, nel 1910, ancora molti anni dopo la scomparsa del padre. Tra i vari oggetti e trouvailles di essi (ritratti tra cui quello del padre “non più amato”, il suo corredo da sposa mancata ormai ingiallito, fotografie di amici che le avevano inferto qualche ferita al suo io fin troppo maltrattato dal destino) compare anche la pelliccia ormai tarmata del cane tanto amato dal Principe Salina.

«I ricordi diventano amari. Concetta si sente punita persino dal ricordo di Bendicò, con il quale il padre era vissuto in simbiosi. Erano entrambi giganteschi, il Principe e l’alano, e inseparabili. Dal “mucchietto di pelliccia” viene addosso a Concetta un’intollerabile “nebbia di malessere”. Anche le poche cose care le si rivoltano contro. Il “ferrigno stame” della sua vita sfugge a ogni controllo. Le si attorciglia addosso. La stritola. Concetta è disperata. Deve allentare il filo fatale, non potendo reciderlo. Suona il campanello e ordina che la pelliccia venga buttata nella spazzatura. Segue un momento di compassionevole tenerezza. Per un attimo gli occhi di vetro del cane fissano Concetta con “umile rimprovero”. Lo sguardo è da creatura agonizzante. […] La carcassa vola giù dalla finestra. Vola, come in un quadro di Chagall. Non precipita. Il movimento è au ralenti. Per un istante non misurabile dal “mucchietto” di peli tarlati la pelliccia si ricompone in figura; e prima di ridiventare “mucchietto di polvere livida”, si vede intero, baffi compresi, danzare nell’aria il Gattopardo araldico di casa Salina con il quale il Principe si era sempre identificato. Il quadrupede tiene sollevato “l’anteriore destro”. Pare che imprechi. La visione è dantesca» (pp. 110-111).

Con la fine ingloriosa di Bendicò, prima conservato a mo’ di reliquia dall’annosa zitella Concetta (e quindi fasullo come tutte le reliquie conservate gelosamente nel palazzo Salina che l’autorità ecclesiastica riterrà alla fine non autentiche e non meritevoli di culto) poi buttato via come un “mucchietto di pelliccia” tarmata e inutile, anche il regno dei Gattopardi che all’inizio del romanzo sembrava celebrare il proprio trionfo sull’altissima soffittatura dello stesso palazzo è definitivamente tramontato. Di essi non ci sarà d’allora in poi più traccia – e resteranno soltanto le iene a ridere della loro vittoriosa epifania.
Ma nel libro di Nigro non c’è soltanto l’alano Bendicò. C’è la ricostruzione di un capitolo “segreto” della vita di Tomasi di Lampedusa, legato, nel bene e nel male, al destino del cugino Lucio Piccolo di Calanovella: quello delle lettere spedite da Londra ritrovate dall’autore di Canti barocchi nel 1966, poi promesse ad Antonio Pizzuto per la pubblicazione su “La Fiera Letteraria”, poi neglette e rigettate e infine chiuse in una cassa di ferro rinforzata da sistemarsi in una casa di campagna sita sulla fiumara di Naso, in provincia di Messina. Apparentemente disperse dalla potenza dell’oblio e dell’incuria del tempo, le lettere sono poi state ritrovate e risultano un piccolo gioiello di scrittura satirica e sbeffeggiatrice, imitando come pare la lezione di Gilbert Keith Chesterton e del suo traduttore italiano Emilio Cecchi. Scritte tra il 1926 e il 1931, sono veri e propri sbeffeggiamenti ai danni del cugino Lucio, ridicolizzato con nomi un po’ sfottenti (forse troppo, tanto che Piccolo probabilmente se ne risentì) e ritratto in situazioni piuttosto buffe. Poco meglio ne esce il fratello di Lucio, il pittore Casimiro, accusato di essere un “braghettone” alla maniera di Daniele Ricciarelli da Volterra che rese castigati i nudi di Michelangelo nella Cappella Sistina, appunto perché riduceva e mimetizzava il sesso maschile nelle proprie opere per eccessiva pruderie. Ma da queste lettere viene fuori anche un Lampedusa fascista ed entusiasta delle gesta delle squadracce di Mussolini; come pure la ripresa dal celebre libro di Giovanni Papini dedicato alla Storia di Cristo del 1921 di tutta una serie di luoghi comuni antisemitici che, pur essendo esibiti nelle lettere, non contrassegneranno, però, il suo comportamento pubblico successivo.
Lampedusa, dunque, si rivela nelle lettere da Parigi (ne è rimasta anche qualcuna da Genova) un personaggio molto singolare nel bene e nel male, anche se probabilmente da esse non si poteva certo presagire il futuro narratore dei fasti e del declino della nobiltà siciliana.
Il che avviene, invece, e risulta ampiamente dimostrato, per i tre racconti (e l’autobiografico Ricordi d’infanzia) da lui scritti nello stesso periodo in cui redigeva Il Gattopardo e, in particolare, proprio da quel piccolo gioiello di introspezione letteraria che è La sirena (uscito in precedenza con il titolo di Lighea, voluto dalla vedova). In esso, il senso di morte che affiora prepotentemente dalla vicenda del grande filologo Rosario La Ciura che, come è noto, va incontro ad un destino che ha presagito, anzi pregustato, da tutta una vita e che gli sembra coronare un’esistenza di studioso della civiltà classica ricorda prepotentemente quello che caratterizzerà il Principe Salina nel penultimo capitolo del suo romanzo, il celeberrimo racconto del ballo al Palazzo Pantaleone.
Inoltre risulta particolarmente interessante il modo in cui Nigro collega la scomparsa repentina di La Ciura che chiude il racconto a quelle altrettanto affascinanti di Ettore Majorana e di Ippolito Nievo, avvenute negli stessi luoghi e anch’essi ancora celati da un mistero finora mai compiutamente svelato, quasi come se fossero stati accomunati tutti dal sudario equoreo del mar Mediterraneo, in un abbraccio più vitale dell’esistenza vissuta stessa:

«Il vecchio professore si è imbarcato sul Rex, che naviga verso Napoli. Ha appuntamenti accademici, come Majorana. E come Majorana non arriva agli incontri. Durante la notte il professore è salito in coperta. E si è lasciato sedurre dalla creatura marina. Ha raggiunto la sirena in fondo al mare, “dove tutto è silenziosa quiete”. Il suo corpo non viene ritrovato. La scomparsa di Majorana “anticipa” la sparizione di La Ciura, nelle acque stregate del golfo di Napoli che già, nella notte tra il 4 e il 5 marzo del 1861, avevano inghiottito al largo della penisola sorrentina il vapore Ercole con tutto il suo equipaggio. Né relitti, né cadaveri, erano stati restituiti. Nell’inabissamento era andato disperso lo scrittore Ippolito Nievo. Lungo la costa sorrentina, in vista del golfo di Napoli, la tradizione vuole che fossero gli scogli delle sirene incantatrici, addensati come nell’Isola dei morti di Böcklin. In questo liquido cimitero senza avelli, in mezzo a rocce che attraggono e sgomentano, gli uomini sono colti dal potere di fascinazione della morte, della passione per la scomparsa. Misteriosamente, come nel triangolo delle Bermude» (p. 48).

Il mondo marino appare come garanzia di immortalità e ad essa, infatti, aspirano gli uomini come il Principe che ne sono sedotti come dal richiamo di un mondo che può permettergli di aspirare a qualcosa d’altro, una volta oltrepassata la soglia della vita.
Anche nel settimo capitolo del Gattopardo accade qualcosa di simile, ma la sirena è meno classicamente incarnata della sirena che ammalia e corteggia il più compassato La Ciura.
La morte appare, nelle pagine spesso struggenti e sempre appassionate, nonostante il velo dell’ironia che talvolta si prova a ricoprirle o ad appannarle, quale il punto di riferimento essenziale e “irredimibile” dell’opera di Lampedusa.
Nella morte come approdo salvifico e non come condanna le vite dei suoi due personaggi più importanti trovano una giustificazione non effimera: la sirena si prenderà cura del filologo corrucciato e disgustato della Modernità, la bella signora incontrata alla stazione di Catania, dopo un inconcludente viaggio in treno alla volta di Napoli, condurrà Salina al di là della vita.
Merito del romanzo-saggio di Salvatore S. Nigro è proprio quello di aver saputo celare il più possibile la propria “prima natura” (quella del provetto filologo e storico della letteratura) per far emergere, con cautela e drammaticità insieme, la sua “seconda natura” di scrittore che si pone sotto le insegne di Lampedusa, accettandone la lezione letteraria con acribia e coraggio misti a ironia.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Σπέρμα Αβραάμ - Ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ στην ουσία και στην έκφραση - Δανιήλ Ι. Σαχάς, εκδόσεις Ιωλκός


του Αλέξανδρου Σ. Καριώτογλου
Ήδη από το πρώτο –μικρό μεν, αλλά περιεκτικό– μέρος για «το μονοθεϊστικό φαινόμενο», με τρόπο ευσύνοπτο και διακριτικό γίνεται η διαπραγμάτευση των θεμελιακών, κοινών και διακριτικών χαρακτηριστικών στοιχείων των τριών θρησκειών (ιουδαϊσμού, χριστιανισμού, ισλάμ).
Στο δεύτερο μέρος εκτίθεται η ιουδαϊκή παράδοση. Θέματα που αφορούν την ιστορική της εξέλιξη, την πίστη και σκέψη, την πρακτική της, τους θεσμούς και τις μορφές που έλαβε, παρουσιάζονται και σχολιάζονται με τρόπο κατανοητό και ιδιαίτερα αναλυτικό. Παραμένω σε δύο σημεία που με εντυπωσίασαν. Το πρώτο είναι η ιουδαϊκή sola scriptura, όπου μια ομάδα εβραίων επέμεινε στην επιστροφή μιας απευθείας ερμηνείας και εφαρμογής του γράμματος της Τορά. Το δεύτερο είναι η διαπραγμάτευση της εκλογής του λαού του Ισραήλ ως περιουσίου λαού του Θεού.
Ερχόμενος στο τρίτο μέρος, που έχει σχέση με την παρουσίαση του χριστιανισμού, ο συγγραφέας από την αρχή αρνείται την άποψη πολλών που πιστεύουν ότι «είναι ανάρμοστο να υποβάλει κάποιος το χριστιανισμό σε ιστορικοκριτική ανάλυση, όπως οποιαδήποτε άλλη θρησκεία» (σελ. 195). Πρόθεσή του είναι να παρουσιάσει το χριστιανισμό ως θέμα «ακαδημαϊκής, ιστορικής, κριτικής, φαινομενολογικής προσέγγισης» (σελ. 195). Έτσι, καθ' όλη τη διαπραγμάτευση του χριστιανισμού, ο συγγραφέας φαίνεται να προσπαθεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, μιας και πιστεύει ότι έχουν γίνει πολλές παρεξηγήσεις τόσο εκ των έσω, όσο και από εξωτερικούς παράγοντες. Η παρουσίαση του προσώπου του Ιησού γίνεται με τρόπο αριστοτεχνικό, ενώ στον τελικό χαρακτηρισμό του δεν μπορεί να αποφύγει να το δει από την πλευρά του δασκάλου με τρόπο υπερβολικό, ως «σαφή, απόλυτο, φλεγματικό, εύστροφο, κρυψίνου, παράδοξο και συχνά αινιγματικό» (σελ. 266).
Σκοπός του τέταρτου μέρους είναι «να εκθέσει τα δεδομένα περί του ισλάμ, να θέσει υπ' όψιν τα θεμελιώδη και ουσιώδη του, να επισημάνει τις οποιεσδήποτε υπεραπλουστεύσεις και κραυγαλέες διαστροφές της αλήθειας και να σημειώσει τις έξωθεν και έσωθεν παραφθορές των στοιχείων σε αντιπαραβολή προς τις πηγές» (σελ. 402). Στο εισαγωγικό τμήμα, με ιδιαίτερη ευαισθησία και ακρίβεια εισάγεται ο αναγνώστης σε θέματα γενικής μεν φύσεως, αλλά εξαιρετικά σημαντικά ώστε να γίνει κατανοητό το ισλάμ. Προς το τέλος της εισαγωγής, ο συγγραφέας αφήνει να νοηθεί ότι μάλλον κλίνει προς την άποψη ότι το ισλάμ θα μπορούσε να θεωρηθεί «χριστιανική αίρεση». Το πρώτο βασικό θέμα στην εξέταση του Ισλάμ είναι το πρόσωπο του ιδρυτή του: ποιος ήταν ο Μωάμεθ, ποια η πορεία του και οι προσπάθειές του να επιβάλει τη νέα θρησκεία, καθώς και το πρόβλημα του αν ήταν προφήτης. Ομολογεί τη χαρισματικότητα του προσώπου του, τις ιδιαίτερες ικανότητές του και, αφού εκθέσει την πίστη των μουσουλμάνων και το σκεπτικισμό των χριστιανών (οι εβραίοι γιατί λείπουν;), αποφεύγοντας να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, αποφαίνεται ότι «εκείνο το οποίο έχει χαθεί από το ‘διάλογο’ μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων, και ιδιαίτερα μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ, είναι ο μεγάλος κοινός τόπος της πραγματικότητας και του ήθους της αποκάλυψης του ίδιου του Θεού, το οποίο και οι δύο δεν παύουν ακούσια να τονίζουν και εκούσια να παραβλέπουν: το γεγονός και το ήθος της συγκατάβασης και της κένωσης του Θεού! Αντ' αυτού, στον ανύπαρκτο διάλογο έχει προϋπεισέλθει η νοοτροπία της ανθρώπινης υπεροχής και της οίησης» (σελ. 465).
Η διαπραγμάτευση του μέρους σχετικά με το Κοράνιο νομίζω ότι γίνεται με επιτυχία για τον αναγνώστη. Στα κεφάλαια για τις αρχές της ισλαμικής πίστεως και τους «στύλους του Ισλάμ», ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια προσέγγιση σαφούς παρουσίασης και ταυτόχρονης συζήτησης των επί μέρους θεμάτων, ενώ ταυτόχρονα παραθέτει κριτικές παρατηρήσεις, οι οποίες φανερώνουν το βαθμό στον οποίο έχει αφομοιώσει το υλικό του.
Το τελευταίο κεφάλαιο για τη μουσουλμανική κοινωνία και τον πολιτισμό είναι περισσότερο μια ευχάριστη διαδρομή στην ισλαμική πράξη, ιδιαίτερα σ' αυτό που με βάση τις ισλαμικές αρχές του παρελθόντος συμβαίνει σήμερα.
Επιλογικά τοποθετείται βρίσκοντας ότι «ο ιουδαϊσμός είναι η θρησκεία του καταλείμματος (του υπολοίπου) των δύο από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Χριστιανισμός σημαίνει το υπαρξιακό βίωμα του γεγονότος του Χριστού, του ευαγγελίου της σάρκωσης και ανάστασης του Θεού-Λόγου. Το ισλάμ αποτελεί στάση ζωής και κατάσταση του ανθρώπου έναντι του Θεού» ( σσ. 614, 617-618).
Το Σπέρμα Αβραάμ είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο, καλογραμμένο, από αυτά που λείπουν από τον τομέα της θρησκειολογίας στον ελληνικό χώρο, που να μπορούν να δώσουν με γλώσσα επιστημονική (όχι ξύλινη ακαδημαϊκή) να αντιληφθεί ο αναγνώστης ό,τι συμβαίνει στη σκηνή και στο παρασκήνιο καθεμιάς από τις μεγάλες αβρααμιτικές θρησκείες, τόσο στο παρελθόν όσο και στο σήμερα.
Ο Αλέξανδρος Σ. Καριώτογλου είναι Δρ. Θεολογίας.
Σπέρμα Αβραάμ
Ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ στην ουσία και στην έκφραση
Δανιήλ Ι. Σαχάς
επιμέλεια σειράς: Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης
Ιωλκός
706 σελ.
Τιμή € 30,00

Κρυφός κυνηγός - Γιώργος Μαρκόπουλος - Κέδρος



Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι μια ξεχωριστή μορφή και περίπτωση στην ποίηση των εξαιρετικά δύσβατων και δύσκολων καιρών μας. Προέρχεται από επαρχία, αλλά μεγάλωσε, σπούδασε, εργάζεται και ζει στην Αθήνα των πέντε εκατομμυρίων ψυχών.
Λέω ψυχών, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ατόμων βρίσκονται εδώ μόνο με το σώμα τους, για διάφορους και για δικούς του λόγους ο καθένας.
Όταν ήρθε στην Αθήνα, έφηβος πια, έφερε μαζί του τον ανεκτίμητο πλούτο της απλής ελληνικής οικουμένης. Ήρθε γεμάτος φως και ομορφιά, ελληνική φύση και αγροτική ζωή, στοιχεία ζωηφόρα και αναλλοίωτα που εντάσσει και ενσωματώνει αριστοτεχνικά στο έργο που οικοδομεί με τα νέα στοιχεία που προσπορίζεται από το αστικό περιβάλλον και από έναν διαφορετικό κόσμο όπως διαμορφώνεται και σχηματοποιείται με την πολυμορφία της ολοένα αναπτυσσόμενης και διογκούμενης πρωτεύουσας και τη νέα του ζωή.
Έτσι η ποίησή του, ποίηση γενναία από τη φύση της και εύκοσμη, επιβλητικά αυστηρή εμπλουτίζεται και βαθαίνει καινούρια, κυρίως δραματικά στοιχεία που κοσμούν, οριοθετούν κατά κάποιον τρόπο, υποστυλώνουν και δίνουν ενδιαφέρουσες, τραγικά, διαστάσεις στο εύρωστο, στέρεο και πηγαίο, κατορθωμένο ποιητικό του έργο.
Ωστόσο, κάποια οριακή στιγμή της ζωής και της δημιουργίας του, έρχονται κακές καταστάσεις και γεγονότα που φαρμακώνουν τον πραγματικό και τον ποιητικό χρόνο του ποιητή, ο όμορφος κόσμος ανατρέπεται, οι παλιοί θαρραλέοι εαυτοί του εξαφανίζονται και μένει μόνος, περίλυπος, ή έτσι νιώθει, με την «άκτιστη ψυχή» του όταν η μοναξιά σε άσπρο χάος θεριεύει μέσα του και ολόγυρά του και η ποίησή του γίνεται όργανο έκφρασης του ψυχικού και του σωματικού πόνου καθώς ένα υφέρπον παράπονο/ κι ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,/ του κόβει τον κόσμο στα δύο» και ύπουλα τον διαβρώνει.
Στα έξι ποιήματα με τίτλο Νοσοκομείο, είναι ωμά και συγκλονιστικά ρεαλιστικός. Εκεί δεν χωράει καμιά επιείκεια, καμιά ποιητική ευαισθησία, οι λέξεις είναι σκληρές, όπως και οι πράξεις που γίνονται, όπως οι εικόνες που αφήνουν πίσω τους οι φορείς με τις άσπρες μπλούζες, κάθε στίχος είναι ένα δυσβάστακτο φορτίο επικείμενου ή πιθανού θανάτου, περιέχει μια οδυνηρή διαδικασία, προοίμιο οιονεί χειρουργείου: Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί/φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους/ (…) ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο(…), στο τραπέζι τους μεταφέρουν, το σιδερένιο. Και τότε, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι τα επίδοξα σφάγια, Αν και κοιμισμένοι θυμούνται επιθυμίες της ζωής τους αμυδρά ίσαμε τη στιγμή που σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος, τα φώτα ένα ένα του αίματος κι αρχίζει το μακελειό με τα νυστέρια/ χασαπομάχαιρα.
Εκεί δεν υπάρχει συμπόνια, δεν υπάρχει οίκτος, όλα είναι θλιβερή συνήθεια, όλα γίνονται επαγγελματικά, ακόμα και το ξόδι στο κοιμισμένο παρεκκλήσι, κι ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα./ Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ/ έφευγαν, έφευγαν οι νεκροφόρες.
Και όσοι τυχεροί άτυχοι βγαίνουν ζωντανοί με πίστωση, χρεωμένοι στο θάνατο χωρίς μαλλιά, σαν μαθητές ενός παλιού σχολείου ασπρόμαυρου, φορώντας πιτζάμες κι αντίς κολόνια κοβάλτιο, δεν είναι οι ίδιοι που μπήκαν, είναι άλλοι, αγνώριστοι…
Αλλά και η νύχτα του ασπασμού που ακολουθεί κι αναφέρεται στον τελευταίο αποχαιρετισμό του πατέρα είναι καταλυτικά λιτό με την ειλικρίνεια και την απλότητά του: Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη/ και δεν μπορώ πια να δακρύσω,/ γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο/ από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ. Πάντα ζούσε μέσα του αυτή την οδυνηρή αποχώρηση. Πάντα λέει, σε φανταζόμουν σε αποχώρηση,/χαρούμενος ήσουν κι εγώ στα μάτια σου έβλεπα. Ένα φως πόλεως -να μ’ αποχαιρετά- μακρινής/…την παντοτινή σου ζούσα την απουσία. Λες κι ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι πίσω από την πόρτα της καρδιάς του. Για να καταλήξει πως: Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα κι όσοι με αγάπησαν/ Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν/ άηχες μελωδίες./ Χιόνι./ Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση. (Νοσοκομείο, εν υστερογράφω, σ. 30).
Ζει μέσα του την απόλυτη μοναξιά. Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο. Πάει καιρός που ξέκοψε από τους άλλους αθόρυβα και πήγε απέναντι και από τότε παραμένει απών. Όλοι τον έχουν ξεχάσει, ή εκείνος νιώθει μόνος μέσα σε απόλυτη μοναξιά όπου κυριαρχεί απόλυτη σιωπή, η αδικημένη αδερφή της ομιλίας.
Στο ποίημα Περιφορά, όπου περιγράφει την περιφορά νεκρού παιδιού, ο ποιητής αποκαλύπτεται διαλυτικά τρυφερός, βλέπει λυπημένο, σιωπηλό, γερμένο ευλαβικά προς το μέρος του νεκρού παιδιού το μικρό σύμπαν που καλύπτει ο χώρος της περιφοράς του, ακόμα και τα σπίτια γέρνουν, ο άνεμος διαβαίνει σαν κλέφτης να πει το τελευταίο αντίο, να δώσει κρυφά τον τελευταίο του ασπασμό. Κι από φόβο η θάλασσα ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κυματάκια της, μην της τα πάρει ο θάνατος.
Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη. Το εικαστικό περιεχόμενο των ποιημάτων του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι πλούσιο. Τις σκληρές εικόνες διαδέχονται ιλαρά ανθρώπινα και φυσικά τοπία μνήμης. Η ανθρωπογεωγραφία του δεν περιορίζεται, φυσικά, στα νοσοκομεία και στις περιφορές νεκρών, αν και ο πυρήνας ετούτης της ποίησής του και οι παράμετροι πάνω στις οποίες κινείται, μπαίνω στη διαδικασία να υποψιάζομαι, πως είναι η αντινομία, η αδικία, το αναπότρεπτο του θανάτου και η τραγική μοίρα του ανθρώπου, o οποίος είναι το μόνο πλάσμα που γνωρίζει, όπως θεωρούμε, ότι πίσω από την πόρτα, στη φόδρα του πανωφοριού του, κάτω από το δέρμα του, υπάρχει τρυπωμένος και καιροφυλακτεί ο Θάνατός του. Ο ταλαίπωρος και άνθρωπος και δη ο ποιητής της ζωής και του θανάτου, γνωρίζει εκ των προτέρων το σίγουρο το τέλος του αιώνιου παιδιού που κουβαλάει μέσα του και που το συντηρεί με τις μνήμες και τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας του Μάγου.
Όμως αυτός ο απολεσθείς παράδεισος, η παιδική ηλικία του Μάγου, ο κόσμος ο αγνός, ο αναμάρτητος κόσμος της παιδικής αθωότητας και οι μνήμες από τη φυσική ζωή στην ύπαιθρο των πρώτων χρόνων, τον παρηγορούν και του παρίστανται στις άβολες ώρες του σωματικού μαρτυρίου και του ψυχικού συγκλονισμού. Ο παλιός εαυτός που ήταν έτοιμος για κάθε θυσία, για κάθε τολμηρή πράξη είναι που θα τον σώσει από το βάρος του πόνου  
Σηκώνοντας τον δικό του και τον ξένο πόνο, ο ποιητής ζητάει τη συμπόνια των άλλων: …λυπηθείτε αυτό τον άνθρωπο/ που τα μάτια του είναι παλαιά πολυβολεία/ και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών. Είναι από τις στιγμές που αισθάνεται πως η φύση όλη συμμερίζεται τον πόνο των πλασμάτων. Και το δικό του πόνο.

Κρυφός κυνηγός
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κέδρος 
54 σελ.
Τιμή € 9,59