Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Τα νερά στα μάτια σου – Σόνια Ζαχαράτου, εκδόσεις Τόπος

Ένας από τους ελάχιστους έρωτες που η μνήμη τους αντέχει στο πέρασμα των αιώνων είναι αυτός του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού με τον νεαρό Αντίνοο. Το αφήγημα Τα νερά στα μάτια σου περιγράφει το ακραίο πάθος και τη σαρωτική δύναμη αυτού του έρωτα, που συγκλόνισε έναν αυτοκράτορα. Παρακολουθεί τους δύο εραστές στην απροσδόκητη γνωριμία τους, στις μακρινές περιπλανήσεις τους, στις μεθυστικές απολαύσεις τους, στις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους, στις νυχτερινές, ερωτικές, έναστρες διαδρομές τους, στην άκρατη ζήλια και την καταστροφή που αναπόφευκτα επιφέρει. Και ταξιδεύει τον αναγνώστη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: στη Βιθυνία, στην αρχαία Ρώμη και στην αρχαία Αθήνα, στην Ελευσίνα και στα Ιερά Μυστήρια, στην Αίγυπτο και στη μεταφυσική σιωπή της ερήμου, στα νερά της Μεσογείου και του Νείλου.
            Τα νερά στα μάτια σου είναι μια βαθιά ερωτική εξομολόγηση, ένα αισθησιακό αφήγημα, που λαμβάνει υπόψη τη μία εκδοχή θανάτου του Αντίνοου, την αυτοκτονία, καθώς υπάρχει και η εκδοχή της δολοφονίας του από τον περίγυρο του Αδριανού.
Απόσπασμα απο το βιβλίο
Πόλεμος για δύο ήταν κι αυτός, υπόγειες φωνές, βουβές φωνές, κόκκινα φιλιά, μαύρα φιλιά, λόγια μισά, λόγια σκοτεινά, σκοτεινές και οι αντανακλάσεις του ιδρώτα μας στο απέναντι θαμπωμένο κάτοπτρο.
            Άδειαζε το φεγγάρι το γαλάζιο του στα λευκά σεντόνια και στα γιασεμιά τού παραθύρου, άδειαζαν και ξαναγέμιζαν παλίρροιες πόθου κι έρωτα τα σώματά μας που μοσχοβολούσαν απολλώνια δάφνη και θυμάρι, τα σώματά μας που έκρυβαν θύελλες πάθους και μαζί παγίδες απόγνωσης.
            Το πρόσωπό σου δεν ήταν αυτό που έως τότε ήξερα, την αλαζονική σου έκφραση δεν την είχα ξαναδεί και δεν μπορώ να την ξεχάσω, την κουβαλώ πάντα σε μια γωνιά μου.
            Εσύ δεν ήσουν εσύ, ήσουν ο τιμωρός, εγώ δεν ήμουν εγώ, ήμουν ο ικέτης, ήμασταν δυο ξένοι σε μια μάχη που οι όροι της όμως συνεχώς ποδοπατιώνταν κι ανατρέπονταν, όπου γινόσουν εσύ ο ικέτης κι εγώ ο τιμωρός, σε μια μάχη μέχρις εσχάτων…
(…)
Την επομένη, χωρίς να σηκώσεις το βλέμμα για να με κοιτάξεις, χωρίς να μου απευθύνεις καν το λόγο, μου χάρισες ένα χρυσαετό.
Δεν σε ευχαρίστησα.
Σου είπα μόνο

«αφιέρωμα κάνω τον χρυσαετό, Αδριανέ, στων
ματιών σου τα νερά. Αφιέρωμα στο θαύμα των νερών σου»

Η Σόνια Ζαχαράτου είναι δημοσιογράφος. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Εργογραφία:
Ο εχθρός μου, θεατρικό, εκδ. Μπαρτζουλιάνος, 2012
Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα, ιστορικό αφήγημα, εκδ. Εξάντας, 2011
Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα), μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009
Πανσέληνος παρά κάτι, πεζοποιήματα, εκδ. Αστάρτη, 1989

Συμμετοχή στη συλλογική έκδοση Μάρμαρα του Παρθενώνα– Ιστορία μίας κλοπής ή η κλοπή της Ιστορίας  (2ο βραβείο για την ελληνική γλώσσα από την Asociacion Cultural Helenica «Nostos» για το διήγημα «Το πένθος της σελήνης») edit. Trama, 2010

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Οι γυναίκες του λαθροθήρα, Κλοντ Πιζάντ-Ρενό εκδόσεις Ψυχογιός

του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη
Η Σίλβια Πλαθ ανήκει στους λεγόμενους «καταραμένους ποιητές», που θέλησαν να δώσουν ένα πρόωρο τέλος στη ζωή τους. Από πολύ νωρίς έδειξε ότι μπορεί να γράψει ποιήματα, κάτι που συνέχισε με επιτυχία μέχρι την ενηλικίωσή της. Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας εμφανίζει μανιοκατάθλιψη και προς το τέλος των σπουδών της θα προσπαθήσει, πρώτη φορά, να θέσει τέλος στη ζωή της. «Το να πεθαίνεις» –γράφει στο ποίημα «Λαίδη Λάζαρος»– «είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Έτσι όπως το κάνω, είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω, μοιάζει αληθινό. Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα». Η αποφοίτησή της συνοδεύτηκε από υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου θα γνωρίσει και τον άνδρα που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή της. Ο Άγγλος ποιητής Τεντ Χιουζ και η Σίλβια Πλάθ παντρεύονται στις 16 Ιουνίου 1956. Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ, κατόπιν μετακομίζουν στην Αγγλία. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί και η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο The Colossus. Η εξωσυζυγική σχέση του Χιουζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιουζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Ο βαρύς χειμώνας του ’63, σε συνδυασμό με την οικονομική της δυσχέρεια, την αφήνει σχεδόν απροστάτευτη μπροστά στα προβλήματά της. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, η Σίλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της.
Η συγγραφέας Κλοντ Πιζάντ-Ρενό, μέσα από τις πολλαπλές φωνές των μαρτύρων –γονιών, φίλων, συγγενών, γειτόνων–, αντιμετωπίζει από μια εντελώς διαφορετική οπτική τη ζωή της Σίλβια Πλαθ και μας καλεί ν' αποκρυπτογραφήσουμε τη νοσηρή σαγήνη που περικλείει τη ζωή των δύο γυναικών, καθώς μοιράζονται την ταραχώδη ζωή του ποιητή στο Λονδίνο ή στο Κορτ Γκριν. Η όλη σύλληψη του μυθιστορήματος και η μοντέρνα του πλοκή μάς κάνουν να το διαβάζουμε με ικανοποίηση.
Οι γυναίκες του λαθροθήρα
Κλοντ Πιζάντ-Ρενό
μετάφραση: Ασπασία Σιγάλα
Ψυχογιός
424 σελ.

Τιμή € 17,70

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

«Ζωή χωρίς όρια» Νικ Βούισιτς, εκδόσεις Εν Πλω

«Το όνομά μου είναι Νικ Βούισιτς. Είμαι τριάντα χρονών. Γεννήθηκα χωρίς άκρα, αλλά τα δεδομένα της σωματικής μου διάπλασης δεν με περιορίζουν. Γυρίζω τον κόσμο ενθαρρύνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να υπερβούν τις αντιξοότητες της ζωής τους με πίστη, ελπίδα, αγάπη και κουράγιο, ώστε να μπορέσουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Σ’ αυτό το βιβλίο θα μοιραστώ μαζί σου τις εμπειρίες μου όσον αφορά την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων και των εμποδίων. Κάποια από αυτά τα εμπόδια είναι καθαρά προσωπικά. Τα περισσότερα όμως είναι οικουμενικά και αφορούν τους πάντες. Σκοπός μου είναι να σε ενθαρρύνω να ξεπεράσεις τις δικές σου προκλήσεις και δυσκολίες, ώστε να μπορέσεις να βρείς τον δικό σου σκοπό και το δικό σου μονοπάτι προς μια απίστευτα καλή ζωή».

Έτσι αρχίζει το ταξίδι της ανάγνωσης μιας ζωής ξεχωριστής, διαφορετικής απ' αυτές που έχουμε συνηθίσει. Μ' αυτά τα λόγια μας καλωσορίζει στην ιστορία του ο Νικ Βούισιτς, ένας άνθρωπος προικισμένος με μια σοβαρή μειονεξία που ο ίδιος μετέτρεψε σε δύναμη μοναδική, σε έμπνευση, στην καλύτερη απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να ξεπερνά τα πάντα.

Ο Σέρβος στην καταγωγή, Νικ Βούισιτς, γεννήθηκε στην Αυστραλία, με την σπάνια ασθένεια της τετρα-αμελίας. Δηλαδή γεννήθηκε χωρίς άκρα (χέρια και πόδια). Οι υπέρηχοι που έκανε η μητέρα του όσο ήταν έγκυος δεν έδειχναν ότι τα άκρα του δεν αναπτύσσονταν. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν καμία ιατρική εξήγηση για την κατάσταση του, που επηρεάζει μόνο 15 άτομα παγκοσμίως.

Στα πρώτα του χρόνια, αντιμετώπισε δυσκολίες και πρώτα απ’ όλα με το σχολείο, καθώς σύμφωνα με τον τότε αυστραλιανό νόμο, λόγω της αναπηρίας του, δε μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα σε κανονικό σχολείο, αν και δεν αντιμετώπιζε κάποιου είδους νοητική διαταραχή. Την εποχή εκείνη όμως, άλλαξε ο νόμος κι έτσι ο Βούισιτς ήταν απ’ τα πρώτα άτομα με αναπηρία που ενσωματώθηκαν στα γενικά σχολεία. Εκεί όμως, γνώρισε την απόρριψη κι απ’ την ηλικία των οχτώ ετών σκεφτόταν την αυτοκτονία. Είδε τον εαυτό του σαν βάρος για τους άλλους, απίθανο να πάει στο κολλέγιο, να έχει μια σύζυγο ή ακόμα να αγκαλιάσει τα παιδιά του.

Αποφασιστικό σημείο στη ζωή του, στάθηκε η στιγμή που η μητέρα του, όταν ήταν δεκατριών ετών, τού έδειξε ένα άρθρο με έναν άνθρωπο που είχε παρόμοια αναπηρίας και την αντιμετώπιζε με θάρρος. Ο Βούισιτς τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο μόνος που έδινε μια μεγάλη μάχη.

Έμαθε να χρησιμοποιεί το πηγούνι του για να χειρίζεται αντικείμενα και το μικροσκοπικό του «πόδι» με τα δύο δάχτυλα για να περπατάει, να κολυμπάει, να ξυρίζεται, ν’ απαντά στο τηλέφωνο, να παίζει ποδόσφαιρο. Επίσης έμαθε να χρησιμοποιεί τα δάχτυλα των ποδιών του για να γράφει, να δαχτυλογραφεί και να οδηγεί το καροτσάκι του.

Ο Νικ Βούισιτς θεωρώντας τον Θεό και την πίστη, σύμμαχο στο πρόβλημά του και στον αγώνα που έδινε άρχισε να δίνει διαλέξεις σε θρησκευτικό κοινό και δημιούργησε τη Μη Κερδοσκοπική Οργάνωση «Life without limbs». Οι ομιλίες του έφερναν δάκρυα. Σύντομα, είχε πολλές προσκλήσεις και έτσι το αρχικά περιορισμένο κοινό, επεκτάθηκε παγκοσμίως σε αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων που παρακολούθησαν και παρακολουθούν τα μαθήματα ζωής που δίνει…

Ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που μέσα από το βιβλίο του, τις ομιλίες του και την ίδια του τη ζωή εμπνέει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο!


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ - Τζέιμς Τζόις - Εκδόσεις Ψυχογιός


Πώς διασχίζει κανείς καλύτερα το δρόμο;
Με οδηγίες από αστυφύλακα; Ή από γάτες οδηγημένος;
Ο Τζέιμς Τζόις, σεσημασμένος αναρχικός της ύπαρξης, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την απάντηση και είναι αποφασισμένος γελώντας να τη μοιραστεί με τους κατοίκους της Κοπεγχάγης μια που, απ’ όσο φαίνεται, η πατρίδα του Άμλετ ξεχειλίζει από αστυφύλακες μα έχει ξεμείνει από γατιά!
Γραμμένο το 1936 σε μια επιστολή προς τον τετράχρονο εγγονό του, αυτό το εύθυμο παραμύθι συνιστά έναν τζοϊσικώς αναιδέστατο Δούρειο Γάτο που χλευάζει την καταστολή μαθαίνοντας σε παιδιά και μεγάλους να διασχίζουν ελεύθεροι το δρόμο, χωρίς οδηγίες από αστυφύλακα. Μόνο από γάτες οδηγημένοι.
 Ο Τζέιμς Τζόις αντιπαθούσε τα σκυλιά, αγαπούσε όμως τις γάτες, κάτι που αποτυπώνεται και στον Οδυσσέα, αφού ο Λεοπόλδος Μπλουμ έχει γάτα.
Η επιστολή προς τον εγγονό του με την ιστοριούλα αυτή βρέθηκε ανάμεσα σε άλλα χαρτιά του συγγραφέα αποθηκευμένα σε ένα παλιό μπαούλο, τα οποία από χέρι σε χέρι μέσα στην οικογένεια είχαν έρθει στην κατοχή του θετού γιού του γιού του Τζόις, ο οποίος τα δώρισε στο Ίδρυμα Τζέιμς Τζόις στη Ζυρίχη.
Είναι η πρώτη φορά που η ιστορία για τις Γάτες της Κοπεγχάγης εμφανίζεται τυπωμένη αυτόνομα και εικονογραφημένη σε βιβλιαράκι για μικρούς και μεγάλους.
πηγή: www.bookbar.gr

Μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εικονογράφηση: ITHYS PRESS LTD
Εκδόσεις Ψυχογιός 2012
Σελ. 32, Τιμή € 14,99

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

LA MARCATURA DELLA REGINA, di Giovanni Di Giamberardino, edizioni Socrates


di Massimo Maugeri

Giovanni Di Giamberardino è nato nel 1984 a Roma. Ha pubblicato online e su carta diversi racconti e poesie. È autore di soggetti per fiction televisive ed è tra i curatori di www.serialmente.com.
Con il romanzo intitolato “Aristeo e le api” è stato finalista al Premio Calvino nel 2009. Di recente quest’opera è stata pubblicata dalle edizioni Socrates con il titolo “La marcatura della regina” (all’interno della collana curata da Luminol, blog letterario dedicato esclusivamente agli scrittori italiani esordienti).
Ne discutiamo con l’autore.

- Giovanni, come nasce “La marcatura della regina”? Da quale idea o
fonte di ispirazione?

In realtà l’idea del libro nasce in corso d’opera. Avevo dei racconti a cui tenevo – rapidi scorci di personaggi in un banale momento della giornata che però ne rappresentava la vita intera – e volevo farne una raccolta di racconti. Poi, nell’inserire il filo conduttore dell’omicidio a cui tutti i racconti tendevano all’infinito, di colpo il mondo si è ribaltato, il libro trasformato e Aristeo mi ha travolto. Non stavo più semplicemente scrivendo delle piccole storie, stavo facendo una dichiarazione: noi non siamo i protagonisti. Della vita, della Storia. Siamo comparse. Da qui in avanti il libro si è praticamente scritto da solo.

- 24 racconti, uno per ogni ora del giorno. Che tipo di esperienza è stata, per te, dal punto di vista narrativo, impegnarsi per diversificare così tante voci e punti di vista?

Incredibilmente divertente. Mi ha permesso un approccio alla scrittura sempre fresco e mi ha dato modo di raccontare i personaggi non solo attraverso uno sviluppo narrativo compiuto, ma anche soltanto grazie a un’inquadratura. E una buona inquadratura è il segreto di ogni buona fotografia, anche se il soggetto scelto è un comunissimo cartello stradale. Poco tempo fa un lettore ha condiviso con me una riflessione molto bella al riguardo, ossia che leggendo il libro ha avuto l’impressione di trovarsi a una mostra fotografica. Senza accorgermene credo di essermi mosso proprio seguendo questa suggestione.

- Se uno dei tanti personaggi che popolano le pagine di questo tuo libro dovesse essere il protagonista di un tuo possibile nuovo romanzo… chi sceglieresti? E perché?

Tutti. Nessuno. Per riprendere il discorso fatto in precedenza credo sia proprio questo il punto del libro: ognuno dei personaggi è il protagonista della propria storia, del proprio romanzo, ma proprio per questo nessuno lo è mai in assoluto. Perciò il libro non è altro che il montaggio di spezzoni appartenenti a tanti film diversi che trovano il giusto compimento soltanto nell’accostamento dell’uno all’altro, nel contatto, nel loro farsi fotogrammi tagliati da 24 pellicole differenti poi saldati assieme. Non vedremo mai nessuno di questi film per intero, ed è giusto così.

- Questo tuo libro è stato finalista al Premio Calvino nel 2009 ed è stato definito dalla giuria “una odierna sociologia della solitudine”. In che cosa, a tuo avviso, la “solitudine” dei nostri giorni si differenzia dalla “solitudine” vissuta nei decenni che ci hanno preceduto?

Credo che sia una solitudine fatta di paradossi. Non ci si sente soli per sottrazione, ma per accumulo, non per allontanamento, ma per immobilità. Siamo sempre più persone a condividere uno spazio che non aumenta assieme a noi. Per questo ci sforziamo di dimostrare di essere degni di occupare quello spazio ribadendo la nostra presenza, il nostro valore, la nostra unicità. Forse ci comportiamo così per cercare l’approvazione degli altri o per sentirci migliori di loro, o forse perché solo attraverso l’occhio altrui (anche virtuale) possiamo sentirci reali, vivi, “giusti”. D’altronde il sentirsi speciali sottintende sempre una domanda “Speciali rispetto a chi?”. E questo processo reiterandosi nel tempo non ci rende certo più maturi, solo più vecchi e rassegnati. E’ la solitudine del pubblico a un concerto rock: per quanto si possa parlare, cantare, piangere, saltare e battere le mani, per quanto vuoto possa rimanere il palco, saremo sempre dalla parte sbagliata delle transenne.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Ντόρις Λέσινγκ - Το πέμπτο παιδί


Δεν είχα διαβάσει Ντόρις Λέσινγκ. Την άκουσα κάποια στιγμή στην παρέα του ΜΕΛΟΜΑ, αλλά αδιαφόρησα. Την ξανάκουσα κι αργότερα με το νόμπελ αλλά και πάλι αδιαφόρησα. Μέχρι εχθές, οπότε και διάβασα «Το πέμπτο παιδί». Γραφή καθαρή, χωρίς στολίδια και καρικεύματα, μεστή και ουσιώδης, καίρια και αιχμηρή. Αφήγηση ρέουσα απ’ την αρχή ως το τέλος, χωρίς κενά, χωρίς κεφάλαια, χωρίς ενότητες, που σ’ αναγκάζει να ακολουθήσεις το ρυθμό της για να φτάσεις στο τέλος και να κλείσεις το βιβλίο παγωμένος και βουβός.

Η Χάριετ και ο Ντέιβιντ, δυο ξεχωριστοί άνθρωποι για τις συνήθειες της δεκαετίας του ’60, ονειρεύονται την ευτυχία σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παιδιά. Το όνειρό τους παίρνει σάρκα και οστά στο τεράστιο «σαν ξενοδοχείο» σπιτικό, όπου συγκεντρώνεται όλο το σόι στις γιορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του καλοκαιριού. Μέχρι την έλευση του πέμπτου παιδιού. Ο Μπεν είναι διαφορετικός. Είναι αλλόκοτος, βίαιος, κακός. Η γαλήνη της οικογένειας ανατρέπεται και σταδιακά όλοι απομακρύνονται από κοντά τους. Συγγενείς και φίλοι πείθουν τελικά το ζευγάρι να κλείσουν τον Μπεν σ’ ένα ίδρυμα απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ κανείς, όπου κανείς δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν. «Όσοι παρατάνε εδώ τα παιδιά τους δεν έρχονται ύστερα να τα δουν».
 Κι όμως η Χάριετ δεν αντέχει. Πηγαίνει και παίρνει πίσω τον Μπεν, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην οικογενειακή της ευτυχία. Τα υπόλοιπα παιδιά εγκαταλείπουν σιγά-σιγά την πατρική εστία, ο ίδιος ο Ντέιβιντ απομακρύνεται από την Χάριετ.
 Κι όμως εκείνη μόνη κι αβοήθητη, κι ας μισούσε το πέμπτο της παιδί που την τυράννησε όσο κανένα ήδη απ’ την κύηση, κι ας είχε ευχηθεί να το δει να πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε να το σκοτώσει.
 «Εντάξει, είπε νοερά στον αθέατο Ντέιβιντ, αλλά ξέρω πως θα ‘κανες κι εσύ το ίδιο, αν δεν το έκανα εγώ… Τέτοιοι άνθρωποι είμαστε και, καλώς ή κακώς, δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.»

Στο πέμπτο παιδί δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το σεβασμό του διαφορετικού. Στην ιστορία υπάρχει ένα ακόμα “άρρωστο” παιδί, που πάσχει από σύνδρομο Ντάουν και το οποίο ωστόσο περιβάλλεται από αγάπη και φροντίδα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον Μπεν. Η Λέσινγκ επικεντρώνεται στον Μπεν που είναι επιπλέον αλλόκοτος, βίαιος, κακός, και καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στην πλευρά της Χάριετ – και του Μπεν, όχι γιατί μιλά απλά για μια μάνα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «διαφορετικό» παιδί της, αλλά γιατί μέσα από την Χάριετ αναδεικνύει τη χαμένη ανθρωπιά, ως ένα απύθμενο ψυχικό εργαλείο που δεν αδρανοποιείται ποτέ. Κι η ανθρωπιά αυτή είναι τυφλή, γιατί μόνο και μόνο δεν υπόκειται σε κανέναν (κοινωνικό) κανόνα. Ταυτιζόμαστε ή κατανοούμε πλήρως τους συγγενείς τους ή και τον Ντέιβιντ, που της λένε άσε τον Μπεν έχεις κι άλλα τέσσερα παιδιά και αυτά σε χρειάζονται, ή με τον Μπεν καταστρέφεις την οικογένειά σου, ίσως και να ακούγεται κάπου στο βάθος και η δική μας η φωνή που συνηγορεί μαζί τους, ναι κι εμείς το ίδιο θα κάναμε, θα το κλείναμε στο ίδρυμα, αλλά ξέρουμε τελικά ότι η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη απ’ την απόφαση που πήρε η Χάριετ, κι ας ξέρει ότι ο Μπεν το πιο πιθανό είναι – αν δεν το έχει ήδη κάνει – να μπλεχτεί σε παράνομες ιστορίες… Το δέχεται, δεν κάνει τίποτα να τ’ αποτρέψει γιατί ξέρει ότι δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στον Μπεν, απ’ τη ζωή που του ‘χει προσφέρει ως τώρα. Η Χάριετ είναι εντάξει με τη συνείδησή της κι αυτό της αρκεί…

Η Λέσινγκ αφήνει τη Χάριετ να μιλήσει και να αναπτύξει την κοσμοθεωρία της. Δυο φορές ωστόσο ανοίγει την αφήγηση προς τον αναγνώστη. Στην πρώτη απευθύνεται στους γνώστες της αγγλικής κοινωνίας για το αγγλικό ταξικό σύστημα, αλλά αδυνατώ να καταλάβω το λόγο. Στη δεύτερη όμως, «όπως όλοι ξέρουμε…», αναφέρεται στις διαβαθμίσεις των μαθητών στα σχολεία και σε ποια κατηγορία ανήκει ο Μπεν, όχι για να κατατάξει ο αναγνώστης τα δικά του παιδιά, αλλά για να φέρει το θέμα του Μπεν και των ομοίων του ξεκάθαρα δίπλα μας. Η Λέσινγκ απλά μας κλείνει το μάτι…

Η ιστοσελίδα της Λέσινγκ: http://www.dorislessing.org/


Salvatore Silvano Nigro, “Il Principe fulvo” Edizioni Sellerio


di Giuseppe Panella*
Il romanzo-saggio di Salvatore Silvano Nigro che indaga sulla storia e il destino di Giuseppe Tomasi di Lampedusa e il suo grande libro di una vita è dedicato al bibliotecario Raffaele Giampietro, qui indicato con il nomignolo affettuoso di Bendicò. Viene identificato cioè con il nome del gigantesco alano che accompagna il principe Fabrizio Salina in tutti i momenti culminanti della narrazione dei suoi ultimi anni di vita. Ma non si tratta, certamente, di un epiteto diffamatorio o una diminutio capitis dell’eccellente bibliotecario della Scuola Normale Superiore di Pisa (dove anche Nigro per qualche tempo ha insegnato Letteratura italiana contemporanea) ma di un elogio sia pure amicale.
Il cane Bendicò è, infatti, nelle parole stesse di Tomasi di Lampedusa, “un personaggio importantissimo ed è quasi la chiave del romanzo “ (lettera dello scrittore a Enrico Merlo del 30 maggio 1957, citata nel libro a p. 99). E, non a caso, l’ultimo capitolo del libro si intitola Ultimo viene il cane (chiaro rimando al titolo di un fortunato volume di racconti di Italo Calvino del 1949).
Il richiamo è alla collezione di ricordi che Concetta, la figlia del Principe destinata in moglie al cugino Tancredi che non l’ha più presa in considerazione dopo l’incontro-coup de foudre con Angelica Sedara, mantiene ancora in quattro casse, nel 1910, ancora molti anni dopo la scomparsa del padre. Tra i vari oggetti e trouvailles di essi (ritratti tra cui quello del padre “non più amato”, il suo corredo da sposa mancata ormai ingiallito, fotografie di amici che le avevano inferto qualche ferita al suo io fin troppo maltrattato dal destino) compare anche la pelliccia ormai tarmata del cane tanto amato dal Principe Salina.

«I ricordi diventano amari. Concetta si sente punita persino dal ricordo di Bendicò, con il quale il padre era vissuto in simbiosi. Erano entrambi giganteschi, il Principe e l’alano, e inseparabili. Dal “mucchietto di pelliccia” viene addosso a Concetta un’intollerabile “nebbia di malessere”. Anche le poche cose care le si rivoltano contro. Il “ferrigno stame” della sua vita sfugge a ogni controllo. Le si attorciglia addosso. La stritola. Concetta è disperata. Deve allentare il filo fatale, non potendo reciderlo. Suona il campanello e ordina che la pelliccia venga buttata nella spazzatura. Segue un momento di compassionevole tenerezza. Per un attimo gli occhi di vetro del cane fissano Concetta con “umile rimprovero”. Lo sguardo è da creatura agonizzante. […] La carcassa vola giù dalla finestra. Vola, come in un quadro di Chagall. Non precipita. Il movimento è au ralenti. Per un istante non misurabile dal “mucchietto” di peli tarlati la pelliccia si ricompone in figura; e prima di ridiventare “mucchietto di polvere livida”, si vede intero, baffi compresi, danzare nell’aria il Gattopardo araldico di casa Salina con il quale il Principe si era sempre identificato. Il quadrupede tiene sollevato “l’anteriore destro”. Pare che imprechi. La visione è dantesca» (pp. 110-111).

Con la fine ingloriosa di Bendicò, prima conservato a mo’ di reliquia dall’annosa zitella Concetta (e quindi fasullo come tutte le reliquie conservate gelosamente nel palazzo Salina che l’autorità ecclesiastica riterrà alla fine non autentiche e non meritevoli di culto) poi buttato via come un “mucchietto di pelliccia” tarmata e inutile, anche il regno dei Gattopardi che all’inizio del romanzo sembrava celebrare il proprio trionfo sull’altissima soffittatura dello stesso palazzo è definitivamente tramontato. Di essi non ci sarà d’allora in poi più traccia – e resteranno soltanto le iene a ridere della loro vittoriosa epifania.
Ma nel libro di Nigro non c’è soltanto l’alano Bendicò. C’è la ricostruzione di un capitolo “segreto” della vita di Tomasi di Lampedusa, legato, nel bene e nel male, al destino del cugino Lucio Piccolo di Calanovella: quello delle lettere spedite da Londra ritrovate dall’autore di Canti barocchi nel 1966, poi promesse ad Antonio Pizzuto per la pubblicazione su “La Fiera Letteraria”, poi neglette e rigettate e infine chiuse in una cassa di ferro rinforzata da sistemarsi in una casa di campagna sita sulla fiumara di Naso, in provincia di Messina. Apparentemente disperse dalla potenza dell’oblio e dell’incuria del tempo, le lettere sono poi state ritrovate e risultano un piccolo gioiello di scrittura satirica e sbeffeggiatrice, imitando come pare la lezione di Gilbert Keith Chesterton e del suo traduttore italiano Emilio Cecchi. Scritte tra il 1926 e il 1931, sono veri e propri sbeffeggiamenti ai danni del cugino Lucio, ridicolizzato con nomi un po’ sfottenti (forse troppo, tanto che Piccolo probabilmente se ne risentì) e ritratto in situazioni piuttosto buffe. Poco meglio ne esce il fratello di Lucio, il pittore Casimiro, accusato di essere un “braghettone” alla maniera di Daniele Ricciarelli da Volterra che rese castigati i nudi di Michelangelo nella Cappella Sistina, appunto perché riduceva e mimetizzava il sesso maschile nelle proprie opere per eccessiva pruderie. Ma da queste lettere viene fuori anche un Lampedusa fascista ed entusiasta delle gesta delle squadracce di Mussolini; come pure la ripresa dal celebre libro di Giovanni Papini dedicato alla Storia di Cristo del 1921 di tutta una serie di luoghi comuni antisemitici che, pur essendo esibiti nelle lettere, non contrassegneranno, però, il suo comportamento pubblico successivo.
Lampedusa, dunque, si rivela nelle lettere da Parigi (ne è rimasta anche qualcuna da Genova) un personaggio molto singolare nel bene e nel male, anche se probabilmente da esse non si poteva certo presagire il futuro narratore dei fasti e del declino della nobiltà siciliana.
Il che avviene, invece, e risulta ampiamente dimostrato, per i tre racconti (e l’autobiografico Ricordi d’infanzia) da lui scritti nello stesso periodo in cui redigeva Il Gattopardo e, in particolare, proprio da quel piccolo gioiello di introspezione letteraria che è La sirena (uscito in precedenza con il titolo di Lighea, voluto dalla vedova). In esso, il senso di morte che affiora prepotentemente dalla vicenda del grande filologo Rosario La Ciura che, come è noto, va incontro ad un destino che ha presagito, anzi pregustato, da tutta una vita e che gli sembra coronare un’esistenza di studioso della civiltà classica ricorda prepotentemente quello che caratterizzerà il Principe Salina nel penultimo capitolo del suo romanzo, il celeberrimo racconto del ballo al Palazzo Pantaleone.
Inoltre risulta particolarmente interessante il modo in cui Nigro collega la scomparsa repentina di La Ciura che chiude il racconto a quelle altrettanto affascinanti di Ettore Majorana e di Ippolito Nievo, avvenute negli stessi luoghi e anch’essi ancora celati da un mistero finora mai compiutamente svelato, quasi come se fossero stati accomunati tutti dal sudario equoreo del mar Mediterraneo, in un abbraccio più vitale dell’esistenza vissuta stessa:

«Il vecchio professore si è imbarcato sul Rex, che naviga verso Napoli. Ha appuntamenti accademici, come Majorana. E come Majorana non arriva agli incontri. Durante la notte il professore è salito in coperta. E si è lasciato sedurre dalla creatura marina. Ha raggiunto la sirena in fondo al mare, “dove tutto è silenziosa quiete”. Il suo corpo non viene ritrovato. La scomparsa di Majorana “anticipa” la sparizione di La Ciura, nelle acque stregate del golfo di Napoli che già, nella notte tra il 4 e il 5 marzo del 1861, avevano inghiottito al largo della penisola sorrentina il vapore Ercole con tutto il suo equipaggio. Né relitti, né cadaveri, erano stati restituiti. Nell’inabissamento era andato disperso lo scrittore Ippolito Nievo. Lungo la costa sorrentina, in vista del golfo di Napoli, la tradizione vuole che fossero gli scogli delle sirene incantatrici, addensati come nell’Isola dei morti di Böcklin. In questo liquido cimitero senza avelli, in mezzo a rocce che attraggono e sgomentano, gli uomini sono colti dal potere di fascinazione della morte, della passione per la scomparsa. Misteriosamente, come nel triangolo delle Bermude» (p. 48).

Il mondo marino appare come garanzia di immortalità e ad essa, infatti, aspirano gli uomini come il Principe che ne sono sedotti come dal richiamo di un mondo che può permettergli di aspirare a qualcosa d’altro, una volta oltrepassata la soglia della vita.
Anche nel settimo capitolo del Gattopardo accade qualcosa di simile, ma la sirena è meno classicamente incarnata della sirena che ammalia e corteggia il più compassato La Ciura.
La morte appare, nelle pagine spesso struggenti e sempre appassionate, nonostante il velo dell’ironia che talvolta si prova a ricoprirle o ad appannarle, quale il punto di riferimento essenziale e “irredimibile” dell’opera di Lampedusa.
Nella morte come approdo salvifico e non come condanna le vite dei suoi due personaggi più importanti trovano una giustificazione non effimera: la sirena si prenderà cura del filologo corrucciato e disgustato della Modernità, la bella signora incontrata alla stazione di Catania, dopo un inconcludente viaggio in treno alla volta di Napoli, condurrà Salina al di là della vita.
Merito del romanzo-saggio di Salvatore S. Nigro è proprio quello di aver saputo celare il più possibile la propria “prima natura” (quella del provetto filologo e storico della letteratura) per far emergere, con cautela e drammaticità insieme, la sua “seconda natura” di scrittore che si pone sotto le insegne di Lampedusa, accettandone la lezione letteraria con acribia e coraggio misti a ironia.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Σπέρμα Αβραάμ - Ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ στην ουσία και στην έκφραση - Δανιήλ Ι. Σαχάς, εκδόσεις Ιωλκός


του Αλέξανδρου Σ. Καριώτογλου
Ήδη από το πρώτο –μικρό μεν, αλλά περιεκτικό– μέρος για «το μονοθεϊστικό φαινόμενο», με τρόπο ευσύνοπτο και διακριτικό γίνεται η διαπραγμάτευση των θεμελιακών, κοινών και διακριτικών χαρακτηριστικών στοιχείων των τριών θρησκειών (ιουδαϊσμού, χριστιανισμού, ισλάμ).
Στο δεύτερο μέρος εκτίθεται η ιουδαϊκή παράδοση. Θέματα που αφορούν την ιστορική της εξέλιξη, την πίστη και σκέψη, την πρακτική της, τους θεσμούς και τις μορφές που έλαβε, παρουσιάζονται και σχολιάζονται με τρόπο κατανοητό και ιδιαίτερα αναλυτικό. Παραμένω σε δύο σημεία που με εντυπωσίασαν. Το πρώτο είναι η ιουδαϊκή sola scriptura, όπου μια ομάδα εβραίων επέμεινε στην επιστροφή μιας απευθείας ερμηνείας και εφαρμογής του γράμματος της Τορά. Το δεύτερο είναι η διαπραγμάτευση της εκλογής του λαού του Ισραήλ ως περιουσίου λαού του Θεού.
Ερχόμενος στο τρίτο μέρος, που έχει σχέση με την παρουσίαση του χριστιανισμού, ο συγγραφέας από την αρχή αρνείται την άποψη πολλών που πιστεύουν ότι «είναι ανάρμοστο να υποβάλει κάποιος το χριστιανισμό σε ιστορικοκριτική ανάλυση, όπως οποιαδήποτε άλλη θρησκεία» (σελ. 195). Πρόθεσή του είναι να παρουσιάσει το χριστιανισμό ως θέμα «ακαδημαϊκής, ιστορικής, κριτικής, φαινομενολογικής προσέγγισης» (σελ. 195). Έτσι, καθ' όλη τη διαπραγμάτευση του χριστιανισμού, ο συγγραφέας φαίνεται να προσπαθεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, μιας και πιστεύει ότι έχουν γίνει πολλές παρεξηγήσεις τόσο εκ των έσω, όσο και από εξωτερικούς παράγοντες. Η παρουσίαση του προσώπου του Ιησού γίνεται με τρόπο αριστοτεχνικό, ενώ στον τελικό χαρακτηρισμό του δεν μπορεί να αποφύγει να το δει από την πλευρά του δασκάλου με τρόπο υπερβολικό, ως «σαφή, απόλυτο, φλεγματικό, εύστροφο, κρυψίνου, παράδοξο και συχνά αινιγματικό» (σελ. 266).
Σκοπός του τέταρτου μέρους είναι «να εκθέσει τα δεδομένα περί του ισλάμ, να θέσει υπ' όψιν τα θεμελιώδη και ουσιώδη του, να επισημάνει τις οποιεσδήποτε υπεραπλουστεύσεις και κραυγαλέες διαστροφές της αλήθειας και να σημειώσει τις έξωθεν και έσωθεν παραφθορές των στοιχείων σε αντιπαραβολή προς τις πηγές» (σελ. 402). Στο εισαγωγικό τμήμα, με ιδιαίτερη ευαισθησία και ακρίβεια εισάγεται ο αναγνώστης σε θέματα γενικής μεν φύσεως, αλλά εξαιρετικά σημαντικά ώστε να γίνει κατανοητό το ισλάμ. Προς το τέλος της εισαγωγής, ο συγγραφέας αφήνει να νοηθεί ότι μάλλον κλίνει προς την άποψη ότι το ισλάμ θα μπορούσε να θεωρηθεί «χριστιανική αίρεση». Το πρώτο βασικό θέμα στην εξέταση του Ισλάμ είναι το πρόσωπο του ιδρυτή του: ποιος ήταν ο Μωάμεθ, ποια η πορεία του και οι προσπάθειές του να επιβάλει τη νέα θρησκεία, καθώς και το πρόβλημα του αν ήταν προφήτης. Ομολογεί τη χαρισματικότητα του προσώπου του, τις ιδιαίτερες ικανότητές του και, αφού εκθέσει την πίστη των μουσουλμάνων και το σκεπτικισμό των χριστιανών (οι εβραίοι γιατί λείπουν;), αποφεύγοντας να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, αποφαίνεται ότι «εκείνο το οποίο έχει χαθεί από το ‘διάλογο’ μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων, και ιδιαίτερα μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ, είναι ο μεγάλος κοινός τόπος της πραγματικότητας και του ήθους της αποκάλυψης του ίδιου του Θεού, το οποίο και οι δύο δεν παύουν ακούσια να τονίζουν και εκούσια να παραβλέπουν: το γεγονός και το ήθος της συγκατάβασης και της κένωσης του Θεού! Αντ' αυτού, στον ανύπαρκτο διάλογο έχει προϋπεισέλθει η νοοτροπία της ανθρώπινης υπεροχής και της οίησης» (σελ. 465).
Η διαπραγμάτευση του μέρους σχετικά με το Κοράνιο νομίζω ότι γίνεται με επιτυχία για τον αναγνώστη. Στα κεφάλαια για τις αρχές της ισλαμικής πίστεως και τους «στύλους του Ισλάμ», ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια προσέγγιση σαφούς παρουσίασης και ταυτόχρονης συζήτησης των επί μέρους θεμάτων, ενώ ταυτόχρονα παραθέτει κριτικές παρατηρήσεις, οι οποίες φανερώνουν το βαθμό στον οποίο έχει αφομοιώσει το υλικό του.
Το τελευταίο κεφάλαιο για τη μουσουλμανική κοινωνία και τον πολιτισμό είναι περισσότερο μια ευχάριστη διαδρομή στην ισλαμική πράξη, ιδιαίτερα σ' αυτό που με βάση τις ισλαμικές αρχές του παρελθόντος συμβαίνει σήμερα.
Επιλογικά τοποθετείται βρίσκοντας ότι «ο ιουδαϊσμός είναι η θρησκεία του καταλείμματος (του υπολοίπου) των δύο από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Χριστιανισμός σημαίνει το υπαρξιακό βίωμα του γεγονότος του Χριστού, του ευαγγελίου της σάρκωσης και ανάστασης του Θεού-Λόγου. Το ισλάμ αποτελεί στάση ζωής και κατάσταση του ανθρώπου έναντι του Θεού» ( σσ. 614, 617-618).
Το Σπέρμα Αβραάμ είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο, καλογραμμένο, από αυτά που λείπουν από τον τομέα της θρησκειολογίας στον ελληνικό χώρο, που να μπορούν να δώσουν με γλώσσα επιστημονική (όχι ξύλινη ακαδημαϊκή) να αντιληφθεί ο αναγνώστης ό,τι συμβαίνει στη σκηνή και στο παρασκήνιο καθεμιάς από τις μεγάλες αβρααμιτικές θρησκείες, τόσο στο παρελθόν όσο και στο σήμερα.
Ο Αλέξανδρος Σ. Καριώτογλου είναι Δρ. Θεολογίας.
Σπέρμα Αβραάμ
Ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ στην ουσία και στην έκφραση
Δανιήλ Ι. Σαχάς
επιμέλεια σειράς: Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης
Ιωλκός
706 σελ.
Τιμή € 30,00

Κρυφός κυνηγός - Γιώργος Μαρκόπουλος - Κέδρος



Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι μια ξεχωριστή μορφή και περίπτωση στην ποίηση των εξαιρετικά δύσβατων και δύσκολων καιρών μας. Προέρχεται από επαρχία, αλλά μεγάλωσε, σπούδασε, εργάζεται και ζει στην Αθήνα των πέντε εκατομμυρίων ψυχών.
Λέω ψυχών, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ατόμων βρίσκονται εδώ μόνο με το σώμα τους, για διάφορους και για δικούς του λόγους ο καθένας.
Όταν ήρθε στην Αθήνα, έφηβος πια, έφερε μαζί του τον ανεκτίμητο πλούτο της απλής ελληνικής οικουμένης. Ήρθε γεμάτος φως και ομορφιά, ελληνική φύση και αγροτική ζωή, στοιχεία ζωηφόρα και αναλλοίωτα που εντάσσει και ενσωματώνει αριστοτεχνικά στο έργο που οικοδομεί με τα νέα στοιχεία που προσπορίζεται από το αστικό περιβάλλον και από έναν διαφορετικό κόσμο όπως διαμορφώνεται και σχηματοποιείται με την πολυμορφία της ολοένα αναπτυσσόμενης και διογκούμενης πρωτεύουσας και τη νέα του ζωή.
Έτσι η ποίησή του, ποίηση γενναία από τη φύση της και εύκοσμη, επιβλητικά αυστηρή εμπλουτίζεται και βαθαίνει καινούρια, κυρίως δραματικά στοιχεία που κοσμούν, οριοθετούν κατά κάποιον τρόπο, υποστυλώνουν και δίνουν ενδιαφέρουσες, τραγικά, διαστάσεις στο εύρωστο, στέρεο και πηγαίο, κατορθωμένο ποιητικό του έργο.
Ωστόσο, κάποια οριακή στιγμή της ζωής και της δημιουργίας του, έρχονται κακές καταστάσεις και γεγονότα που φαρμακώνουν τον πραγματικό και τον ποιητικό χρόνο του ποιητή, ο όμορφος κόσμος ανατρέπεται, οι παλιοί θαρραλέοι εαυτοί του εξαφανίζονται και μένει μόνος, περίλυπος, ή έτσι νιώθει, με την «άκτιστη ψυχή» του όταν η μοναξιά σε άσπρο χάος θεριεύει μέσα του και ολόγυρά του και η ποίησή του γίνεται όργανο έκφρασης του ψυχικού και του σωματικού πόνου καθώς ένα υφέρπον παράπονο/ κι ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,/ του κόβει τον κόσμο στα δύο» και ύπουλα τον διαβρώνει.
Στα έξι ποιήματα με τίτλο Νοσοκομείο, είναι ωμά και συγκλονιστικά ρεαλιστικός. Εκεί δεν χωράει καμιά επιείκεια, καμιά ποιητική ευαισθησία, οι λέξεις είναι σκληρές, όπως και οι πράξεις που γίνονται, όπως οι εικόνες που αφήνουν πίσω τους οι φορείς με τις άσπρες μπλούζες, κάθε στίχος είναι ένα δυσβάστακτο φορτίο επικείμενου ή πιθανού θανάτου, περιέχει μια οδυνηρή διαδικασία, προοίμιο οιονεί χειρουργείου: Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί/φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους/ (…) ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο(…), στο τραπέζι τους μεταφέρουν, το σιδερένιο. Και τότε, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι τα επίδοξα σφάγια, Αν και κοιμισμένοι θυμούνται επιθυμίες της ζωής τους αμυδρά ίσαμε τη στιγμή που σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος, τα φώτα ένα ένα του αίματος κι αρχίζει το μακελειό με τα νυστέρια/ χασαπομάχαιρα.
Εκεί δεν υπάρχει συμπόνια, δεν υπάρχει οίκτος, όλα είναι θλιβερή συνήθεια, όλα γίνονται επαγγελματικά, ακόμα και το ξόδι στο κοιμισμένο παρεκκλήσι, κι ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα./ Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ/ έφευγαν, έφευγαν οι νεκροφόρες.
Και όσοι τυχεροί άτυχοι βγαίνουν ζωντανοί με πίστωση, χρεωμένοι στο θάνατο χωρίς μαλλιά, σαν μαθητές ενός παλιού σχολείου ασπρόμαυρου, φορώντας πιτζάμες κι αντίς κολόνια κοβάλτιο, δεν είναι οι ίδιοι που μπήκαν, είναι άλλοι, αγνώριστοι…
Αλλά και η νύχτα του ασπασμού που ακολουθεί κι αναφέρεται στον τελευταίο αποχαιρετισμό του πατέρα είναι καταλυτικά λιτό με την ειλικρίνεια και την απλότητά του: Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη/ και δεν μπορώ πια να δακρύσω,/ γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο/ από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ. Πάντα ζούσε μέσα του αυτή την οδυνηρή αποχώρηση. Πάντα λέει, σε φανταζόμουν σε αποχώρηση,/χαρούμενος ήσουν κι εγώ στα μάτια σου έβλεπα. Ένα φως πόλεως -να μ’ αποχαιρετά- μακρινής/…την παντοτινή σου ζούσα την απουσία. Λες κι ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι πίσω από την πόρτα της καρδιάς του. Για να καταλήξει πως: Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα κι όσοι με αγάπησαν/ Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν/ άηχες μελωδίες./ Χιόνι./ Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση. (Νοσοκομείο, εν υστερογράφω, σ. 30).
Ζει μέσα του την απόλυτη μοναξιά. Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο. Πάει καιρός που ξέκοψε από τους άλλους αθόρυβα και πήγε απέναντι και από τότε παραμένει απών. Όλοι τον έχουν ξεχάσει, ή εκείνος νιώθει μόνος μέσα σε απόλυτη μοναξιά όπου κυριαρχεί απόλυτη σιωπή, η αδικημένη αδερφή της ομιλίας.
Στο ποίημα Περιφορά, όπου περιγράφει την περιφορά νεκρού παιδιού, ο ποιητής αποκαλύπτεται διαλυτικά τρυφερός, βλέπει λυπημένο, σιωπηλό, γερμένο ευλαβικά προς το μέρος του νεκρού παιδιού το μικρό σύμπαν που καλύπτει ο χώρος της περιφοράς του, ακόμα και τα σπίτια γέρνουν, ο άνεμος διαβαίνει σαν κλέφτης να πει το τελευταίο αντίο, να δώσει κρυφά τον τελευταίο του ασπασμό. Κι από φόβο η θάλασσα ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κυματάκια της, μην της τα πάρει ο θάνατος.
Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη. Το εικαστικό περιεχόμενο των ποιημάτων του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι πλούσιο. Τις σκληρές εικόνες διαδέχονται ιλαρά ανθρώπινα και φυσικά τοπία μνήμης. Η ανθρωπογεωγραφία του δεν περιορίζεται, φυσικά, στα νοσοκομεία και στις περιφορές νεκρών, αν και ο πυρήνας ετούτης της ποίησής του και οι παράμετροι πάνω στις οποίες κινείται, μπαίνω στη διαδικασία να υποψιάζομαι, πως είναι η αντινομία, η αδικία, το αναπότρεπτο του θανάτου και η τραγική μοίρα του ανθρώπου, o οποίος είναι το μόνο πλάσμα που γνωρίζει, όπως θεωρούμε, ότι πίσω από την πόρτα, στη φόδρα του πανωφοριού του, κάτω από το δέρμα του, υπάρχει τρυπωμένος και καιροφυλακτεί ο Θάνατός του. Ο ταλαίπωρος και άνθρωπος και δη ο ποιητής της ζωής και του θανάτου, γνωρίζει εκ των προτέρων το σίγουρο το τέλος του αιώνιου παιδιού που κουβαλάει μέσα του και που το συντηρεί με τις μνήμες και τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας του Μάγου.
Όμως αυτός ο απολεσθείς παράδεισος, η παιδική ηλικία του Μάγου, ο κόσμος ο αγνός, ο αναμάρτητος κόσμος της παιδικής αθωότητας και οι μνήμες από τη φυσική ζωή στην ύπαιθρο των πρώτων χρόνων, τον παρηγορούν και του παρίστανται στις άβολες ώρες του σωματικού μαρτυρίου και του ψυχικού συγκλονισμού. Ο παλιός εαυτός που ήταν έτοιμος για κάθε θυσία, για κάθε τολμηρή πράξη είναι που θα τον σώσει από το βάρος του πόνου  
Σηκώνοντας τον δικό του και τον ξένο πόνο, ο ποιητής ζητάει τη συμπόνια των άλλων: …λυπηθείτε αυτό τον άνθρωπο/ που τα μάτια του είναι παλαιά πολυβολεία/ και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών. Είναι από τις στιγμές που αισθάνεται πως η φύση όλη συμμερίζεται τον πόνο των πλασμάτων. Και το δικό του πόνο.

Κρυφός κυνηγός
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κέδρος 
54 σελ.
Τιμή € 9,59


Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Vico ultimo alla Sorgente, Floriana Coppola


di Gloria Gaetano

Ci vogliono veramente doti narrative fuori dal comune per scrivere di un fatto di cronaca, non in uno stile di crudo realismo, ma in maniera densa, asciutta, compatta, forte, che dà voce a un silenzio domestico omertoso, ai maltrattamenti subiti nella rassegnazione accettata, di un amore molesto feroce, impietoso del maschio predatore.
 Tutto viene visto e raccontato come vicenda “consueta” in una comunità che rispetta i canoni patriarcali e che si rassegna facilmente a una sopravvivenza abituata alle asprezze, alle paure e all’aggressività maschile.
 E’ questo il tema dell’ultimo romanzo, Vico Ultimo alla Sorgente, edito a Napoli da Homo scrivens di Floriana Coppola, scrittrice, poetessa, collagista napoletana che va a fondo, nell’animo della sua città, di cui conosce il ventre, il buio dei vicoli, le improvvise apparizioni di chiese stupende, di palazzo Filomarino, e di tutto lo splendore oggi un po’ degradato di vie palazzi e chiese.
 Con Anna, la protagonista del romanzo, si corre per Spaccanapoli, con i suoi figli, si corre senza meta, per la città oscura che si aggroviglia in strettoie, bottegucce artigiane, si tenta di fuggire dalle angosce, dalle paure, in cerca di una liberazione che vive nella sua fantasia, disposta a correre ogni rischio.
 Noi la seguiamo nel suo affanno, nei percorsi ignoti, grigi dei vichi, in cui, a volte, appare uno sprazzo di luce, segno di speranze, illusioni miste agli oscuri grovigli dei suoi percorsi istintivi.
 In Vico Ultimo della Sorgente ho ritrovato in Anna tutte le donne che avevo incontrato e incontro spesso, le vittime di un femminicidio lento, silenzioso, feroce, incontrollato.
 Donne che hanno paura; che – quando non supportate da una famiglia presente e disponibile – non sanno dove andare, una volta in fuga dall’inferno; che non vedono alternative di indipendenza
 Anna corre, senza tregua, senza avvertire la stanchezza, quasi soffocata dall’ansia e dal respiro strozzato. Ma ormai il sogno, la speranza la accende, la illumina dentro, le impedisce di fermarsi. Il sogno di liberarsi di una vita soffocante di violenza. Il suo sogno di libertà. Da qualche parte la sua fantasia percepisce uno spazio libero, sia pure al di fuori del mondo. E c’è, esiste: Anna lo sa.
 Anna è dunque vittima di una violenza inaudita, non solo ad opera del marito, ma altresì, dei genitori del medesimo, che alimentano con i propri comportamenti omertosi e minacciosi, il senso di frustrazione della ragazza: prigioniera nella sua casa, schiava dei voleri del suo “compagno di vita” e costretta al silenzio ad ogni attacco, ad ogni abuso.
 In una città come Napoli, la ragazza incontrerà un’assistente sociale che la porterà per mano, guidandola come una madre, fino a condurla presso la residenza di alcune suore, che sapranno aiutarla.
 Prima di trovare un luogo, un piccolo spazio di libertà, di pace, e di realizzare il suo sogno di vivere lontana da quell’uomo che aveva amato e poi si era rivelato il suo carnefice, era stata a lungo in un silenzio ovattato, come se fosse sorda, paralizzata.
 Poi improvvisamente tutto si era illuminato, la sua immaginazione si era come infiammata ed era iniziata la sua folle corsa incendiata da un desiderio incoercibile di fuga.

***
 Corri Anna, fuggi, la porta è aperta, si è spalancata per te. E’ questo il segno del tuo destino. E la tua vita non è qua. Fuggi via dalla morte, salva i tuoi figli.
 La tua mente brucia e di lanci con la mente incendiata per tutti i vicoli senza guardare, senza girarti indietro e il tuo pensiero di fuga diventa canto:

vico primo della quercia
 impara l’odio e il canto sei una sirena
 vico orto del conte vicolo vicolo basso
 amore anche se non hai padre sei uno schianto
 prendi una scala, supera il fosso

vico egiziaca a pizzofalcone
 piglia il volo uccello mosca zanzara tordo e piccione
 che le ali non bastano mai per fare scudo
 tra chi ti vuole male e chi
 nella tua pancia vuole fare un buco
 vico delle fiorentine a chiaia
 vico danzante danzano i tuoi piedi
 fata scalza ragazza senza fante

vico dattero vicolo burlone
 la vita ti ha fatto un brutto scherzo
 ma dio non ti vuole

***

Ma prima di questo misterioso, dapprima vago, poi bruciante, desiderio di fuggire, c’erano stati giorni terribili, in cui si sentiva come morta, finita. Forse desiderava solo la morte. Ed ecco un brano dell’autrice, in cui con parole dense, crude, ma asciutte ed essenziali, parla della vita domestica di Anna.
 “Non aveva ancora deciso cosa fare con Antonio, del suo inferno con lui. Era troppo presto per pensare. Aveva la bocca impastata, un senso di amaro in gola e pochi pensieri sfilacciati, chiusi in una torbida nebbia. Poteva finire solo così, lo sapeva, l’aveva sempre saputo. Si riaddormentò quasi subito sotto l’effetto dei farmaci, e sognò il suo corpo ferito, le braccia rivolte in alto per ripararsi dal coltello e dalle botte feroci che si abbattevano sui fianchi, sulla schiena, sulle gambe. Era vestita da guerriera, come nei film in bianco e nero che aveva guardato da bambina in televisione. La pelle della tunica sfiorava le sue cosce e i calzari la tenevano ben salda sul terriccio del campo assolato. Combatteva a braccia nude. A causa del sole che l’abbagliava, non riusciva a mettere a fuoco il nemico. Era uno solo? Oppure erano in tre ad alternarsi nella lotta? Era esausta ma non doveva fermarsi, altrimenti sarebbe morta sotto i colpi tremendi. Scuoteva la spada nell’aria e con l’altra mano teneva stretto lo scudo. Sentiva il sudore freddo della paura ghiacciarle la schiena. Non doveva fermarsi. Si agitava più che poteva, trattenendo il respiro, ingoiando la polvere.
 Aprì di nuovo gli occhi. Aveva sete e le labbra erano screpolate. Chiese un bicchiere d’acqua ma l’infermiera le spiegò che era ancora presto per bere e che avrebbe potuto solo inumidirle le labbra con una garza. Anna acconsentì e, dopo il sollievo che quel gesto caritatevole le procurò, riprese a dormire. Fluttuò in un nuovo sogno. Era bambina, piangeva silenziosa mentre un giudice grosso come una montagna leggeva la sua condanna. A ogni parola Anna avvertiva una nuova ferita sul suo corpo già straziato. Tremava. Fuori del tribunale, Antonio la stava aspettando furente. Aveva le mani in tasca e l’aria di chi non avrebbe lasciato ad altri il suo territorio. Anche nel sogno Anna sentiva la forza di quell’amore rapace. Lei era l’insetto paralizzato nella sua ragnatela vischiosa.
 Tutto si è preso di me“.
 Ecco, nella prosa compatta e nello stile dalle lievi sinestesie, Anna si sente come un insetto paralizzato nella sua ragnatela vischiosa. Immagine quanto mai precisa e pregnante, che fa avvertire sulla pelle la condizione di Anna prima della folle corsa tra vicoli tortuosi dei suoi pensieri e delle sue ansie, dei desideri e delle tensioni. Corre senza tregua e se cade si rialza, per ripartire di nuovo. Anna non si ferma, e questa è la sua storia. È la storia di una donna e di tante altre vittime come lei, in casa e non solo. Una corsa eterna, sullo sfondo di una Napoli cruda, difficile, sprezzante. Finché nel dolore si aprono spiragli di speranza, illuminati dalla volontà di vivere, dal sostegno di poche amicizie e dalla forza trainante dell’amore per i propri figli. L’amore per il marito è finito, si è trasformato in terrore, mentre prima di sposarsi sembrava il centro della vita di Anna, con mille promesse di gioia e di anni felici insieme.
 Ma il decadere negli inferi di questa storia sentimentale offre uno spunto di riflessione sulla reciprocità della relazione, sulla consapevolezza del legame con l’altro e con il divino: la malattia, la morte e la separazione non sono perdita assoluta di sé e della propria storia, se la sofferenza è condivisa con il gruppo d’appartenenza.
 Lento e inesorabile si sviluppa l’intreccio che diventa drammatico nella seconda parte del romanzo. Nelle ultime pagine più che la conclusione della storia si avverte una spiritualità diffusa e vigile che rimanda ad ulteriori significati, ad ulteriori sentieri.
 Uno stile denso ed essenziale dai forti toni lirici accompagna la narrazione, da cui emerge la profonda esperienza dell’autrice, insegnante, specializzata in analisi transazionale, che da tempo opera nel campo della prevenzione del disagio infantile e giovanile. Attraverso le pagine del libro, Lino, un bambino di sette anni, offre al lettore il suo punto di vista: Lino osserva dal “cortile”, luogo inconsapevolmente educativo, il mondo degli adulti facendo emergere i valori e i comportamenti non sempre esemplari su cui l’animo infantile riflette, cercando di costruire la sua concezione della vita e della morte.
 Il libro di Floriana Coppola si presenta, infatti, come un breve ma intenso romanzo di formazione, dove i personaggi s’interrogano profondamente sui valori morali e spirituali che orientano la loro vita, sulle pulsioni più istintive che la condizionano.
 Ed è da spiegare e analizzare come mai nella magnifica e maestosa città di Napoli, che ha tanti luoghi criptici e segreti, città piena di contraddizioni, di quartieri bui e degradati, di caverne senza fine, di sotterranei catacombali, che costituiscono la seconda città, il suo doppio, il suo inconscio, in cui esiste una continua comunicazione e condivisione con gli altri, siano emerse figure di autrici tra le più grandi di questo secolo.
 Sarà perché Napoli è metafora del sé più nascosto. La città che affonda, profondità del tempo, nella sedimentazione delle epoche, delle dominazioni, dei resti funerari, come i teschi delle Fontanelle (… sarebbe interessante fare un’anamnesi di tutto ciò che racchiude), un’immaterialità verso un mistero originario, in forma criptica e iniziatica, un principio di vita e di morte, un dispositivo magico. Troviamo in questa foresta pietrificata immagini, resti, teschi della città sotterranea e criptica.
 Floriana, dunque, nel solco della scrittura femminile napoletana. Le ho lette, rilette, amate tutte queste grandi scrittrici, straordinarie, complete, animate da una forza della parola e delle visioni fuori da ogni banalità colloquiale e di presunta vivacità.
 Anna Maria Ortese, Elena Ferrante, Elsa Morante, napoletana per il tempo che ha vissuto tra Napoli e la sua Procida, Fabrizia Ramondino, Cilento, Vera d’Atri.
 Perché a Napoli hanno espresso tutta la forza espressiva, la mancanza di retorica, idee nuove, percezioni che altre non hanno.
 Un fervore che brucia gli animi, dà luce a misteriose suggestioni, a immagini forti, a storie che, spesso, ti afferrano alla gola per la loro pregnanza semantica.
 Perché proprio qui hanno trovato quel luogo dei desideri, della conoscenza, della loro formazione espressiva? Nessuna finzione letteraria per queste scrittrici. Tutto è vita vera. Soprattutto i loro romanzi. La vita del resto ha i tempi del romanzo. Fatica e attesa del piacere, accoglienza della dialettica del senso della vita e della morte.
 Ho amato la Ortese, con tutto il suo ricco apparato allegorico: Iguana è un’opera complessa in cui i motivi poetici e fantastici si intrecciano con motivi etici, sociali, storici. L’alterità di questa bambina-rettile, che non ha anima, che è insieme una serva e una reietta in un mondo dominato dagli uomini e dallo spirito di conquista e di separazione, ammonisce sulla “dipendenza negata” del mondo dei suoi oppressori dal suo mondo e dalla sua esistenza. In una parola, Estrellita è la figura della differenza e di ogni suo mancato riconoscimento. Quel che rende Anna Maria Ortese particolarmente significativa per un discorso ecocritico sono i temi che percorrono la sua scrittura: la solidarietà tra le forme di vita, lo strazio per i peccati di un’umanità cieca alla debolezza, la voglia di redenzione della differenza, la considerazione della natura come soggetto e non come terreno di possesso, l’interesse costante per il paesaggio.
 E quanto di simile, nel senso della continuità della conoscenza della città, delle relazioni, delle persone, nella narrativa di Floriana Copppola.
 Come la ricerca della Morante: “A distanza di tanto tempo, adesso io vado tentando di capirei sentimenti che, in quei giorni, cominciavano ad accavallarsi stranamente nel mio cuore; ma tuttora mi trovo incapace di distinguere le loro forme, che si mischiavano in disordine verso di me, e non erano illuminate da nessun pensiero”.
 A Procida ci sono stradine che la percorrono con la sensazione di passaggi segreti, epoi giardini immensi, tutti punteggiati dall’oro dei limoni, e rocce falesie, promontori muschiosi su uno dei quali spiccala mia casa bianca che riflette i bagliori del male invaso di sole e il colore madreperlaceo delle infinite conchiglie. Nelle giornate di sole e piaggia leggera tutta l’isola appare una grande conchiglia, sfocata, piena dei suoi miti, delle sue storie dei suoi fantasmi di sempre. E’ L’isola di Arturo, in cui si svolge il suo cammino dall’infanzia a una strana consapevolezza non adulta, mai matura. Si avverte l’energia del sentire, inquieta e tormentata che si agita, si tormenta si alimenta di tutto il fervore della prosa incendiaria della Morante, della leggendaria materia dominata con estrema lucidità dalla scrittrice. Arturo non approda alla maturità, non giungerà mai a crescere. Non è un romanzo di formazione, ma, a volte di inquietante comunione con il mare e le rocce e gli arbusti. E ci sembra di lasciarlo lì il ragazzo isolano, trasformato nel mitico Colapesce, che nuota scende negli abissi, metà uomo e metà pesce, come nella leggenda tramandata in canzone.
 Si può dire per Floriana quel che disse Mario Stefanile di Matilde Serao?
 “Matilde Serao coincide con il ritratto della città, il ritratto segreto e commosso, trepidante e acceso, vibrante e straziato di una città che esprime la sua grandezza non già attraverso l’opulenza ed il sorriso, ma con la miseria ed il pianto” .
 Come non riconoscere nello stile di Floriana Coppola lo stesso pathos, la ricerca affannosa e inconscia che scivola sotto il reale, il fervore di corse affannate alla ricerca di una libertà, di un riscatto, cui la civiltà, il mondo moderno, non ha saputo offrire soluzioni?
 I punti di contatto, nonostante l’attualità del tema, tra le grandi scrittrici napoletane o quasi napoletane, esistono nel sentire profondo, nella passione, a volte magmatica, quasi archetipica, controllata da una vigile lucidità e da una riflessione che si pone in forme più nuove, più variegate, più inesorabili.

"Ροζάριο" Άννα Αχμάτοβα - Εκδόσεις Φίλντισι


Το Ροζάριο αποτελεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή της κορυφαίας Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα. Δημοσιευμένο προτού ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, την Άνοιξη του 1914, το Ροζάριο αποτελεί αντικείμενο λατρείας. Όπως μαρτυρά ο τίτλος αυτής της συλλογής, πρόκειται για ένα ιερό σκοινί με χάντρες που φτιάχνεται για σιωπηρές ασκήσεις προσευχής. Παραπέμποντας λοιπόν, στη θρησκευτική θεματική, η Αχμάτοβα χρησιμοποιεί τον τίτλο για να κάνει ένα παιχνίδι γύρω από την έννοια της θρησκευτικότητας.

Της Πωλίνας Γουρδέα

Η συλλογή αυτή αποτελεί μία καταβύθιση στο μυστήριο του έρωτα, με ποιήματα που ενέχουν μέσα τους ορθόδοξες θρησκευτικές εικόνες και λέξεις, με αποτέλεσμα να υμνείται στην ουσία του ο γήινος έρωτας με τα ύψη και τα βάθη του. Βασικότερο χαρακτηριστικό της συλλογής αυτής είναι η ποιητική έκφραση που έχει ως βάση της την ανθρωπιά στο λόγο, στις λέξεις και στις καταστάσεις που πραγματεύεται.

“Τι να μου κάνει του θανάτου το μαράζι!/ Αν μείνεις μαζί μου λίγο ακόμη/ Συγχώρεση από το Θεό θα ικετεύσω/ Για σένα κι όλους όσους αγαπάς”. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Φίλντισι/Samizdat, Αθήνα 2012, σελ. 81)

Το Ροζάριο ήταν η συλλογή εκείνη που έκανε την Άννα Αχμάτοβα διάσημη στη Ρωσία και που μέχρι σήμερα, ανήκει στους θησαυρούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Έχοντας λοιπόν, ο μεταφραστής Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, μια μεγάλη μορφή της παγκόσμιας ποίησης στα χέρια του, κατόρθωσε να μας χαρίσει μία μετάφραση ζωντανή και απολαυστική, χωρίς να χάνει ίχνος από το ποιητικό στίγμα μιας σπουδαίας  δημιουργού όπως ήταν η Άννα Αχμάτοβα.

“Αραιά και πού τη σιωπή διακόπτει/ Του πελαργού η φωνή που κάθεται στη στέγη/ Κι αν την πόρτα μου χτυπήσεις/ Νομίζω πως δεν θ’ ακούσω καν”.  (ό.π., σελ. 59)

Η σοβαρότητα, οι πηγές, η σαφήνεια στη διατύπωση και πάνω από όλα, η απλότητα του στίχου, συνδυάζονται με τη βαθιά γνώση της λογοτεχνικής παράδοσης της Ρωσίας και εναποθέτουν στα χέρια μας μια ποιητική συλλογή που αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, από μόνη της, έναν λόγο ύπαρξης της τέχνης της μετάφρασης. Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης είναι η εξαίρεση του κανόνα, που στο σύμπαν των μεταφραστών, κατορθώνει να μένει μακριά από την μιζέρια της οικονομικής πραγματικότητας, από τις εμπορικές συναλλαγές και τις διπλωματκές σχέσεις της επικοινωνίας εν γένει. Έτσι, μας χαρίζει μια έκδοση, της φημισμένης αυτής ποιητικής συλλογής, που δεν στερείται τίποτα από τον μνημειώδη της χαρακτήρα και δεν χάνει τίποτα από τη συγκίνηση που προκαλεί στο πρώτο της ανάγνωσμα.

“Δε μ’ αγαπάς, δε θες να με κοιτάξεις,/ Ω, πόσο όμορφος είσαι, καταραμένε!/ Να πετάξω πια δεν μπορώ,/ Εγώ που από μικρή φτερά δικά μου είχα./ Τα μάτια στην ομίχλη καρφωμένα/ Συγχέονται πρόσωπα και πράγματα/ Και μόνο μια κόκκινη τουλίπα,/ Στο πέτο σου ξεχωρίζει”.   (ό.π., Σύγχυση, σελ. 15)

Ο μόχθος της μετάφρασης, ιδίως της ποίησης, είναι μια επίπονη και ελάχιστα επικερδής ενασχόληση. Όμως, το υπέροχο ύφος της Άννας Αχμάτοβα και η άφθαρτη γλώσσα της αποτελούν μία πρόκληση άνευ προηγουμένου. Μία τέτοιου είδους ενασχόληση απαιτεί μια ποιητική και γενναία ψυχή. Ίσως αυτά να είναι τα σημαντικότερα προτερήματα ενός αξιόλογου μεταφραστή, όπως αποδεικνύεται να είναι ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης. Ο τρόπος που αποδίδεται η εσωτερική ισορροπία και η διαλεκτική της Αχμάτοβα, σε συνδυασμό με τον πόνο και την αντίσταση σ’αυτόν, η παραίτηση αλλά και η υπεράσπιση του εαυτού, που κρύβονται σχεδόν σε κάθε στίχο, μας κάνουν να μη θέλουμε ν’αφήσουμε το Ροζάριο από τα χέρια μας. Στη δύσκολη και αξιέπαινη τέχνη της μετάφρασης, ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης είναι πρόθυμος να μας συστήσει το μέγεθος μιας τέτοιας ποιήτριας. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό, διαβάζοντας με προσοχή και ευλάβεια, όπως απαιτεί η εναχόληση με το Ροζάριο, τους μοναδικούς στίχους της ανεπανάληπτης Άννας Αχμάτοβα.

“Και η καρδιά ξέρει μέσα στην πίκρα,/ Πως είναι εγγύς, εγγύς ειν’ ο καιρός,/ Όπου όλα πια θα τα μετρά/ Με το λευκό μου γοβάκι”.  (ό.π., σελ. 25)



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Κράτα μου το χέρι, Δημήτρης Μαμαλούκας, εκδόσεις Ψυχογιός



Με τον ενδιαφέροντα τίτλο Κράτα μου το χέρι βγαίνει στο λαβύρινθο της βιβλιαγοράς το νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, εραστή της noir λογοτεχνίας. Κατά ευτυχή συγκυρία, ο τίτλος εύκολα μας μεταφέρει στο Χόλιγουντ του 1953, όταν ο Τόνι Μπένετ τραγουδούσε το πολύ ωραίο τραγούδι
Take my hand, I am a stranger in Paradise,
all lost in a wonderland... That's a danger in Paradise.
Η διαφορά ανάμεσα στον κόσμο του τραγουδιού και στο μυθιστόρημα είναι ένας παράδεισος και μια κόλαση, χαοτική και ανάλογη. Το Χόλιγουντ βαριά βιομηχανία δημιουργίας παραδείσου, αλλά και κόλασης. Ο Μαμαλούκας πιστεύω πως αντλεί από το δεύτερο σκέλος. Ο κόσμος του συγκεκριμένου βιβλίου, όπως και ο κόσμος στο έργο του Κοπέλα που σε λένε Φίνι, είναι η κόλαση, αγαπημένο θέμα του. Αν θυμηθούμε και τη σαδιστική απόλαυση με την οποία παρακολουθήσαμε τις περιπέτειες της ηρωίδας, δεν θα εκπλαγούμε καθόλου με ό,τι συμβαίνει κι εδώ. Αντιθέτως, το αναμένουμε.
Θα έπρεπε ίσως να ενημερώσουμε τον αναγνώστη, προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως, όπως συνηθιζόταν παλιά, πως πάσα ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις της πραγματικότητας είναι εντελώς τυχαία. Άλλωστε, και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι εξωπραγματικά, δημιουργήματα μιας φαντασίας που απολαμβάνει νοσηρά τη φρίκη. Ο κόσμος σαν ένας λαβύρινθος, αλά Μαμαλούκα, ως βούληση και ως παράσταση, αλά Σοπενάουερ, ο τρόμος ως απόλαυση, αλά αναγνώστη.
Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον όρο «λαβύρινθος». Όλη η κατάσταση είναι λαβυρινθώδης. Και οι λαβύρινθοι στους οποίους συνειρμικά, εκόντες άκοντες, μας οδηγεί το έργο είναι πολλοί, αρχής γενομένης από τον αρχαίο με τον Μινώταυρο, στον άλλο στην Αριάγνη του Στρατή Τσίρκα, στις απέραντες βιβλιοθήκες του Χόρχε Λούις Μπόρχες, στο «Οικοδόμημα», στο Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, στον άλλο στη Δίκη του Κάφκα, όπου περιπλανήθηκε ο πολίτης Κ., στους ανάλογους στον Αιώνα των λαβυρίνθων της Ρέας Γαλανάκη, στοΣφαιριστήριον λαβυρίνθου του Αντώνη Σανουδάκη, και τόσους άλλους. Όλοι οι λογοτέχνες με λόγο, ύφος, γνώση της ιστορίας και λογοτεχνική χάρη, με αλληγορία πάντα, μας βάζουν και μας βγάζουν στους λαβυρίνθους τους, στο μύθο και στην ιστορία, χωρίς να χάνουν τον μίτο.
Στο λαβύρινθο του Μαμαλούκα, τον μίτο και το ρόλο της Αριάδνης φαίνεται πως αναλαμβάνει ο εχθρικός, αντιπαθητικός, επιθετικός, αυταρχικός και ύποπτος θυρωρός, ο οποίος θα μπορούσε να παραβληθεί και με τον Χάροντα. Είναι λαβύρινθος «αναμνήσεων και εφιαλτών», πώς αλλιώς άλλωστε. Όλα, συνεπώς, σκούρα και άχαρα. Οι καιρικές συνθήκες, κακοκαιρία, αέρας, κρύο, χιόνι. Η πόλη, μουντή, «χαλασμένα παράθυρα», «πεθαμένα χρώματα», «γερασμένα κτίρια». Το μπαρ, η πολυκατοικία, το νοσοκομείο, όλα είναι γκρίζα, απάνθρωπα, αφιλόξενα και ανατριχιαστικά. Ο ήρωας και όλοι εκείνοι με τους οποίους θα έρθει σε επαφή μοιάζουν με φιγούρες που το έσκασαν από ένα σκοτεινό υπόγειο, πρόσωπα εχθρικά, ύποπτα, περίεργα, ασαφή, χωρίς όνομα και χαρακτηριστικά. Ο ήρωας μάλιστα, λόγω ιδιαζουσών συνθηκών, μένει μέσα την ημέρα και βγαίνει έξω τη νύχτα, η οποία «αφαιρεί τα χρώματα» από τα πράγματα, σαν να πηγαίνει να βρει το διάολό του, προσπαθώντας να φύγει μακριά από κάτι «που τον κυνηγούσε». Η διάθεση κακή, αγχωτική.
Συγκεκριμένα, στα έγκατα μιας πολυκατοικίας και πίσω από έναν κινηματογράφο, με τον εκκωφαντικό του θόρυβο και όλα της ψυχικής αποσταθεροποίησης τα σχετικά, το διαμέρισμα, που νοικιάζει για να γράψει το βιβλίο του, μια παγώνει και μια ζεματάει, σαν κόλαση αληθινή. Η είσοδος σκοτεινή, αθέατη σχεδόν, παράπλευρη και βρόμικη, μοιάζει με κάθοδο στον Άδη. Αλλά και όλοι οι άλλοι χώροι σαν μικρογραφίες κόλασης περιγράφονται. Σκοτεινοί κι αδιέξοδοι διάδρομοι, καμένες λάμπες ή που φωτίζουν ελάχιστα, αόρατοι παρακολουθητές, άνθρωποι σαν σκιές, ύποπτος θυρωρός, σαν τον κουφό τον Χάρο. Κάπου μια ταβέρνα φαντάζει ανθρωπινή, σαν δείγμα «παραδείσου», ο σκύλος όμως που ορμάει και του σκίζει το παντελόνι, σαν Κέρβερος τον εκδιώκει.
«Λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν», λέει ο Γιώργος Σεφέρης («Μέρες τ’ Απρίλη ’43»).
Έχουμε, άραγε, έναν Ορφέα ή έναν Οδυσσέα στον Άδη; Ο ήρωας επανέρχεται υπαινικτικά σε μια παλιά ζωή, σαν να έχει πεθάνει και βρίσκεται στον άλλο κόσμο, όπου θα ολοκληρώσει το βιβλίο του. Αλληγορία; Ο δημιουργός πρέπει να κατεβεί στην κόλαση για να γράψει;
Γλώσσα απλή, φράση κοφτή, απόλυτα σαφής αλλά κατάλληλα διατυπωμένη για να καλλιεργεί την ασάφεια και να ενσπείρει το φόβο και τον τρόμο, που είναι αόρατος, αν και πανταχού παρών. Λεπτομερής η περιγραφή των προσώπων, χωρίς να αποδίδονται αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, επαναλαμβάνω, αλλά και των κινήσεων, ζουμ σε όλα, σαν τον ντετέκτιβ που δεν αφήνει καμιά λεπτομέρεια αναξιοποίητη, για να προκαλέσει τον τρόμο. Μάλιστα, θα λέγαμε πως τα πλάνα είναι στημένα σαν επεισόδια παλιάς αστυνομικής ταινίας: το μπαρ και ο μπάρμαν, ο μυστηριώδης θυρωρός, ο ήρωας και το μυστικό του, η κοπέλα στο δρόμο σαν πεθαμένη και το μισό τσιγάρο της που «ήταν χωμένο ανάμεσα στα χείλη». Αυτή η κοπέλα, για κάποιον λόγο, μου θυμίζει την ηρωίδα στην ταινία Ο θυρωρός της νύχτας (σκην. Λιλιάνα Καβάνι, 1974), στην τελευταία σκηνή. Οι περιγραφές λοιπόν θυμίζουν παλιό καλό, noir κινηματογράφο, ενώ οι διαφημίσεις, επανερχόμενες (με πλάγια γράμματα), φαίνεται πως υποστηρίζουν τον «χαρούμενο»: Ζήσε τώρα, Κράτα μου το χέρι, Σφίξε μου το χέρι, Όλα προχωράνε, όλα συνεχίζουν, αλλά και το ανάποδο: Οι αρρώστιες δε φεύγουν, δε φεύγουν ποτέ. Είναι εκεί, επιμένουν. Οι αρρώστιες έχουν υπομονή κι επιμονή. Επιμένουν και στο τέλος νικάνε. Πώς λειτουργούν οι φράσεις αυτές στον ψεύτικο κόσμο της διαφήμισης; Σαν νησίδες διάσωσης; Προειδοποίησης; Μας προτείνουν τη ζωή; Και γιατί ο συγγραφέας φέρνει στο φως τους αυτόχειρες λογοτέχνες, Σεργκέι Γεσένιν, Πρίμο Λέβι, Τσέζαρε Παβέζε, που δεν βρήκαν τον μίτο για να βγουν από τα αδιέξοδά τους; Την ανατρέπει; Τι, εντέλει, θέλει να πει ο Μαμαλούκας με την αλληγορία του; Πως ο κόσμος μας δεν έχει ελπίδα; Πως το παρελθόν δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στο μέλλον; Πως οι δυνάμεις του κακού είναι μεγαλύτερες και κυρίαρχες; Πως οι άνθρωποι-θύματα εθισμένοι στη συμφορά τους αγωνίζονται για να την διατηρήσουν; Ότι το αφύσικο και το ψεύτικο κατακλύζουν εκκωφαντικά τη ζωή μας, όπως ο θόρυβος του κινηματογράφου και τα ωραία μηνύματα των διαφημίσεων;
Για τους εραστές των θρίλερ το βιβλίο είναι απόλαυση και, επειδή περί ορέξεως ουδείς λόγος, εδώ «λαμπρά ταιριάζουν όλα» που λέει και ο Καβάφης («Εν Δήμω της Μικράς Ασίας»), καθώς και η προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη:
«Φοβηθείτε αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου» (Μαρία Νεφέλη, «Λόγος περί κάλλους»).