Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, «Κλειστή Πόρτα», εκδόσεις Πόλις


Παρουσίαση
Ο Χριστόφορος δεν μπορεί να αντισταθεί στο κουδούνισμα του τηλεφώνου και στο γεμάτο ποτήρι. Η Δόμνα αποποιείται το παρελθόν. Η Έλλη συνομιλεί με τη μάνα της. Ο Παρασκευάς μυρίζει τον ιδρώτα στο μπλε πουκάμισο του άλλου. Η Μάγια δίνει κρέας ψητοπωλείου στα σκυλιά. Ο Κώστας ερωτεύεται την όμορφη. Ο ζωγράφος δεν θα προδώσει ποτέ τη γυναίκα του τελάρου. Η γριά γκρεμίζει τον τοίχο της φυλακής της. Η Σμαράγδα βλέπει επιτέλους το ψυγείο της γεμάτο. Ο πατέρας της αφήνει πάντα το φως της λάμπας αναμμένο. Η δασκάλα στηρίζεται στα γέρικα πόδια της και πάει.

Έντεκα διηγήματα για τους ανθρώπους του διπλανού σύμπαντος. Για τις ζωές της ανωνυμίας που διασταυρώνονται μεταξύ τους, που επηρεάζουν η μία την άλλη χωρίς να συναντηθούν ποτέ. Έντεκα διηγήματα για το πραγματικό κάτω από την πραγματικότητα. Έντεκα ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι η ιστορία του καθενός.

Παρουσίαση της Βένας Γεωργακοπούλου στη Lifo 

Η τελευταία συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου εκπλήσσει ευχάριστα μες τη μεστή απλότητά της.
Το έχει αυτό το καλό ο Νίκος Γκιώνης των εκδόσεων Πόλις. Διευκολύνει την ψευδαίσθησή μας ότι παρακολουθούμε, κουτσά-στραβά, το ληξιαρχείο γεννήσεων της ελληνικής λογοτεχνίας και ελάχιστα από τα προικισμένα νεογέννητα μάς ξεφεύγουν. Σχεδόν κάθε χρόνο μάς προσφέρει τουλάχιστον έναν-μία νέο-α συγγραφέα που αξίζει. Στους Κάλλια Παπαδάκη, Σταυρούλα Σκαλίδη και Χρήστο Οικονόμου των αμέσως προηγούμενων χρόνων πρόσθεσε φέτος τη Βασιλική Πέτσα (για την οποία έγινε δικαίως ντόρος) αλλά και την Ευγενία Μπογιάνου, που θα ‘λεγα ότι δεν την πρόσεξαν όσο της αξίζει.

ΕΜΕΝΑ ΑΥΤΗ ΚΥΡΙΩΣ με εντυπωσίασε, διότι δεν δήλωνε «εδώ το καινούργιο, το προχωρημένο, το σοφό, το άγριο, το αιρετικό, το ψαγμένο, το βαθυστόχαστο» βιβλίο. Η συλλογή διηγημάτων της Κλειστή Πόρτα από τις πρώτες σελίδες της σε εκπλήσσει με την απλότητα του ύφους. Λες, μπα, κι εγώ μπορώ να γράψω έτσι. Αμ, δε. Οι σύντομες, καθόλου πρωτότυπες φράσεις της, που δεν φοβούνται να επαναληφθούν, είναι ό,τι χρειάζονται τα πρόσωπά της για να αποκτήσουν μέγεθος, παρουσία, πειθώ, να μας σύρουν στον κόσμο και τις περιπέτειές τους, να μας επιβληθούν. Και κάτι ακόμα: η Μπογιάνου δεν ηθικολογεί, δεν κρυφοπολιτικολογεί - κι ας είναι Αριστερή. Γι’ αυτό και οι ιστορίες της -κάποιες από αυτές καθόλου άσχετες με την κρίση, κι ας γράφτηκαν δυο χρόνια πριν- μπορούν να αγγίξουν τον καθένα σε μια Ελλάδα διχασμένη κι έτοιμη να βρει παντού εχθρούς, να ρίξει και κάνα γιαούρτι.
Η ψηλόλιγνη νέα γυναίκα που έχω απέναντί μου έχει μια ωριμότητα και μια ηρεμία που δεν λείπουν ακόμα και από τα πιο ακραία διηγήματά της. «Φαίνονται έτσι λιτά, αλλά είναι δουλεμένα κείμενα. Δεν είναι απλό πράγμα η λιτότητα, δύσκολα κατακτιέται. Μακάρι να τα έχω καταφέρει. Έχω μια εύκολη πρώτη γραφή, αλλά μετά δουλεύω πολύ πάνω στη γλώσσα. Μου αρέσει να υπάρχουν στη λογοτεχνία σαφήνεια και ξεκάθαρη πρόθεση. Ακόμα και ως άνθρωπος, τα πολλά στολίδια τα αποφεύγω», λέει.

Η 44 ΧΡΟΝΗ ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Πριν οκτώ χρόνια, το πρωτόλειό της, πάλι διηγήματα, πέρασε «απαρατήρητο», όπως παραδέχεται (Το Μυστικό, εκδόσεις Ροές). «Έχω εξασκηθεί στην απόρριψη. Ειδικά όταν γράφεις διηγήματα, πρέπει να έχεις πολύ γερές αντοχές», λέει. Περίεργο, εφόσον όλο και περισσότερα διηγήματα, ελληνικά και ξένα, με πιάνω να απολαμβάνω. Το ίδιο ισχύει και για την Ευγενία, που αυτή την εποχή ζει ανάμεσα στις τρεις συλλογές του Ρέιμοντ Κάρβερ που έβγαλε το Μεταίχμιο.

Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑ είναι η φωτογραφία. Όταν κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα το 1987, φωτογραφία σπούδασε, στούντιο διαφημιστικής φωτογραφίας είχε επί χρόνια. Μέχρι που η κρίση χτύπησε τον χώρο αλλά και η λογοτεχνία σήκωσε απαιτητική κεφάλι. «Πάντα έγραφα περιστασιακά, ημερολόγιο, πράγματα σκόρπια από δω και από ‘κει. Αλλά δεν παίρνεις εύκολα την απόφαση να γράψεις πιο σοβαρά και ίσως να εκδώσεις», εξηγεί η Ευγενία. «Όσο πιο πολύ διάβαζα κι έμπαινα στη λογοτεχνία, τόσο περισσότερο ήθελα να κάνω κι εγώ κάτι».

ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ η ερώτηση αν η πρώτη τέχνη της επηρέασε τη δεύτερη. Διστάζει λίγο, αλλά «ναι», απαντά, «πολλές φορές έχω μια εικόνα στο μυαλό μου και θέλω να τη διηγηθώ με λέξεις, να τη φωτίσω με έναν άλλο τρόπο». Κάποιο παράδειγμα από το βιβλίο; «Μια γυναίκα μέσα σε ένα σουβλατζίδικο, καλοκαίρι, ιδρωμένη από την κορφή μέχρι τα νύχια, να κόβει και να τυλίγει γύρο...», λέει. Είναι η Μάγια από την Τιφλίδα, που έχει βαφτίσει ένα διήγημα. Τα πρόσωπα, όμως, της Μπογιάνου κυκλοφορούν ελεύθερα από ιστορία σε ιστορία, τόσο που κάποιοι διάβασαν το βιβλίο και σαν μυθιστόρημα.
Η ίδια διαφωνεί. «Αυτή η σκυταλοδρομία χαρακτήρων δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Όταν, όμως, ολοκλήρωσα την πρώτη ιστορία, του άρρωστου πατέρα που θα ‘θελε να έχει -και δεν έχει- δίπλα του την κόρη του, σκέφτηκα να δω και τη δική της πλευρά. Κι αυτό το παιχνίδι μου άρεσε, να πιάνω πρόσωπα κάπως περιθωριακά σε ένα διήγημα και να λέω και τις δικές τους ιστορίες. Αλλά δεν είχα στο μυαλό μου μυθιστόρημα, διηγήματα ήθελα να γράψω και διηγήματα έγραψα».

ΟΛΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΕΣ, σκοτεινές. Όταν διάβασε τα διηγήματα η 16χρονη κόρη της, «πολλά χρέη, ρε μαμά...», της είπε. «Τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή, ρίξε μια ματιά γύρω σου να δεις τι γίνεται», ήταν η απάντηση της Ευγενίας. «Ζω την κρίση στο πετσί μου, βλέπω γύρω μου δυστυχία, αγωνία και κοινωνική κατάθλιψη. Οι κυβερνήσεις δεν μου εμπνέουν πια καμιά εμπιστοσύνη, οι ίδιοι που δημιούργησαν το χρέος καλούνται να δώσουν λύση. Πείτε το ουτοπικό, πείτε το αφέλεια, αλλά ελπίζω σε μια ενωμένη Αριστερά που, σ’ αυτές τις ακραίες καταστάσεις, θα κάνει την υπέρβαση και θα ξεπεράσει τις διαφορές της».

ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΥΓΗ και παρηγοριά η τέχνη. Και μεγάλη της «τύχη», όπως λέει, τα παιδιά της. Εκτός από τη δύσκολη 16χρονη, τη διεκδικούν ακόμα ένας γιος, που δίνει Πανελλήνιες, και μια τετράχρονη μικρούλα από τον δεύτερο γάμο της με τον ποιητή και δημοσιογράφο Κώστα Καναβούρη. Ξυπνάει στις 6:30 το πρωί για να γράψει. «Συνέχεια με κυνηγάει ο χρόνος», λέει. «Νομίζω ότι, αν είχα περισσότερο, θα μπορούσα να κάνω όχι πιο πολλά, αλλά πιο σοβαρά πράγματα».


Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Vicolo del Precipizio, Remo Bassini, edizioni Perdisa Pop



Cortona è una cittadina toscana di origine etrusca di straordinario fascino e incantevole bellezza per i turisti che spesso ne rimangono talmente attratti che decidono di andarci ad abitare o trovano casa nelle sue vicinanze (a Camucia, ad esempio, come era accaduto al compianto Guido Almansi giunto al suo secondo matrimonio e alla prima figlia). Questo avviene spesso per i turisti, in particolar modo per quelli di origine anglosassone. Non è certo la stessa cosa per i suoi abitanti “indigeni” e autoctoni che, invece, la tentazione di fuggirne la provano spesso e volentieri.
In Che sarà, una canzone scritta da Franco Migliacci e composta da Jimmy Fontana nel 1971 perché fosse presentata al Festival di Sanremo di quell’anno, poi portata a un successo imperituro da José Feliciano nel corso del tempo, infatti, si può sentir cantare esplicitamente:

«Paese mio che stai sulla collina / Disteso come un vecchio addormentato; / La noia
l’abbandono il niente / Son la tua malattia / Paese mio ti lascio / io vado via // Che sarà / che sarà / che sarà / Che sarà della mia vita / chi lo sa! // So far tutto o forse niente / da domani si vedrà / E sarà quel che sarà»
Il paese “che sta sulla collina disteso come un vecchio addormentato” è proprio Cortona, patria di santi e di asceti, luogo di devozione e di arte (l’Annunciazione del Beato Angelico si trova là,), di mitico cibo campagnolo (soprattutto olio d’oliva), di pace e di raccoglimento. Sarà vero? Il protagonista di questo testo narrativo di Remo Bassini, Tiziano, ex-scrittore in proprio ed ora ghostwriter di vasta fama per conto di un importante agente letterario torinese, non è propriamente d’accordo. Per lui e per lungo tempo, Cortona è stato un “bastardo posto” (per citare il titolo di un precedente e pregevole romanzo dello stesso autore ispirato nel titolo a una nota canzone di Francesco Guccini). Dopo aver studiato a Firenze (dove ha ricevuto la prima quanto più forte e micidiale scottatura nel campo dell’amore) e non aver completato gli studi in Lettere moderne, Tiziano ha scritto una raccolta di racconti paesani, I racconti della vecchia osteria (titolo molto maupassiantiano), che ha avuto un buon successo di pubblico (quindicimila copie vendute) e di critica. La lettura del manoscritto lo ha fatto notare a un agente letterario tra i più importanti in Italia che lo ha fatto trasferire a Torino dove si è servito di lui per “risuolare” o “rattoppare” o riscrivere talvolta in modo radicale opere di scrittori famosi in crisi (spesso perenne) di ispirazione. In cambio di buone somme di danaro, s’intende. Ma scrivere al posto degli altri gli ha impedito di concentrarsi sulle opere proprie e dopo il buon esordio di giovinezza Tiziano non ha pubblicato più nulla.
Se sente il bisogno ora in un luglio assolato ma non torrido in cui molti nodi sembrano venire al pettine. Il rapporto con il padre Felice, da lui accusato di aver tradito la madre con una vedova, la signora Gloria del cui frantoio era l’amministratore-contabile e di avergli preferito il figlio di lei, Mariano, additandoglielo continuamente come esempio. Il ragazzo del quale era stato il miglior compagno di scuola e di giochi sarebbe diventato una sorta di suo chiodo fisso fino a desiderarne la morte e a litigare aspramente venendo alle mani con lui in una stradina, vicolo del Precipizio, centrale nella toponomastica della vecchia Cortona. Il rimorso per aver lasciato marcire il rapporto sentimentale con Cristina, una dolce ragazza epilettica conosciuta a Torino con la quale aveva trascorso un periodo di nove mesi un po’ noiosi e che lo aveva stancato troppo presto. Il desiderio feroce e mai attenuato di Magda, terza figlia del suo professore di tesi, che lo aveva tradito dopo che lui l’aveva lasciato travolto da impeti incontenibili di gelosia furiosa (ma spesso motivata).
Tiziano è un composto instabile di rimorsi e di impuntature, pieno di aspirazioni insoddisfatte e di slanci spesso nobili ma incerti, ossessionato dal passato paesano di cui vorrebbe liberarsi e che non riesce a superare. Per questo motivo, anche la possibile relazione con la penalista Alice, dolce dirimpettaia del quarto piano reduce da un doloroso divorzio, non decolla: troppo poca fiducia in sé da parte dello ”scrittore fantasma”, troppa aggressiva dolcezza da parte sua.
Ma, a parte le vicende interiori dello scrittore che vuole finalmente fare chiarezza su se stesso trasformandole in un testo dall’andamento vagamente narrativo, ci sono le storie della campagna toscana a farla da padrone nel corpo del testo. Storie tristi e finite male come quella di Tito, seduttore della giovane Andreina che lo denuncia per violenza carnale in quanto ancora minorenne e che si suiciderà per la vergogna; quella della stessa Andreina che sposerà un muratore manesco e geloso in maniera patologica, Vasco Cengetti, che finirà con lo strangolarla dopo aver simulato una scena adulterina con il fratello minore, sorta di remake fiorentino della vicenda di Paolo e Francesca; quella dello iettatore Lucarone che porta sfortuna a tutti quelli che incontra così come era accaduto alla sua mamma, vedova di ben tre mariti…
Tiziano non scrive più da tempo, eppure continua a mantenere accesa in sé la fiamma della scrittura. Crede davvero in quello che le ha detto una volta una sua amica psicologa torinese e tifosa della Juventus (lui, invece, resta tifoso – nonostante tutto – della “sua” Fiorentina):
«”Uno scrittore deve vivere come se scrivesse anche quando non scrive”, gli ha detto, e nemmeno troppo tempo fa, una sua amica psicologa, conosciuta in un bar durante una discussione calcistica. Si erano sfottuti, non poteva che finire così tra un tifoso della Fiorentina e una della Juventus. “Anche se hai smesso di scrivere, le pagine della tua vita trattale bene”, gli ha ripetuto la psicologa appassionata di calcio» (p. 18).
Ma, ovviamente, tutto questo è più facile a dirsi che a farsi. Tiziano scrive ma non vive e quando vive non riesce a scrivere – i conti con la sua esistenza passata non riesce a farli se non scrivendo per darsi ragione degli errori che ha commesso nella speranza di non commetterne più.
La sua infanzia felice all’ombra della mamma e della sua madrina Mimma, la donna cui è rimasto attaccato più a lungo di tutte le figure femminili della sua esistenza, l’amore per il cinema, la solitudine ricercata e anche un po’ coccolata, la capacità di ricreare letterariamente gli episodi ascoltati nel corso di lunghe serate trascorse con gli amici in osteria o in giro per le campagne cortonesi, tutto questo si trasforma nella materia di quello che dovrebbe diventare il suo secondo libro – Vicolo del Precipizio, per l’appunto. Ma il libro, dopo una lunga serie di appassionate sedute di scrittura, si ferma e Tiziano torna a Cortona, dal padre avvilito e dalla madre malata di Alzheimer. Non è chiaro il perché. Forse perché la scrittura ha raggiunto il suo scopo che era quello di produrre la necessaria catarsi ricercata proprio attraverso il suo precipitare sulla pagine e diventare parola, verità (sia pure putativa). Perché la Verità è ciò che Tiziano cerca da sempre senza trovarla mai se non nell’oblio in cui ha voluto avvolgere la sua esistenza passata. Di lui, Lucetta, la segretaria dell’agenzia letteraria per cui lo scrittore lavora ormai da tempo e che quasi sicuramente è innamorata di lui, dirà quasi giunti alla conclusione della storia:
.
«Però deve fare molta attenzione a lui, il grande capo è stato chiaro con lei: “Tiziano è un grande ghostwriter, il migliore che lavora per me, a volte cambia talmente il connotato di un libro che alla fin fine poi quel libro è più suo che dell’autore, lui, in ogni caso, non rivendicherà mai nulla, perché per Tiziano il successo è una cosa cretina. Però bisogna fare attenzione a lui…” Le ha infatti spiegato che “Tiziano, come collaboratore, è pericolosissimo, un po’ perché s’innamora di libri che commercialmente non valgono un cazzo, e quindi non vuole mettersi in testa che i migliori autori sono quelli che danno agli editori e alla gente ciò che la gente e gli editori vogliono, e un po’ perché parla troppo» (p. 183).
Tiziano rivela cioè un po’ troppi segreti di bottega e ciò ne fa una sorta di mina vagante. Rinunciando a finire di scrivere il “suo” libro, rompe con le regole del gioco in cui pure è molto bravo e rientra nel silenzio, in attesa – forse – di tempi migliori.
Bassini compone in Vicolo del Precipizio un affresco vivido e fresco della vita di provincia, racconta storie possibili e “scellerate” con gusto e con passione, cerca di evitare il rischio della nostalgia e di un autobiografismo troppo stringente con risultati sovente felici e soprattutto non si nega alla gioia di narrare.
E’ merito non da poco.

Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία, Shahriar Mandanipour, Εκδόσεις Πατάκη


Της Βίκυς Βασιλάτου-Σαρρή

Ο πολυβραβευμένος Ιρανός συγγραφέας, Shariar Mandanipour, μας διηγείται μια ερωτική ιστορία με πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό.
Το μυθιστόρημά του, που διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, αλλά που ποτέ δεν πέφτει σε τέλμα και διατηρεί μια αμεσότητα και μια -καλώς εννοούμενη- ελαφρότητα, καθηλώνει τόσο με την ιδιαιτερότητά του όσο και με την πρόσκλησή του σ’ ένα αξιόλογο λογοτεχνικό γαϊτανάκι.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, συνειδητοποίησα ότι -τελικά- το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του βιβλίου δεν είναι η ιστορία αγάπης αυτή καθ’ αυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να την εξιστορήσει. Κύριος στόχος του μυθιστορήματος είναι ο ήρωας-συγγραφέας, Σαχριάρ, να υποδείξει τα ποικίλα προβλήματα που προκύπτουν και αντιμετωπίζει με μεγάλο σθένος ένας ιρανός συγγραφέας για να ξεφύγει από το ευνουχιστικό βλέμμα της λογοκρισίας του Υπουργείου Πολιτισμού.
Με άλλα λόγια, μας περιγράφει μια εμπόλεμη πνευματική κατάσταση που παίρνει σάρκα και οστά στο χαρτί χάρη στις ευδιάκριτες, τυπογραφικές εναλλαγές που γίνονται στο κείμενο: με σκούρους χαρακτήρες ανακαλύπτουμε την ιστορία αγάπης μεταξύ της Σάρας και του Ντάρα· τα σημεία που υποπτεύεται ο Σαχριάρ ότι δεν θα περάσουν από τα αυστηρά κριτήρια της λογοκρισίας είναι διαγεγραμμένα, ενώ με νορμάλ χαρακτήρες, διαβάζουμε τις παρατηρήσεις και σκέψεις του, το πώς θα επιθυμούσε να διηγηθεί κάποια γεγονότα και αισθήματα, και τους διαλόγους του με τον λογοκριτή, Πορφύρη Πετρόβιτς (που δεν είναι παρά μια ξεκάθαρη αναφορά στον σατανικό ανακριτή της υπόθεσης Ρασκόλνικοβ στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο οποίος και στην προκειμένη περίπτωση αντιπροσωπεύει τον νόμο και το κράτος).
Μέσα στις 525 σελίδες του μυθιστορήματός του, βασικό μέλημα του Mandanipour είναι να καταπιαστεί με τη λογοκρισία και να καταφέρει ν’ αποδείξει την τρέλα ενός συστήματος που θαρρείς και αγνοεί απολύτως τη δύναμη της φαντασίας του αναγνώστη. Δια στόματος του Σαχριάρ, ο συγγραφέας κάνει μια ενδιαφέρουσα και αρκετά ειρωνική κριτική της ιρανικής λογοκρισίας, ενώ παράλληλα αποτίνει φόρο τιμής στους Πέρσες ποιητές και στους συγγραφείς που πρέπει ν’ αποδείξουν τη λογοτεχνική τους δεξιοτεχνία ανατρέχοντας στους θησαυρούς της φαντασίας τους και στα κρυφά μονοπάτια του μυαλού τους ώστε να υπονοήσουν με μεγάλη μαεστρία τον ερωτισμό, χωρίς να ανατρέξουν σε απαγορευμένο ή διεγερτικό λεξιλόγιο παρά μόνο σε ποιητικές φόρμες που έχουν ως πηγή έμπνευσης τη φύση, τα φρούτα και τα λουλούδια.


Το Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία, που από τη μία φλερτάρει με την πραγματικότητα και από την άλλη με τη φαντασία, είναι η απτή απόδειξη ότι τίποτα δεν μπορεί να βάλει φραγμούς στη δημιουργικότητα των συγγραφέων, τη φαντασία των αναγνωστών, τον πόθο των ερωτευμένων και τη δίψα για ελευθερία.
Αυτό το μυθιστόρημα, με έκανε να ονειρευτώ. Να σκεφτώ. Να γελάσω. Να ταξιδέψω και να μάθω έναν άλλον, διαφορετικό πολιτισμό. Να γνωρίσω μια χώρα που ζει στην καταπίεση, γεύεται τη Λογοτεχνία και την Τέχνη με παρωπίδες, βιώνει την καθημερινή βαναυσότητα σε όλα τις τα επίπεδα. Βιώνει εν ολίγοις τον παραλογισμό ενός απολυταρχικού καθεστώτος, ενός καθεστώτος που έρχεται σε ρήξη με τη Δύση και σε απόλυτη δυσαρμονία με την εποχή μας. Το Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία διηγείται μια ιστορία που όχι μόνο με μάγεψε με τη ανατολίτικη ομορφιά της, αλλά που μου έδωσε τροφή για να θέλω ν’ ανακαλύψω και να προσπαθήσω να κατανοήσω ακόμα περισσότερο την ιρανική κουλτούρα.

Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία
Shahriar Mandanipour
Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου,
Sara
Khalili
Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012
Τιμή: € 7,00, σελ. 525




Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Winterreise. La traversata occidentale, di Manuel Cohen


Nota al testo poetico Winterreise. La traversata occidentale, di Manuel Cohen edizioni CFR, vincitore del Premio Nazionale di Poesia Franco Fortini.

di Rosa Salvia





Dopo quello che si è sofferto dal Novecento in poi nel nostro mondo occidentale non c’è quasi più nulla da soffrire. Questa riflessione mi è venuta spontanea leggendo il poemetto in ottave decisamente fedele alla rima e all’endecasillabo WINTERREISE La traversata occidentale, di Manuel Cohen, il quale guida noialtri lettori a prendere coscienza fino in fondo, per poi liberarcene, delle storture dolorose legate al tramonto dell’Occidente, così come il filo di Arianna guida Teseo ad uscire dal labirinto.
Cohen è capace di stare a ridosso delle cose; è affidabile, sicuro, affabilmente interlocutorio, e difficilmente contestabile. Da una vocazione di tale natura deriva l’ampiezza e la varietà del suo viaggio poetico che si lega alla vis profetica di Pasolini con uno sguardo amaro, pungente, talora sornione oppure altamente indignato come nella terza sezione del testo. Il poeta si sforza sempre di procedere da dentro, in un sano quanto efficace empirismo eretico.
Recentemente ho letto un bel saggio di Andrea Cortellessa La poesia che si fa, imperniato sulla poetica di Giovanni Raboni, ma con una lettura ampia e rigorosa del Novecento poetico italiano dal 1959 al 2004. Cortellessa parla di orecchio interno che può appartenere soltanto, fra i critici ( e Cohen è raffinato critico), a chi conosca appunto dall’interno le logiche, non spontanee, non creaturali, ma tecniche ed empiriche, materiali della creazione artistica. Cohen sa bene che la grande nemica della poesia e di qualsiasi discorso sulla poesia è l’astrattezza. E così insiste sulla sua consistenza oggettuale, di organismo vivente, di entità tangibile che è sempre e soltanto se stessa. E anche il suo stile, le sue scelte linguistiche vanno nel senso della concretezza, che consente una sicura efficacia comunicativa. Al contempo, e qui bisogna porre attenzione alla natura multiforme della sua poesia, i versi asciutti, concisi, sono pur densi di allusioni e di accenti lirici. A tal proposito ne cito alcuni: deserta, vuota notte / l’attesa che consuma / chi beve, a prua, chi fuma / deriva dalle rotte / di sensi, si frantuma / a un vento di novità / la vela, calamità / che cresce, soffia spuma.
Il poeta trasmette emozioni ancora vive, ancora sanguinanti come se riesca a risalire una corrente invisibile, a far ruotare la freccia del tempo, per conciliare la geometria dell’oggetto che non può più mutare, col sottosuolo della nostra coscienza: nulla accade – nulla in questa sera / occidentale nelle piazze esternata / detta sotto i portici – differita / svelata tra sorrisi – a dito indicata / o accanto vista passare – umiliata / nel dire – fuggire, come chi s’accomiata / dagli sguardi nella distanza del tramvai / che – se la notte cade – corre verso il mare.
Ancora, ciò che mi ha altresì coinvolto di questa raccolta è la sottile pacata ironia che pervade molte pagine, vero e proprio gioco dell’intelligenza per citare le Cosmicomiche di Italo Calvino. A mio avviso anche il poeta, come lo scrittore, dovrebbe esser capace di sorridere e di far sorridere. Calvino ne era convinto, ma in poesia è impresa assai ardua. Cohen ci prova e, a mio parere, spesso ci riesce:c’è già qualche baricco della poesia / che tiene corsi di pratica del verso / abicì metrica rima prosodia / c’è, sì, qualche neoricco – non s’offenda / non è il caso – che insegna come fare / presto e bene a scrivere e pubblicare / e sono tanti poi, li vedi, li senti / a citazioni – a saccheggini – intenti.
Concludendo, il poemetto di Manuel Cohen è una coraggiosa, limpida testimonianza contro una realtà piatta, banalizzata, priva di profondità e sostanzialmente insensata, è una incisiva risposta a un mondo la cui violenza, in tutte le sue forme, ha determinato l’avvento di stereotipati e cinici comportamenti di massa nonché, ahinoi, lo scempio delle nostre istituzioni politiche.



«Εγκώμιο της απραξίας», του Φρανσουά Ζυλλιέν, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης


Ο Ευρωπαίος άνθρωπος της πράξης λέει: για να είμαι αποτελεσματικός, πρέπει να θέσω έναν ξεκάθαρο στόχο και να αναζητήσω τα μέσα που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίησή του με τον πιο άμεσο τρόπο. Στην κινεζική σκέψη – όπως την παρουσιάζει ο Φρανσουά Ζυλλιέν, ένας από τους διαπρεπέστερους σινολόγους της εποχής μας – η αποτελεσματικότητα νοείται διαφορετικά. Το νέο του βιβλίο «Εγκώμιο της Απραξίας» κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.




Ο Κινέζος στρατηγός δεν θέτει στόχους ούτε καταστρώνει σχέδια. Αυτό που κάνει είναι να προσπαθεί να ανιχνεύσει και να εκμεταλλευτεί την εσωτερική δυναμική της
κατάστασης· να συντονιστεί με τη φυσική πορεία των πραγμάτων, ώστε να κάνει τις
συνθήκες να δουλέψουν για λογαριασμό του.
 
Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, τότε δρα κανείς με αληθινή αποτελεσματικότητα, όταν απλώς υποβοηθά αυτό που θα συμβεί ούτως ή άλλως. Όταν το αποτέλεσμα της δράσης του προκύπτει αβίαστα, ανεπαίσθητα, σαν από μόνο του.
 
Γιατί το μέγιστο κατόρθωμα είναι να ενεργήσεις έτσι ώστε να φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να καταφέρει αυτό που εσύ πέτυχες. Χωρίς αντίσταση, χωρίς κίνδυνο, χωρίς κόπο.

O συγγραφέας

Ο François Jullien (1951) σπούδασε φιλοσοφία στην École Normale Superieur του
Παρισιού και σινολογία στα πανεπιστήμια του Πεκίνου και της Σαγκάης. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Paris VII-Denis Diderot. Με το έργο του, και χάρη στη διπλή ιδιότητα του φιλόσοφου και του σινολόγου, επιχειρεί τη συστηματική αντιπαραβολή ευρωπαϊκής και κινεζικής σκέψης. Μέχρι σήμερα, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.

Σημαντικότερα έργα του: Procès ou création (1989)· La propension des choses (1992)· Figures de l'immanence (1993)· Fonder la morale (1995)· Traité de l'efficacité
(1997)· L'ombre au tableau (2004). Στα ελληνικά κυκλοφορεί το Από την Ελλάδα στην Κίνα (Εξάντας 2002).

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – «Προοπτικές»

Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης εγκαινιάζουν τη νέα τους εκδοτική σειρά,
με τίτλο «Προοπτικές», προτείνοντας καταξιωμένα, ευσύνοπτα και προσιτά
βιβλία, για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη, πάνω σε θέματα που –έμμεσα ή άμεσα–
κυριαρχούν στις συζητήσεις, τόσο τις δημόσιες όσο και τις ιδιωτικές.

πηγή: http://tvxs.gr