Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

8½ (Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα) - Βασίλης Βασιλικός, εκδόσεις Παπαζήση

            του Γιώργου Βότση
Υπάρχει ένα ερώτημα, που σίγουρα δεν έχει απασχολήσει τους πολλούς. Γιατί η λαϊκή αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία μας, και γενικότερα για την τέχνη, αν και πέρασε από τότε μισός περίπου αιώνας;
Στις μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις, τα «εξόριστα κείμενα» του Βασίλη Βασιλικού, που παρουσιάζονται σε δύο πολυσέλιδους τόμους υπό τον συμβολικό τίτλο , αποτελούν χρήσιμη κοινωνικά προσφορά των Εκδόσεων Παπαζήση: στον ιστορικό του μέλλοντος, στους εραστές της ιστορικής αλήθειας, της νέας, κυρίως, γενιάς και ευρύτερα στη συλλογική ιστορική συνείδηση. Καθότι αυτά τα έργα στην πρώτη και εξόχως πρωτότυπη έκδοσή τους εκείνα τα χρόνια, με εκδότη τον ίδιο το συγγραφέα, υπό τον τίτλο  και τότε, με διάσπαρτα τα λιγοστά αντίτυπα, κινδύνευαν να χαθούν και θα ’ταν απώλεια.
Έτσι όπως η χούντα μάς έκανε κοσμοπολίτες, το ’φερε η μοίρα να βοηθήσω τον έκτοτε φίλο μου Β.Β. να εκδώσει στη διετία 1969-1970 τις ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές του, που δεν περιλαμβάνονται ατόφιες στους τωρινούς δύο τόμους με «τις πρόζες, τις μυθοπλασίες, τα ντοκουμέντα» κατά τον υπότιτλο. Σταχυολογώντας, πάντα, και μάλιστα το ίδιο εξαίρετο ποίημα στις δυο παραλλαγές του, από τη συλλογή λάκα-σούλι, που προβάλλεται στα οπισθόφυλλα των δυο τόμων.
Διαβάζω του δεύτερου τόμου:
Όλα θα ξεχαστούν. Μια μέρα
αγκαλιασμένοι θα βρεθούμε
οι απόδημοι κ’ οι εδώδιμοι,
οι αντιστασιασθέντες κ’ οι νεκρόφιλοι.
Θα πούμε: «Ό γέγονε, γέγονε·
ο νεκρός κείται στον πάνω όροφο».
Κ’ εσύ, πτωματολόγος εξ επαγγέλματος,
θα σκύψεις ξανά πάνω στα εξόριστα
κείμενα, ξανά αγνοώντας
την απόδημη οδύνη
για την ενδημική συμφορά.
Μετακινούμενος τότε από το Παρίσι στη Ρώμη και τούμπαλιν, ο Β.Β. στην εναγώνια αναζήτηση εκδοτικού μηχανισμού έφθασε κι ως το τυπογραφείο της ελληνοκυπριακής εφημερίδας Το Βήμα, στις φτωχογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, όπου εργαζόμουν περιστασιακά για την επιβίωση. Καθισμένοι δυο μεσημέρια σε μια παμπ, κάναμε μαζί τις τελικές διορθώσεις στα τυπογραφικά δοκίμια και επιλέξαμε τα στοιχεία για τους τίτλους και το χρώμα του χαρτονιού για τα εξώφυλλα.
Τόσος, λοιπόν, μόχθος, χρόνος και έξοδα για να τυπωθούν τα βιβλιαράκια των εκδόσεων , που κυκλοφορούσαν συνηθέστατα χέρι με χέρι.
Ο διευθυντής του Βήματος Γιώργος Πεύκος, που καμάρωνε ότι ήταν στέλεχος, όχι του ΑΚΕΛ, με την ευρύτατη επιρροή στην Κύπρο, αλλά του Βρετανικού Κ.Κ., που σε ολομέλεια χωρούσε σ’ ένα γήπεδο, είχε επιφυλάξεις: «Δεν καταλαβαίνω, κουμπάρε, τι σόι αντίσταση υπηρετεί αυτός ο Βασιλικός και γιατί θεωρείται αριστερός, αφού πουθενά δε μιλάει για το κόμμα-οδηγητή, που θα ξεσήκωνε το λαό».
«Κουμπάρε» με προσφωνούσε, γιατί δεν άξιζα προφανώς το «σύντροφε», παρά τις διώξεις, την «παρανομία» στην Αθήνα και τις ερήμην καταδίκες, αφού ούτε εγώ ανήκα στο Κόμμα.
Δεν ήταν μόνο που δεν πρόβαλλε το Κόμμα ο Βασίλης. Στα κείμενά του αποκαλύπτεται και επικίνδυνος αιρετικός, καθότι ανένταχτος κομματικά και επίμονα αντιδογματικός στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Δεν έχανε ευκαιρία να μιλάει για την Πράγα του 1968 και τη Βουδαπέστη του 1956, για τα δεινά των αντιφρονούντων ανάμεσα στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες και για τις προκλητικά φιλικές σχέσεις με το χουντικό καθεστώς των κρατών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Με ευαίσθητες κεραίες για όσα συγκλόνιζαν τότε την ανθρωπότητα –σε πρώτο πλάνο, το ανεπανάληπτο έπος του Βιετνάμ και η ένοπλη αντίσταση στα πρότυπα του Τσε Γκεβάρα, στις στυγνές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής– ο Β.Β. μόνος απρόσβλητος και από την πλημμυρίδα του μαοϊσμού, που χρωμάτισε έντονα τον Γαλλικό Μάη του ’68 και ατόνησε από τα αδιέξοδα της εξέγερσης κι αναχαιτίστηκε από την παλινόρθωση του γαλλικού αυταρχισμού.
Αεικίνητος στην Ευρώπη ο Β.Β., στα κείμενά του δεν φανατίζεται και δεν θεωρητικολογεί. Αφουγκράζεται, παρατηρεί, φωτογραφίζει και καταγράφει με εκπληκτική διεισδυτικότητα και αμεροληψία, προσωποποιημένη και πολυπρόσωπη τη μίζερη μοίρα της ελληνικής εμιγκράτσιας – διευρυμένης, ώστε μαζί με τους αυτοεξόριστους της δικτατορίας να περιλάβει και τους μετανάστες μας στην Πράγα και στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στις σκανδιναβικές χώρες, και τους πολιτικούς πρόσφυγες που αναζήτησαν καταφύγιο στη Δύση.
Ακαταπόνητος και επιμελής χρονικογράφος, ο Β.Β. αναδεικνύεται έτσι στον κορυφαίο ρεπόρτερ της εμιγκράτσιας. Παρότι τα γεγονότα συχνά είναι αλλοιωμένα και τα πρόσωπα με ψευδώνυμα. Ο ιστορικός θα δυσκολευτεί ίσως να αναγνωρίσει τον Φιλίνη πίσω από τον Ζήση και την αφεντιά μου σαν Γλαύκο, αλλά όχι και να δει τον Μίκη Θεοδωράκη σαν Ρωμανό το Μελωδό, τη Μαρία Φαραντούρη σαν ψάλτρια και το μαραγκό της Καισαριανής Αντώνη Καλογιάννη σαν πρώτο μπουζούκι.
Το ιδεολογικό στίγμα του Β.Β. στην τότε χαοτική πανσπερμία της Αριστεράς –όπου όσο μακρύτερα από την Ελλάδα, τόσο πιο αδιάλλακτος επαναστάτης, χωρίς επίγνωση ότι όσο αριστερά κι αν βρίσκεσαι, πάντα θα υπάρχει κάποιος αριστερότερα– δεν είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στα κείμενά του. Με τις επιλογές, πρωτίστως, των ντοκουμέντων: το μεγαλείο του Αλέκου Παναγούλη, μέσα από το πορτρέτο του συντρόφου του Νίκου Ζαμπέλη, και ένα μεγάλο τμήμα από το δοκίμιο του Ρεζίς Ντεμπρέ Μαθαίνοντας από τους Τουπαμάρος. «Δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο να μεταφέρω ολόκληρο το βιβλίο, γιατί θεωρούσα επείγον να υπάρξει η πεμπτουσία του», γράφει ο Βασιλικός, αποκαλύπτοντας την ενδόμυχη ελπίδα του να βρουν και στην Ελλάδα μιμητές οι Τουπαμάρος, για τους οποίους η επαναστατική διαδικασία δεν είναι φλυαρία και ηρωικές εξάρσεις, αλλά ταυτίζεται με την καθημερινότητα και γίνεται τρόπος και σκοπός ζωής. Αλλά και με την προβολή της ανοικτής πάλης στα προδρομικά πολιτικά θρίλερ του (κυριαρχούν τώρα στη λογοτεχνική αγορά) με τους τίτλους Το ψαροντούφεκο και Δολοκτονία.
Η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, γιατί η αντίσταση επί χούντας δεν ενέπνευσε τη λογοτεχνία, αναδύεται γλαφυρά και πειστικά από τη θλίψη που διαχέεται στα «εξόριστα» κείμενα του Β.Β. Διότι, παρά τις μυριάδες των διαδηλωτών στις μεταδικτατορικές επετείους του Πολυτεχνείου, παρά τις Νομικές και τα Πολυτεχνεία, παρά τα πλήθη στις κηδείες του «Γέρου» και του Σεφέρη, παρά τις χιλιάδες των βασανισμένων, των φυλακισμένων και των εξορίστων, παρά τις σποραδικές έστω βόμβες και τον ηρωισμό των ομάδων της ένοπλης πάλης, παρά τον μεγάλο Αλέκο Παναγούλη και παρά τις αντιστασιακές οργανώσεις όλου του φάσματος, μαζική αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε. Και πολύ περισσότερο αντίσταση «παλλαϊκή» και «πανεθνική», όπως τη θέλησε η μυθοπλασία της κομματικής προπαγάνδας.
Ποιος ξέρει, λέει και ενδεχομένως θα ’λεγε και στο σημερινό μας χάλι, ο διανοούμενος του προλεταριάτου και ο προλετάριος της διανόησης, όπως τον θέλει ο Β.Β, ποιος ξέρει, αν έχει γεράσει το κύτταρο της φυλής μας και γι’ αυτό ο λαός μας δεν ξεσηκώνεται.



Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1968-1970
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
421 σελ.
Τιμή € 19,17

Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1971-1973
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
447 σελ.
Τιμή € 19,17


πηγή: http://www.diastixo.gr

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Madreferro di Laura Liberale edizioni perdisapop




Ho letto molte cose carine e anche belle, ultimamente, oltre ad altre meno interessanti che non ho recensito, ma Madreferro va nella categoria “letteratura” più di ogni altra. Un romanzo a flusso in cui desideravo imbattermi da tempo, una prosa raffinata e pregna, necessaria, potente di lessico e frasi, senza mai affettazione. Letteratura, appunto. Che scava. E si fa leggere lentamente, quasi una pagina alla volta, come un ruminare di parole e soprattutto un colpire di aggettivi compiuti, compienti. Come bere finalmente senza essersi accorti di quanta sete si aveva, come un bel film dopo ore di televisione.
Non succedono grandi fatti in questa storia: una scrittrice torna nella sua cittadina di origine dopo qualche anno di assenza e ritrova un filo di congiunzione tra tutti i segni della sua infanzia che aveva subìto senza capire, dando finalmente nome e consapevolezza al trasudo violento e cattivo che respira da quei luoghi. La sopraffazione sull’innocenza, il sacrificio per la perpetuazione di un potere malvagio, una cospirazione marcia di paese, la caccia alle streghe, mai quelle cattive. E nel Perturbante con tinte di Fantastico questo brevissimo lavoro coglie appieno la sensazione dell’heimlich freudiano e il familiare respinge, strugge, pare ingiusto. Un’atmosfera opprimente dove il candore pare destinato a soccombere, e il bene può sopravvivere solo se si allontana da lì, dalla cancrena omertosa. E nella consapevolezza di questo, la protagonista ricostruisce il suo passato con coraggio, combaciando a se stessa, abbracciando la propria madre. Bella prova di una scrittrice vera, Laura Liberale.



Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Pronta in bilico - Natalia Paci, edizioni Sigismundus




Storia di tragicomiche precarietà

Nota di Anna Elisa De Gregorio su Pronta in bilico di Natalia Paci, edizioni Sigismundus 2012.

Una faccia di clown divisa in due da un trucco sapiente (di parole): una mezza bocca rivolta all’insù ride da un lato, dall’altro una lacrima scende sulla gota. Ecco come riassumere in un’immagine vagamente romantica la “leggerezza che pesa” di Natalia Paci: entriamo in un mondo di inusuali filastrocche, limerickcalembours,nonsense, che ci costringono a pensare, fra una rima e l’altra, fra un’assonanza e l’altra, fra un sorriso e l’altro, al disagio del vivere, ai problemi del nostro tempo. È infatti una giovane figlia del nostro tempo l’autrice (alla sua prima prova) di questo snello volume di poesie dal titolo significativo Pronta in bilico, che ben ne anticipa il percorso. Scrive giustamente Renata Morresi nella divertita prefazione, scritta in perfetto sin-patos con lo stile dell’autrice: ‹‹La disarmante semplicità di Pronta in bilico porta il linguaggio della comunicazione alle sue conseguenze estreme: lo tira fino all’osso, fino al contrario di se stesso››.
Poiché poesia è esperienza, quasi tutti i componimenti esprimono l’assoluta precarietà (filo conduttore del libro) che, oggi più che mai, circonda e ammala tutti e nella quale tutti ci riconosciamo, pur se “raccontata” in prima persona. In particolare nella prima sezione, di certo la più significativa, Commentario precario, dove Natalia Paci, forte (o, meglio, debole) del suo lavoro di avvocato e delle sue conoscenze in campo legislativo, con una costante “cifra” ironica e un po’ amara, narra le disavventure di questa attività mescolata ad un “quotidiano” altrettanto precario, sia con i suoi versi, sia con epigrafi esplicative, tratte direttamente da articoli di leggi vigenti: ‹‹Ho perso la licenza/ poetica. Un licenziamento in regola/ d’arte: impugnabile entro/ sessanta giorni dalla perdita/ dell’ispirazione.// Chiederò il risarcimento/ del danno/ un equo compenso/ per le figure fatte/ (retoriche ovviamente)./ Un’indennità in versi:/ tutte le strofe perse/ da quel giorno/ all’effettiva reintegra/ in me stessa/ con un minimo/ di cinque enjambement.// Certo, dovrò ricominciare/ da zero/ dalla pagina bianca./ la poesia è dura/ ma non stanca››. Questo componimento, riportato per intero ad esclusione dell’esergo (che è parte dell’articolo diciotto dello Statuto dei lavoratori), è esemplare della scrittura di Paci e delle sue capacità di manovrare parole per esprimere sentimenti: qui possiamo leggere, oltre alla fatica del districarsi nel mondo inquinato del lavoro, una dichiarazione d’amore per la scrittura in un alternarsi di doppi sensi fra il linguaggio burocratico e quello poetico, fra amarezza e sorriso, ribellione e ironia. Questo giocare, solo apparentemente lieve e con il garbo, che sempre lo accompagna, si fa apprezzare sempre di più andando avanti nella lettura delle altre sezioni. In Acrobazie domestiche sono nascoste le poesie più belle “tra il cuore e la mente” e, fra queste, la poesia che dà il titolo al libro: ‹‹…Su un filo di luce/ non perdo di vista/ il mio punto di vista/ impronta di riferimento/ impressa sempre dentro/ pronta in bilico/ sulla punta della lingua.//Funambula inesperta/ sonnambula incerta/ incontro ostacoli di percorso/ in agguato lungo il mio dorso/ costola dopo vertebra/ nelle vene dentro il ventre/ sulla strada – non asfaltata -/ tra il cuore e la mente››
L’ultima sezione (“un po’ a sorpresa, ma ben compresa”, si potrebbe dire, con una rima da contagio nello stile di Natalia Paci) è composta di Haiku (poesie per cinque dita), dove l’autrice mostra il suo lato meno difeso, meno costruito, dove il cuore ha la meglio sulla mente, perché, al fondo, l’ironia fa parte della timidezza e ne è buona maschera: ‹‹Sono sola ora/ ho vissuto in un giorno/ ogni inverno››.
In armonia con lo spirito del libro e con l’uso continuo dell’ understatement è il disegno di copertina (una ragazza con la testa staccata dal corpo e rovesciata all’ingiù) in tratti lievi, ironici, un po’ infantili, adatti ad un moderno cartoon, di Cristina Maria Ferrara, che firma anche i disegni a suggello finale del libro, dove si ripetono studi di mani che trattengono una matita o coprono un volto. Quasi una firma a due, perché con le mani si fa poesia (poiein), si disegna e si nascondono i segreti dello sguardo “speciale” dell’artista.

ΜεταΠοίηση - Διηγήματα, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Εκδόσεις Κέδρος




Ένα σύμπαν αποτελούμενο από δώδεκα διηγήματα που αποτυπώνουν την επιλογή πορείας προς την αναζήτηση της ετερότητας στην περιοχή του ανείπωτου, συνθέτει με το νέο του βιβλίο ΜεταΠοίηση (Εκδόσεις Κέδρος 2012), ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Ιστορίες που κρύβουν τον νόστο για μία πατρίδα ουτοπική, καταγραφές αναμνήσεων με χαρακτήρα άλλοτε εξομολογητικό κι άλλοτε συναρπαστικό, ήρωες που οι όροι «Άλλος» ή «Άλλοι» προσπαθούν να προσδιορίσουν τηνδιαφορετικότητα του δικού μας Άλλου στον ορίζοντα της ύπαρξής μας, δίνοντας νόημα και επιβεβαιώνοντας τη συνάρτησή μας μαζί τους.

 Της Πωλίνας Γουρδέα

 «Έρχεται και γεμίζει ένα κενό η κάθε νέα ζωή. Κι αν είσαι πλήρης, πρέπει να το δημιουργήσει για να ριζώσει τα νύχια της και να στεριώσει καλά».
Δημοσθένης Παπαμάρκος, ΜεταΠοίηση, Ρίψασπις, σελ.29

 Γεννημένος στη Μελεσσίνα Λοκρίδας το 1983. το Δημοσθένης Παπαμάρκος, που αυτή την εποχή κάνει το διδακτορικό του στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία στο Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης παρουσιάζει στα δώδεκα διηγήματα της συλλογής, σύγχρονες ιστορίες με εμφανή ωστόσο τη σφραγίδα της ιστορικότητας στο βάθος του χρόνου. Κάποιοι από τους τίτλους είχαι ενδεικτικοί: “Σαρκώζα”, “Γκρίχου”, “Σποδός”, “Καΐνα”, “Ρίψασπις” κ.α.λειτουργούν ως σημεία αναφοράς και ως πρόκληση για τη μνήμη του αναγνώστη και χαρίζουν στο βιβλίο μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα την κρίσιμη αυτή περίοδο για τη χώρα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου έτυχε της εξαιρετικής τιμής να παρουσιαστεί στα τέλη Μαίου από το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών της Οξφόρδης.
 Ο τίτλος ΜεταΠοίηση κάτω από την επιφάνεια όψη του, που σημαίνει αλλαγή της μορφής ή της σύνθεσης κάποιου πράγματος με σκοπό να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, υποδηλώνει την υπόγεια εξύμνηση του μύθου που κρύβεται μέσα σε κάθε κείμενο με έντονο το στοιχείο της ποιητικότητας. Η ποίηση είναι αυτό που έρχεται μετά, αυτό που ακολουθεί το πλέγμα των γεγονότων και γεμίζει το κενό της ερμηνείας με ζωή.
 Αναζητώντας την οικειότητα
 Μέσα από τα κείμενα του Παπαμάρκου μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τον διάλογο γύρω από την επερώτηση για την ξενότητα ή καλύτερα τις ρίζες της φιλοσοφίας του Άλλου. Η συνάντηση με το αλλότριο στοιχείο τονίζει τη σχέση μεταξύ του Εγώ και του Άλλου, ενός Άλλου που δεν ψάχνει κατανόηση ή συγχώρεση παρά μονάχα οικειότητα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ήρωες του μιλούν στο πρώτο ενικό. Και φυσικά, πρόκειται για οικειότητα που σχετίζεται με όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούμε ξένα μέσα μας και κατ‘ επέκτασηγύρω μας.
 Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος είναι άμεση και εμπλουτισμένη με λέξεις ανθρώπων που αναπολούν και νοσταλγούν τη σχέση με το έτερο στοιχείο. Μια σχέση που αποτελεί, μέσα από τα κείμενα της ΜεταΠοίησης, συνάντηση μοναδικής σημασίας, μιας και που αυτή συνιστά το αντίθετο του αδιάφορου τρόπου με τον οποίο αναφέρονται συνήθως στον Άλλον. Το βιβλίο αυτό είναι μια υπενθύμιση της σημασίας που έχει για τον άνθρωπο η επίγνωση της βαθύτερης γνώσης που προκύπτει από μία τέτοιου είδους συνάντηση με το “συγγενικό” μας Άλλο. Ταξιδεύοντας λοιπόν, ανάμεσα στις σελίδες τηςΜεταΠοίησης ο αναγνώστης θα βρει μία πατρίδα όπου ο αδελφός - ξένος θα δείχνει πάντα τον δρόμο της πιο οικείας πατρίδας, της ετερότητας.
«Εμένα οι δικοί μου είχανε όλοι σκοτωθεί.
Εμένα δικός μου ήταν ο Νίκος. Ετούτοι όλοι ήτανε ξένοι».
Δημοσθένης Παπαμάρκος, ΜεταΠοίηση, Ferrum, σελ.81

 ΒΙΟ
 Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε στη Μαλεσσίνα Λοκρίδας το 1983. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα “Η αδελφότητα του πυριτίου”, εκδ. Αρμός 1998 & “Ο τέταρτος ιππότης”, εκδ. Κέδρος 2001 και τη συλλογή διηγημάτων “ΜεταΠοίηση”, εκδ. Κέδρος 2012.
Για το πρώτο του μυθιστόρημα του απονεμήθηκε το βραβείο Νεανικός Ικαρομένιππος.
Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και διαμένει.

 INFO
ΜεταΠοίηση, Διηγήματα
 Δημοσθένης Παπαμάρκος
 Εκδόσεις Κέδρος 2012
 Σελ. 120, Τιμή € 10

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

''Τζόζεφ Άντον'' ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ, Εκδόσεις Ψυχογιός




Σε μια εποχή που η παγκόσμια κοινότητα έχει προβληματιστεί από τις έντονες ακόμη και βίαιες διαμαρτυρίες των μουσουλμάνων για την πολυσυζητημένη σατιρική ταινία για τον Μωάμεθ, με διαδηλώσεις ακόμη και στην Αθήνα, ο ιρανικής καταγωγής Βρετανός συγγραφέας Σαλμάν Ρούσντι λύνει τη σιωπή του. Με το νέο του βιβλίο που έχει τίτλο Τζόζεφ Άντον και κυκλοφόρησε παγκοσμίως, -στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός- ο διακεκριμένος συγγραφέας για πρώτη φορά αναφέρεται στην οδυνηρή περίοδο της ζωής του, που αναγκάστηκε να ζήσει με άλλη ταυτότητα, για να προστατευθεί από τους φανατικούς μουσουλμάνους διώκτες του. Μια εμπειρία που ο ίδιος έζησε πολύ νωρίς, εν έτει 1989 και με αφορμή το διάσημο βιβλίο του “Σατανικοί Στίχοι” (1988).

 Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

 Ο Σαλμάν Rούσντι που έχει τιμηθεί με σημαντικότατα διεθνή βραβεία όπως το Booker των Booker και το The Best of the Booker ενώ οι The Times τον έχουν συμπεριλάβει στον κατάλογο με τους 50 σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945 μέχρι σήμερα, δίνοντάς του τη δέκατη τρίτη θέση, είχε αρνηθεί πολλές φορές στο παρελθόν να μιλήσει γι αυτή την τρομερή προσωπική του περιπέτεια , επικαλούμενος συγκινησιακούς λόγους. Που, εδώ που τα λέμε, μάλλον δεν θα ήταν και οι μοναδικοί… Τώρα όμως το βιβλίο του κάνει το γύρο του κόσμου και όπως σχολιάζουν οι ξένοι κριτικοί, η πραγματική αυτή ιστορία υπερβαίνει κατά πολύ οποιοδήποτε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ως γνωστό, η ζωή ξεπερνά τη λογοτεχνία…

 Τα γεγονότα εκείνης της περίοδου και ο σάλος που είχε δημιουργηθεί στο μουσουλμανικό κόσμο με αφορμή του βιβλίο, θυμίζουν σε υπερβολικό βαθμό τις πρόσφατες αντιδράσεις για την ταινία. Θα έλεγε μάλιστα κανείς, πως κυριολεκτικά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μόνο που εκείνη τη φορά στο επίκεντρο όλης της οργής βρισκόταν ένας και μοναδικός άνθρωπος, ο Σαλμάν Ρούσντι.

 Σατανικοί στίχοι: Ένας συγγραφέας σε επικήρυξη

 Στις 14 Φεβρουαρίου του 1989, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, ο Σαλμάν Ρούσντι δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιον δημοσιογράφο του BBC ο οποίος του ανακοίνωσε ότι είχε «καταδικαστεί σε θάνατο» από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί. Τότε άκουσε για πρώτη φορά τη λέξη φετφά. Στο ραδιοσταθμό της Τεχεράνης ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Χομεϊνί είχε αποκαλέσει το βιβλίο “βλάσφημο για το Ισλάμ” και ζήτησε την καταδίκη του Σαλμάν Ρούσντι σε θάνατο. Ο διάσημος συγγραφέας ήταν επικηρυγμένος. Σύμφωνα με τη φετφά, οποιοσπδήποτε μουσουλμάνος συναντούσε τον Ρούσντι μπορούσε να τον εκτελέσει. Για τη θανάτωσή του μάλιστα προσφερόταν και …αμοιβή!

 Η ιστορία επαναλαμβάνεται….

Στο επόμενο διάστημα βίαια επεισόδια ξέσπασαν έξω από βιβλιοπωλεία που είχαν το βιβλίο “Σατανικοί Στίχοι” , κάποια από αυτά έπεσαν θύματα βομβιστικών ενεργειών, ενώ απειλήθηκε η ζωή πολλών ανθρώπων που είχαν σχέση με την έκδοση του βιβλίου είτε ήταν μεταφραστές, είτε ήταν εκδότες. Ομάδες φανατικών ισλαμιστών σε πολλές χώρες της Δύσης εκδήλωσαν την αγανάκτησή τους παραδίδοντας τα αντίτυπα του βιβλίου στην πυρά! Στη διάρκεια των συμπλοκών πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το βιβλίο απαγορεύτηκε σε μια πλειάδα μουσουλμανικών κρατών, όπως στο σύνολο της Ινδίας, Μπανγκλαντές, Σουδάν, Νότια Αφρική, Σρι Λάνκα, Κένυα, Ταϊλάνδη, Τανζανία, Ινδονησία, Σνγκαπούρη, Βενεζουέλα, Πακιστάν.

 Ο Σαλμάν Ρούσντι ο Τζόζεφ Κόνραντ και ο Άντον Τσέχωφ

 Στο βιβλίο του ο Σαλμάν Ρούσντι μιλά για την περιπέτεια ενός συγγραφέα, ενός διάσημο προσώπου, που υποχρεώνεται να ζήσει στην παρανομία και να μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα και με τη διαρκή παρουσία ένοπλων φρουρών ασφαλείας. Του ζήτησαν να διαλέξει ένα ψευδώνυμο που θα χρησιμοποιούσε η αστυνομία για την προστασία τιου. Και΄τοτε εκείνος θυμήθηκε τους αγαπημένους του συγγραφείς Τζόζεφ Κόνραντ και Άντον Τσέχοφ και έκανε συνδυασμό με τα ονόματά τους: Τζόζεφ Άντον.

Για περισσότερα από εννιά χρόνια ο Ρούσντι και η οικογένειά του κρυβόντουσαν και ζούσαν κυνηγημένοι. Ο Σαλμάν Ρούσντι δεν φαίνεται να ωραιοποιεί τα γεγονότα και δεν διστάζει να αυτοσαρκάζεται και να αποκαλύπτει τον εαυτό του, παρουσιάζοντας κάποιες φορές την εικόνα ενός δειλού που έχει φτάσει να φοβάται ακόμα και τη σκιά του. Ένας συγγραφέας που κρύβεται πίσω από το έπιπλο μιας κουζίνας στην Ουαλία για να αποφύγει έναν βοσκό, ενώ κλείνεται στην τουαλέτα για να αποφύγει έναν υδραυλικό και έναν καθαριστή. Εξομολογείται πως είχε μετατραπεί σε μια φαλσταφική φιγούρα, ένα άθλιο και αξιολύπητο υποκείμενο, υπέρβαρο, που κάπνιζε ασταμάτητα, κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και καυγάδιζε με μια σειρά από συζύγους που η μία διαδεχόταν την άλλη. Μιλά επίσης για τους δεσμούς φιλίας που δημιουργήθηκαν με τους φρουρούς -προστάτες του αλλά και τον αγώνα που έκανε για να κερδίσει τη συμπαράσταση και τη συμπάθεια κυβερνήσεων, κρατικών υπηρεσιών, εκδοτών, δημοσιογράφων και συνεδάλφων του συγγραφέων. Και βέβαια για το πως κέρδισε ξανά την ελευθερία του.

 Μια αυτοβιογραφία κατά …σατανική σύμπτωση

 Εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα και για μια ακόμη φορά τολμηρό το αυτοβιογραφικό βιβλίο του ιρανικής καταγωγής συγγραφέα, που κατά …σατανική σύμπτωση κυκλοφορεί σε μια εποχή που ο ισλαμικός φονταμενταλισμός έχει αναζωπυρωθεί, όπως, πέρα από την περίφημη ταινία, μαρτυρούν και οι εξελίξεις στην εγγύτερη περιοχή, είναι μια έμπρακτη μαρτυρία υπεράσπισης στην ελευθερία της σκέψης και αποτελεί, αν μη τι άλλο μια απόδειξη ότι ο … Τζόζεφ Άντον, κατά κόσμο Σαλμάν Ρούσντι, παρά το φόβο του μπροστά σε …υδραυλικούς και καθαριστές παραμένει ένας θαρραλέος άνθρωπος και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας.



 ΒΙΟ

 Ο ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ γεννήθηκε στη Βομβάη το 1947, μετανάστευσε στην Αγγλία το 1961 και σήμερα ζει στην Αμερική. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με σημαντικότατα βραβεία, όπως το Booker των Booker και το The Best of the Booker, που του απονεμήθηκαν για το μυθιστόρημα ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ενώ ο ίδιος, το 2007, χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας για την προσφορά του στη λογοτεχνία. Τα έργα του Ρούσντι πάντα ξεσηκώνουν θύελλα κριτικών και συζητιούνται από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν: ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΤΑΝΟΥ, που βραβεύτηκε το 1995 με το Whitbread Prize και το 1996 με το Ευρωπαϊκό Αριστείον Λογοτεχνίας, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ, που αποτέλεσε το εκδοτικό γεγονός του 1999, ΑΝΑΤΟΛΗ-ΔΥΣΗ, Ο ΧΑΡΟΥΝ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ΣΑΤΑΝΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, που έχει τιμηθεί με τα βραβεία Whitbread και Premio Pedrocchi, το ΠΑΡΑΦΟΡΑ, ΣΑΛΙΜΑΡ Ο ΚΛΟΟΥΝ, που ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, το ΟΝΕΙΔΟΣ, που τιμήθηκε με το γαλλικό βραβείο Meilleur Livre Etranger, Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ καθώς και Ο ΛΟΥΚΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.



INFO

 Τζόζεφ Άντον

 ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ

 Μετάφραση: Έλλη Συλλογίδου

 Εκδόσεις Ψυχογιός

 Σελ. 576, Τιμή € 19,90



Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Φάρεναιτ 451 - Ray Bradbury, εκδόσεις Άγρα




Το κλασικό αριστούργημα του Ρέυ Μπράντμπερυ Φάρεναιτ 451, που πρωτοεκδόθηκε στην Αμερική το 1953.κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε νέα μετάφραση του Βασίλη Δουβίτσα.

Διεθνώς καταξιωμένο, με περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα σε κυκλοφορία, το κλασικό μυθιστόρημα του Ρέυ Μπράντμπερυ Φάρεναιτ 451 είναι μια ιστορία για τη λογοκρισία και για τους ανθρώπους που την αψηφούν – ένα βιβλίο εξίσου επίκαιρο σήμερα με την εποχή που πρωτοεκδόθηκε, περίπου πριν από εξήντα χρόνια.
 Το σύστημα ήταν απλό. Όλοι το καταλάβαιναν. Τα βιβλία έπρεπε να καούν, μαζί με τα σπίτια όπου ήταν κρυμμένα.

Ο Γκάυ Μόνταγκ ήταν πυρονόμος και η δουλειά του ήταν να βάζει φωτιά. Το απολάμβανε να βάζει φωτιά. Επί δέκα χρόνια έκανε αυτή την εργασία και δεν τον προβλημάτισε ποτέ η ευχαρίστηση που ένιωθε κατά τις νυχτερινές επιδρομές ή η χαρά του όταν έβλεπε τις σελίδες να παραδίνονται στις φλόγες… Δεν τον προβλημάτιζε τίποτε έως ότου συνάντησε ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που του μίλησε για το παρελθόν, για τον καιρό που οι άνθρωποι δεν φοβόταν  Και κατόπιν συνάντησε έναν καθηγητή που του μίλησε για το μέλλον, για τις μέρες που οι άνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται. Αίφνης, ο Γκάυ Μόνταγκ συνειδητοποίησε τι έπρεπε να κάνει…
 Η ρωμαλέα και ποιητική πρόζα του Μπράντμπερυ και η ασυνήθιστη διορατικότητά του όσον αφορά τις δυνατότητες της τεχνολογίας συνδυάζονται και συνθέτουν μια προφητική αφήγηση για την υποδούλωση του δυτικού πολιτισμού τα μήντια, στα ναρκωτικά και στον κομφορμισμό – μια αφήγηση εφάμιλλη του 1984 του Όργουελ και του Θαυμαστός καινούργιος κόσμος του Χάξλεϋ.
“Μια ιστορία που αναστατώνει τον αναγνώστη καθώς εξερευνά το τι συμβαίνει όταν η άγνοια – στην πιο ακραία μορφή της – θεωρείται αρετή». The Times
Με τη νέα έκδοση του Φάρεναιτ 451 προσφέρεται δωρεάν ένα τετρασέλιδο κείμενο του Ray Bradbury με τον τίτλο Πάρε με κοντά σου που δημοσιεύτηκε στοNewYorker την 4η Ιουνίου 2012, μία ημέρα πριν από το θάνατο του συγγραφέα στο Λος Άντζελες στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία ενενηνταενός ετών, κατά τη διέλευση της Αφροδίτης από τη Γη. Είναι το τελευταίο κείμενο που δημοσίευσε εν ζωή.

ΡΕΫ ΜΠΡΑΝΤΜΠΕΡΥ

 Βιογραφικό

Ο Ρέϊ Μπράντμπερυ (Ray Bradbury) γεννήθηκε στο Ουωκήγκαν του Iλλινόι το 1920. Η οικογένειά του μετακόμισε στο Τουσόν της Αριζόνα και το 1934 εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου ο Ρέυ τελείωσε το γυμνάσιο. Μιά και δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του, για οικονομικούς λόγους, πουλούσε εφημερίδες για να ζήσει και συνέχισε μια συνήθεια από το Ιλλινόι για τη μόρφωσή του: επισκεπτόταν τις δημόσιες βιβλιοθήκες.
Ο Μπράντμπερυ έγραφε από πολύ νεαρή ηλικία και είκοσι ετών είδε την πρώτη του ιστορία να δημοσιεύεται στο περιοδικό
 WeirdTales. Έκτοτε δημοσιεύτηκαν περίπου 500 διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ποιήματά του. Τα περισσότερα από τα βιβλία που τον έκαναν διάσημο, όπως Τα χρονικά του Άρη[TheMartianChronicles, 1950], Ο εικονογραφημένος άνθρωπος[TheIllustratedMan, 1952], Κρασί από πικραλίδα [DandelionWine, 1957], Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα δω [SomethingWickedThisWayComes, 1962] και βέβαια το Φαρενάιτ 451, είχαν τη φόρμα του μυθιστορήματος. 
Για αρκετά χρόνια συνεργάστηκε στο σενάριο τηλεοπτικών εκπομπών
 Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει [AlfredHitchcockPresents]και Η ζώνη του λυκόφωτος[TheTwilightZone], ενώ το 1953 υπέγραψε το σενάριο για την κινηματογραφική διασκευή του Μόμπυ Ντικ από τον Τζων Χιούστον. Ανέβασε ο ίδιος στη σκηνή δύο από τα θεατρικά του έργα, έγραψε δύο μιούζικαλ, δύο καντάτες διαστημικής θεματολογίας, σε συνεργασία με τον Lalo Schrifrin και τον Jerry Goldsmith, και συνεργάστηκε σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων, με τίτλοIcarusMongolfierWright, η οποία προτάθηκε για Όσκαρ το 1962
Το 1963 ήταν σύμβουλος για την κατασκευή του περιπτέρου των ΗΠΑ στη Διεθνή Έκθεση της Νέας Υόρκης, ενώ παρείχε συμβουλές κατά την ανέγερση του Disney World και σε άλλα πολεοδομικά έργα. Σε μια από τις προσεληνώσεις πληρώματος του Apollo, οι αστροναύτες βάφτισαν έναν από τους κρατήρες της Σελήνης Dandelion, προς τιμήν του μυθιστορήματος DandelionWine. ΤοSomethingWickedThisWayComes μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη και η σειρά του για την καλωδιακή τηλεόραση, RayBradburyTheater, έλαβε επτά βραβεία. ΤοΦαρενάιτ 451 γυρίστηκε ταινία από τον Francois Truffaut το 1966.

Παντρεμένος από το 1946 με τη Marguerite, την οποία γνώρισε σε ένα βιβλιοπωλείο, έζησε μαζί της έως το θάνατό της, το 2003, και από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερις κόρες. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1999, τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι. Τιμήθηκε με διάφορες διακρίσεις, μεταξύ άλλων και από την αμερικανική και τη γαλλική κυβέρνηση, ενώ το 2000 του απένειμε μετάλλιο το Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίων της Αμερικής για την εξέχουσα συνεισφορά του στην αμερικανική λογοτεχνία. Υποστήριξε με πάθος σε όλη του τη ζωή το θεσμό των ανοιχτών δημόσιων βιβλιοθηκών, ως παράγοντα μόρφωσης όλων των ανθρώπων.
 Πέθανε στο Λος Άντζελες στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία 91 ετών, κατά τη διέλευση της Αφροδίτης από τη Γη.



Μετάφραση: Βασίλης Δουβίτσας
Εκδόσεις Άγρα 2012
Σελ. 280, Τιμή € 17,50

Leonora Sartori, La forma incerta dei sogni, Edizioni Piemme





I ricordi hanno sempre una forma – quelli di Leonora detta Leo in famiglia sono presenti alla sua mente sotto forma di adesivi che sintetizzano in un’immagine vicende storiche di lotte civili, di battaglie morali vinte con la forza della volontà e della solidarietà, di momenti entusiasmanti poi trasformatisi in cocenti delusioni.
L’adesivo che fa scattare la molla dei ricordi di Leo riguarda la vicenda dei “sei di Sharpeville”, una cittadina del Sudafrica in cui nel corso di tumulti per l’ingiustificato aumento del prezzo degli affitti il consigliere comunale nero Dlimini fu ucciso nel 1984 da una persona rimasta non identificata e di cui furono accusati sei partecipanti innocenti alla manifestazione.
La storia della lotta contro l’apartheid in Sudafrica si fonde con i suoi ricordi d’infanzia e le vicende della sua famiglia “alternativa” in cui il babbo e la madre cercavano di evitare in ogni modo l’adesione ai modelli tradizionali borghesi e continuavano a investire le loro migliori energie in lotte politiche destinate, nella maggior parte dei casi, a una sconfitta e a una delusione perenni:
«Fare la lotta era un rituale. Mi sentivo come il guerriero di una tribù, scalciavo e fendevo l’aria con i pugni mentre lui faceva versi di battaglia. Quando giocavamo, ci spostavamo in salotto, una stanza spoglia, in cui c’erano solo il pianoforte di mia mamma e un tappeto grigio. A mio papà non piacevano i mobili. Amava le stanze sgombre e spaziose: in quella sala, infatti, si sarebbe potuta fare una gara in bicicletta. “Elena, cos’altro hai preso? Cos’è questa abitudine di comprare cose che non servono?“ diceva mio papà guardando l’armadio nuovo. Poi aggiungeva: “Dovevo vivere nei boschi, io!”. E si metteva a fare la scimmia in giro per casa. Io prima ridevo, poi, se non smetteva, prendevo paura. Mio papà amava le canzoni con dentro la parola rivoluzione e diceva sempre che la gente era tendenzialmente stupida e omologata. Tutti, tranne lui e noi, che eravamo i suoi estimatissimi figli. Anche su mia mamma aveva qualche dubbio delle volte» (pp. 5-6).
Anche la protesta a favore dell’innocenza dei “sei di Sharpeville” diventa con il passare del tempo una forma di recupero della memoria dell’infanzia e dei tempi in cui tutto le appariva come un gioco tremendamente serio. Leo si immerge nel passato e da esso recupera una sorta di viaggio nel tempo che ha il sapore della verità rivissuta e ritrovata, della felicità provata allora:
«Ma il Sudafrica mi parve senza identità, talmente inutile da chiamarsi solo “parte finale di un continente”. Come se io, anziché abitare in Italia, avessi vissuto in un paese chiamato genericamente Sud Europa. In ogni modo quel paese non m’ispirava fiducia: gente che si ammazzava, uomini in prigione e immense distese di terra senza nome. A me piacevano i luoghi sicuri in cui si poteva correre e saltare sotto l’occhio vigile della mamma. Preferivo nascondermi dentro a Happy DaysSaranno famosi o al magico mondo dei Puffi. Mi piaceva fingere di fare la segretaria o la maestra in un luogo immaginario in cui tutto era in ordine e i calzini raggruppati per colore» (p. 31).
Alla storia di Leo ragazzina e dei suoi genitori si intrecciano, come tanti flashback emersi dal telone opaco di ciò che è stato, le storie dei Sei. Mojalefa Reginald “Ja Ja” Sefarsa, Reid Malebo Mokoena, Theresa Machabane Ramashamole, Duma Joshua Khumalo, Oupa Moses Diniso, Francis Manentsa Mokhesi, altrettante vittime di un regime violento e assurdo, fatto di segregazione, morte e torture atroci ai limiti della sadica gratuità dei carnefici di un passato remoto.
Il romanzo della Sartori è anche la storia della loro resistenza nel carcere, di fronte al terrore di morire e di soffrire atrocemente per il dolore inflitto loro perché confessassero qualcosa che non avevano mai commesso. E’ anche la storia della loro presa di coscienza, del loro accorgersi di essere cittadini di razza inferiore e, per questo, destinati all’emarginazione e al massacro, del loro trovarsi a contatto con un mondo altro, folle e disumano.
L’incontro e l’intreccio delle vite di Leo con quelle dei Sei mostra un mondo che lentamente si rivela al lettore come qualcosa a parte, come l’”arida stagione bianca” del tentativo disperato di impedire il trionfo della verità e della giustizia (il suo simbolo non a caso sarà il grido “Mandela friii” – p. 125). Tutto questo rivissuto con gli occhi di una bambina diventata grande che vuole saperne di più di ciò che è stata e che va a cercare nel corso del suo tempo di adulta il senso che ebbero quelle lotte contro la segregazione e l’ingiustizia per la sua crescita morale e umana. A un certo punto, chiederà al padre ormai anziano e anche lui in vena di ricordi di tempi migliori:
« “ […] Ma papà, non ti sei mai chiesto che faccia avessero questi sei? In fondo ti sei sbattuto parecchio per loro”. “Non ha importanza, erano un principio. La faccia in questi casi non conta. Loro erano degli eroi”» (p. 153).
La forma incerta dei sogni ha, quindi, tutti i caratteri del “romanzo di formazione” mescolato e rafforzato dal reportage storico-giornalistico e dal pathos di una memoria nello stesso tempo straziante e felice. I Sei ne diventano il simbolo e il progetto narrativo: le loro storie che si innestano in quella dell’Io narrante mostrano l’altra faccia della medaglia di un mondo che allora si considerava libero e civile ma che non lo è ancora diventato. Il Sudafrica di questo libro è quindi una sorta di categoria dello spirito dove il male e la morte vengono sconfitti da uomini di buona volontà di cui oggi non si ricorderebbe più nessuno se non ci fosse la parola della narrazione a permettere che questo non succeda.
_____________________________

I libri degli altri è il titolo di una raccolta di lettere scritte da Italo Calvino tra il 1947 e il 1980 e relative all’editing e alla pubblicazione di quei libri in catalogo presso la casa editrice Einaudi in quegli anni che furono curati da lui stesso. Si tratta di uno scambio epistolare e di un dialogo culturale che lo scrittore intraprese con un numero notevolmente alto di intellettuali e scrittori non solo italiani e che va al di là delle pure vicende editoriali dei loro libri. Per questo motivo, intitolare una nuova rubrica in questo modo non vuole essere un atto di presunzione quanto di umiltà – rappresenta la volontà di individuare e di mettere in evidenza gli aspetti di novità presenti nella narrativa italiana di questi ultimi anni in modo da cercare di comprenderne e di coglierne aspetti e figure trascurate e non sufficientemente considerate dalla critica ufficiale e da quella giornalistica corrente. Si tratta di un compito ambizioso che, però, vale forse la pena di intraprendere proprio in vista della necessità di valutare il futuro di un genere che, se non va “incoraggiato” troppo (per dirla con Alfonso Berardinelli), va sicuramente considerato elemento fondamentale per la fondazione di una nuova cultura letteraria…(G.P)

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ο ΕΞΩΣΤΗΣ (επανέκδοση) Νίκος Καχτίτσης Εκδόσεις Κίχλη




Όσοι είχαν ξεχάσει τον Νίκο Καχτίτση έφτασε η στιγμή να τον θυμηθούν και εκείνοι που δεν τον γνωρίζουν ήλθε η ώρα να τον μάθουν. Η πρόσφατη επανέκδοση του εμβληματικού του πονήματος Ο Εξώστης από τις εκδόσεις Κίχλη προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία γνωριμίας, κυρίως για τους νεότερους, με μια λογοτεχνία που σήμερα παραμένει αθέατη για το ευρύ κοινό, όπως η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, που δεν την βλέπουμε όλες τις μέρες του μήνα, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Μια λογοτεχνία αστραφτερή σαν φρεσκοκομένο και άψογα φινιρισμένο διαμάντι, υποδόρρεια ειρωνική όπως οι λεπτές φλέβες κάτω από το δέρμα, μια λογοτεχνία που μοιάζει να έχει γραφτεί κεκλεισμένων των θυρών όπως ζει ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, αλλά στην πραγματικότητα υπήρξε μια λογοτεχνία ανοικτή στα μεγάλα ριζοσπαστικά λογοτεχνικά ρεύματα που φύσηξαν στην Ευρώπη κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και αφομοιώθηκαν δημιουργικά από λίγους μοναχικούς και ευαίσθητους δέκτες, που στην εποχή τους υπήρξαν περιθωριακοί για το mainstream της ελληνικής λογοτεχνίας.




 Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

 Ο Νάνος Βαλαωρίτης σε λογοτεχνικό του άρθρο με τίτλο “Μετά τον Πόλεμο” που είχε δημοσιευτεί το 1996 στο London Magazine και για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μεταφρασμένο στα ελληνικά στο Book Bar τον Μάρτιο του 2011 αναλύει με σπάνια ενάργεια το φαινόμενο της “Ανατρεπτικότητας στην ελληνική λογοτεχνία” και τους εκπροσώπους της. Εκεί εισάγει, τον μάλλον άγνωστο στην ελληνική κριτική ανάλυση, όρο της Μετα-αποικιακής Λογοτεχνίας που χαρακτηρίζει την ελληνική συγγραφική δημιουργία και επισημαίνει τον κομβικό ρόλο που έχουν οι Μετα-αποικιακές περιθωριακές λογοτεχνίες στο παγκόσμιο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει:“Το τεράστιο πλεονέκτημα της περιθωριακών και ιδιαίτερων λογοτεχνιών είναι πως μπορούν να «γεννήσουν» συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, ο Κάφκα, ο Πεσσόα, ο Καβάφης, προσωπικότητες των οποίων η πνευματική διαύγεια και ανατρεπτικότητα, διαπερνά το Ευρωπαϊκό λογοτεχνικό κατεστημένο  και ακτινογραφεί ολόκληρο τον πολιτισμό. Σε αυτά τα περιθωριακά έργα των περιθωριακών λογοτεχνιών είναι ο ίδια η μορφή που οδηγεί στην ουσία, στο περιεχόμενο”.

 Στο πλαίσο του ίδιου άρθρου, όπου αναφέρεται σε μια πλειάδα Ελλήνων ανατρεπτικών και σπουδαίων λογοτεχνών που έμειναν παραγκωνισμένοι από το “στενόμυαλο” κυριάρχο (mainstream) ελληνικό λογοτεχνικό κατεστημένο, μιλά και για τον Νίκο Καχτίτση: “Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση Έλληνα συγγραφέα της διασποράς υπήρξε ο Νίκος Καχτίτσης, που σήμερα έχει ευρύτατα …ξεχαστεί. Το μυθιστόρημα Ο εξώστης για έναν παρανοϊκό Βέλγο εγκληματία πολέμου, ο οποίος κρύβεται στην Κεντρική Αφρική, χαρακτηρίζεται από σπουδαία ποιητική ένταση και ραφιναρισμένη αίσθηση του χιούμορ. Διαθέτει αυτό που ο Roland Barthes χαρακτήριζε ως «writerly writing»”. Πράγματι, διαβάζοντας σήμερα τον “αιρετικό” και υπεράνω της εποχής του “Εξώστη” δικαιούμαστε να σκεφτούμε πως πιθανόν, ο Νίκος Καχτίτσης, αν είχε ζήσει πειρσότερο, πέθανε μόλις 44 ετών, μπορεί να είχε εξελιχθεί σε μια από τις εμβληματικές μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας.

 Πολλοί συχνά εμείς οι δημοσιογράφο, σε συνεντεύξεις που κάνουμε με συγγραφείς ρωτάμε αν “Υπάρχουν βιβλία που μπορούν να μας αλλάξουν”. Πράγματι Ο Εξώστης του Νίκου Καχτίτση (1926-1970) είναι ένα από αυτά. Κεντρικός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου είναι ο επονομαζόμενος Στοππάκιος Παπένγκους, ένας βαθύπλουτος αρχαιοπώλης, κάτοικος μιας κάποια φανταστικής πόλης Γάνδης του Βελγίου, που παρουσιάζεται πολιορκημένη στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ήρωας έχει μεταναστεύσει και ζει στην Αφρική, ακολουθώντας ίσως τα βήματα ενός άλλου Ρεμπώ, κυνηγημένος από φρικτές τύψεις για εγκλήματα που διέπραξε ως δοσίλογος, παρά το γεγονός ότι έχει και κάποιες αμφιβολίες. Στις 160, που ήταν στην αρχική του έκδοση(1964), σελίδες του αφηγήματος, ο αναγνώστης δεν πληροφορείται αν ο Στοππάκιος διέπραξε ή όχι τα εγκλήματα για τα οποία βασανίζεται με ενοχές. Ούτε άλλωστε είναι αυτό το ζητούμενο. Σπινιάροντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα αλλά και δεξιοτεχνία σε ένα αφηγηματικό τούνελ που θυμίζει το καφκικό τοπίο της Δίκης, αλλά είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, ο Καχτίτσης συνθέτει μια συναρπαστική, βαθειά ποιητική ιστορία, που απογειώνει τη γλώσσα και έχει δεχτεί τις επιρροές όχι μόνο του Κάφκα, αλλά και του Ντοστογιέφσκι, του Τζέιμς Τζόυς αλλά και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη τους οποίους ο ίδιος θαύμαζε και είχε ως λογοτεχνικά πρότυπα καθώς και του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού. Μια ιστορία που παραπέμπει ευθέως σε αυτό που επισημαίνει στο άρθρο του ο Νάνος Βαλαωρίτης για τις περιθωριακές και ιδιαίτερες λογοτεχνίες, ότι “Είναι η ίδια η μορφή που οδηγεί στην ουσία, στο περιεχόμενο”.

Στη αφήγηση προβάλλει επίσης ευδιάκριτα, το περιβάλλον του αποκλεισμού που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σχέση του Καχτίτση με την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με την παγκόσμια. Ένα στοιχείο εμφανώς κοινό με τον Κάφκα, για τον οποίο ο Καχτίτσης είχε δηλώσει το γνωστό “Ϋπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα”, αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: Το χιούμορ. Η αφήγηση του Καχτίτση παρά το γεγονός ότι εμφανίζει τα στοιχεία του αδιέξοδου, του αποκλεισμού και της ενοχής, δεν έχει το αγχωτικό και σκοτεινό περιβάλλον του Κάφκα. Βαθειά κρυμμένα χαρακτηριστικά της είναι το λεπτό χιούμορ, ο σαρκασμός και μια σχεδόν οργιαστική αίσθηση παιχνιδιού! Που κάποιες στιγμές γίνεται υπερρεαλιστικού επιπέδου….

 Στον Εξώστη είναι εμφανής η πνευματική συγγένεια του συγγραφέα με την μεταπολεμική σχολή του εσωτερικού μονολόγου, Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Δέλιος, Τάκης Σινόπουλος, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Παυλόπουλος κ.ά., τα έργα των οποίων συνθέτουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική πλευρά της ελληνικής λογοτεχνίας και αξίζει να μελετηθούν περισσότερο. Μανιώδης επιστολογράφος ο Νίκος Καχτίτσης επεσήμανε για τον Εξώστη σε επιστολή του στον Γ. Παυλόπουλο : Στο ΒιΒΛιο χω πιχειρήσει ν δώσω τν τμόσφαιρα νς ξενοδοχείου [...], τν τροπικ τμόσφαιρα, τν τμόσφαιρα τς πολιορκίας, τν τμόσφαιρα το σπιτιο νός, στ Γάνδη, κα διαίτερα το γραφείου του, πο βλέπει πρς να φθινοπωριν κπο,κ.λπ. — λα κάτω π να μυδρ φς, κα ρώμενα πλαγίως κάπως, κα χι κατευθείαν”. Αυτό το πλάγιο και λοξό φως του Εξώστη είναι που φτάνει στον αναγνώστη μέχρι σήμερα, διαπερνώντας τα πυκνά σύννεφα της εποχής και τον χρόνο.

 Η ποιοτικά επιμελημένη επανέκδοση του Εξώστη από τις εκδόσεις Κίχλη, συνποδεύεται από εικαστικά σχέδια της Εύης Τσακνιά, εκτενές χρονολόγιο του Βίκτωρα Καμχή, ερμηνευτικό δοκίμιο του Γιάννη Δημητρακάκη και προλογικό σημείωμα της Γιώτας Κριτσέλη και του Βίκτωρα Καμχή. Επίσης υπάρχει κείμενο της εκδότριας της Κίχλης, Γιώτας Κριτσέλη, με τίτλο “Ο Ε.Χ. Γονατάς, ως επιμελητής του Εξώστη” όπου γίνεται λόγος για τις αλλαγές που έχουν γίνει στην έκδοση, χάρη στο δακτυλόγραφο του Καχτίτση που βρέθηκε στο αρχείο του Ε.Χ. Γονατά.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από το ΒΙΒΛΙΟ

 Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ.Π…, πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πένα. [...]

 Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου. Αν είναι από υπαιτιότητα άλλου, τόσο το καλύτερο. Περιττό να τονίσω ότι δεν πρέπει να ενοχοποιηθεί κανένας από τους υπηρέτες μου, παρόλο που θα είχαν το δικαίωμα να με σπάσουν στο ξύλο γιατί ομολογουμένως τους έχω πρήξει το συκώτι με τις παραξενιές μου. Αλλά ακόμα κι αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο από τα σοφά πουλιά της αστυνομίας, που έρχονται στην αποικία για να τρώνε έξι φορές την ημέρα, δικαιολογώ τους δολοφόνους μου προκαταβολικά, γιατί όχι μόνο μου αξίζει, όπως θα αποδείξω παρακάτω, αλλά και έχω απόλυτη ανάγκη από κάποιο λυτρωμό. Να μην ξεχάσω να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος. Το χειρόγραφό μου θα το αφήσω σε εμφανή θέση, πάνω στο προσκέφαλό μου, ή μέσα από τα τζάμια της βιβλιοθήκης, ώστε να βρεθεί οπωσδήποτε. Όχι, θα το αφήσω καλύτερα στη θυρίδα μου της τραπέζης, μαζί με τις ομολογίες. Μπορεί να το στείλω στις αρχές, μέσα σε σφραγισμένο φάκελο, με την παράκληση ν’ ανοιχθεί όταν θα έχω πεθάνει. Πάντως θα ιδώ τι θα κάνω. [...]



 INFO

 Ο ΕΞΩΣΤΗΣ (επανέκδοση)

 Νίκος Καχτίτσης

 Επίμετρο: Γ. Δημητρακάκης, Γ. Κριτσέλη, Β. Καμχής

 Σχέδια: Εύη Τσακνιά

 Εκδόσεις Κίχλη 2012

 Σελ. 232, Τιμή € 15,50


Davide Sapienza, La musica della neve. Piccole variazioni sulla materia bianca, Ediciclo Editore


Recensione di Giuseppe Panella

La neve esercita il proprio fascino in maniera insistente, segreta, musicale, attonita. Viaggiare attraverso distese di neve che coprono chilometri e chilometri di territorio apparentemente vergine e inesplorato è più che un’esperienza di viaggio: è una dimensione nuova e sempre aperta dell’esistenza.
«Così dunque è la neve: essa cambia come una partitura, che è il cammino. La musica della neve invade le mie membra e io danzo. Se venite a fare il mio cammino, con le assi distese e la musica della neve che il nostro antenato delle terre bianche sentiva nel suo cammino, non sarà difficile comprendere che questa musica è il suono del silenzio che ci unisce nella condivisione. È la neve che muta nel corso delle ore dialogando con la luce e il clima; è la materia bianca da vedere con la gioia negli occhi, la neve capace di condurre l’uomo per vie sorprendenti che spesso passano per il desiderio di vita, amore e unità con quel qualcosa di infinitamente grande del quale facciamo parte» (p. 90).

Camminare e spostarsi nei territori innevati è, dunque, un’esperienza iniziatica che vale la pena di compiere comunque per ritrovare ed esplorare l’interiorità personale e scendere il più possibile nel profondo di se stessi. Quello della neve è un richiamo ancestrale che ritorna tutte le volte in cui essa viene vista un elemento fondamentale dell’esistenza e una sorta di collante tra i diversi stadi che la costituiscono. I vari momenti in cui è consistito l’incontro fondamentale con essa sono analizzati punto per punto dalla scrittura poetica di Sapienza. È il nodo centrale della breve ma intensa rapsodia che costituisce il libro. Non si tratta, nonostante la collana in cui è stato pubblicato, di un “libro di viaggio” bensì della descrizione di un’epifania che si apre con l’evento della neve e si chiude con la comprensione/dischiudersi del suo mistero profondo e totale. Di esso non si sapranno le ragioni ma solo la necessità che lo costituisce. La neve è la sostanza reale del mito che la rende una componente essenziale della vita umana. Sapienza non si nasconde questa realtà e la racconta con semplicità e coraggio di rischiare.

Mescolato al racconto di una sua lunga escursione in terra polare, durante un inverno di viaggi ed escursioni che lo porterà, per la prima volta, oltre i fatidici 66° 33’ Nord, il circolo polare artico quindi, Sapienza si sofferma a narrare la prodigiosa leggenda degli Ostyak della Siberia la cui principale divinità aveva deciso di cacciare l’alce con gli ski e che aveva inseguito l’animale nei cieli. Esso, stanco della fuga cui era stato costretto, disperando della sua sorte, aveva deciso di ritornare sulla Terra e aveva spiccato un salto gigantesco volando giù fino al suolo. Il dio degli Ostyak aveva continuato l’inseguimento e, infine, l’aveva raggiunto, La Via Lattea che si staglia luminosa nel cielo stellato che si specchia sulla Terra non è altro che la testimonianza di quella caccia eterna e archetipicamente sempre rinnovata in ogni tempo.
Stimolato dall’affinità elettiva tra stelle e neve che quella leggenda gli aveva dato la possibilità di intuire e che lo aveva affascinato, Sapienza si perde nella contemplazione del cielo che lo avvolge incombendo su di lui ed evoca la Siberia innevata e le distese di conifere che la popolano, ricordando, tra l’altro, Dersu Uzala – Il piccolo uomo delle grandi pianure del 1975, uno dei capolavori cinematografici  di Akira Kurosawa. Mentre è assorto nella logica e nella musica dei ricordi e delle evocazioni da essi prodotti, esplode sullo sfondo al limite del suo orizzonte la nordlys, l’aurora boreale, con tutta la bellezza della sua potenza smisurata e lucente.
La neve con tutte le sue possibili e luminose epifanie gli permette la visione di un mondo che è ben diverso da quello della quotidiana esposizione alle luci e ai colori usurati dall’artificialità della compiuta umanizzazione del creato, dalla completa antropizzazione della realtà.

Sapienza sa giocare bene con le emozioni che la neve gli suscita e che, a sua volta, egli sa suscitare nei suoi lettori. La vita dei microcosmi che giacciono sotto la coltre nevosa gli fa pensare ad analogie straordinarie con altri elementi della vita della natura, ai confronti più azzardati con il mare e la sabbia del deserto, alla natura metamorfica, multiforme e magica dei fiocchi bianchissimi che ricoprono la vita invernale che attraversa nel silenzio irreale della notte senza fine del circolo polare. L’esperienza dell’attraversamento del deserto di ghiaccio circonfonde l’esperienza compiuta dall’esploratore artico di una luce mitica che rende possibile valutare la sua impresa come uno sprofondamento vertiginoso nella propria soggettività. Camminare nella neve fa emergere sentimenti fino ad allora rimasti nascosti e li qualifica come profondità insondate della sua realtà personale e della sua vicenda soggettiva:
«Agli occhi di chi corre sulle vie del mondo, forse sfugge il lento scorrere dell’inconscio di fronte all’immensità della terra. Questo flusso è un cammino che non può essere soggiogato alle ore dell’uomo e ogni volta che sono troppo impegnato a pensare a me stesso, accelero il passo e mi capita di perdere il segnale perché correre rende la terra più piccola e il tempo più incombente. Ci sono attimi in cui il cammino ci parla e rendere veloce un cammino nato per svelare qualcosa ci illude e ci inganna. La materia bianca, in apparenza immutabile, è l’orizzonte in gioco – lo svelamento di questa profondità che si fa superficie per attrarmi sulla nuova terra dove viaggio come un’emozione che traccia un percorso» (p. 28).

L’orizzonte del cammino è il cammino stesso e l’esperienza compiuta mediante il percorso portato a termine alla fine del viaggio è la forma originaria di ogni conoscenza.
Per questo motivo, la neve risulta così fondamentale nella costruzione della soggettività che si propone come protagonista al centro del breve testo di Sapienza. La sua impalpabilità si coniuga con la sua continuità nel tempo e nello spazio, fino a congiungersi con la durata implacabile della natura che l’uomo non conosce se non parzialmente, per tagli trasversali di verità, per assaggi e traversate parziali del suo mondo ancora incontaminato, nonostante la colonizzazione umana.
Il viaggio compiuto nella neve e nei suoi soffici meandri, nel labirinto gelato del suo essere, è sempre un progetto di scoperta assoluta, un tragitto nuovo e inedito.
Il paesaggio innevato è il teatro del sogno nell’ottica di Sapienza – è il luogo nel quale le verità e le illusioni si congiungono e si rafforza la loro capacità di investire gli uomini di un destino comune, in grado di illuminare il loro mondo interiore, la loro possibilità di trovare una ragione di vivere.
Nella neve tutto appare trasfigurato da una nuova luce, dalla rinnovata possibilità di vedere la natura e gli esseri umani  con lo sguardo di una felicità assoluta e non più corrompibile.

In essa le imprese più azzardate, gli eventi più rischiosi, la minaccia della morte (per congelamento, per inedia, per l’insorgere di un caso fortuito e non prevedibile) acquistano lo statuto di una necessità e di una realizzabilità ai limiti dell’umano. Sapienza è alla lettera affascinato dai grandi viaggi di scoperta polare, dalla ricerca esclusiva e spesso straordinariamente ed epicamente maniacale di uomini come Roald Amundsen, Henry Shackleton, Robert Scott, Arthur Cook e soprattutto come Fritjof Nansen, interamente dediti all’allestimento di spedizioni per la conquista dei Poli. La sua visita al Fram Museum di Oslo è significativa della vocazione di scrittura di Sapienza e spiega la redazione del suo libretto sulla musica della neve sia stato tutto un work in progress, il frutto di una serie di occasioni nel corso del tempo che gli hanno permesso di trasformare sparse annotazioni manuali su quaderni di appunti in un libro compatto e strutturato:
«Nel giugno 2000 andai al Fram Museum di Oslo (la casa del più solido vascello polare al mondo, si legge sul sito). Il Museo è la Framche galleggia nel mare:  intorno e sopra di lei è stata costruita la struttura museale. Annotai. “ […] sono stato per alcuni minuti fermo sul ponte della Fram. Ho fatto attenzione. Ho sentito. Ho ascoltato. Nessuno di loro è mai morto”» (pp. 75-76).
A Sapienza la visita della Fram (Avanti!)  appare come un’esperienza di vita e un’ipotesi di lavoro esistenziale e io stesso che, come lui, ho compiuto, affascinato e coinvolto, la stessa discesa all’interno della nave di Nansen non posso che concordare. Il rapporto con il mondo cambia quando tra un uomo e la neve non  esiste più la paratia stagna delle abitudini cristallizzate dal e nel tempo che è passato ma si apre uno spazio nuovo, un’Aperto che è quello della vita futura.