Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ο τυφλός λυτρωτής - Άλντους Χάξλεϋ, Εκδόσεις Scripta



Του Κώστα Κατσουλάρη

Το 1936, η χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας του Τυφλού λυτρωτή (Eyless in Gaza), είναι μια κομβική στιγμή στη ζωή και την πνευματική πορεία του Άλντους Χάξλεϋ. Μόλις τέσσερα χρόνια πριν, το 1932, έπειτα από ένα ταξίδι του στην Αμερική, έχει γράψει τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο του, το βιβλίο που από τότε ήδη τον έκανε διάσημο, ενώ ένα χρόνο αργότερα, το 1937, θα φύγει, οριστικά όπως τελικά αποδεικνύεται, για τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Είναι η εποχή που τα τύμπανα του πολέμου έχουν αρχίσει να ηχούν στη γηραιά ήπειρο, η απειλή είναι ήδη ορατή, πόσο μάλλον για έναν φιλελεύθερο σαν τον Χάξλεϋ που νιώθει να ασφυκτιά ανάμεσα στους δύο ακραίους φανατισμούς, των ναζί από τη μία και των φιλοσταλινικών από την άλλη. Εκείνος, που περισσότερο κι από σπουδαίος μυθιστοριογράφος υπήρξε πάντοτε ένας διορατικός διανοούμενος, θα δοθεί ολόψυχα στο κίνημα του πασιφισμού, γύρω από το οποίο φαίνεται να αναπτύσσει ένα συμπαγές φιλοσοφικό σύστημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο γράφεται ο Τυφλός λυτρωτής, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που συνδυάζει την αυτοβιογραφία με μια σειρά από φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές παρατηρήσεις που έχουν στο κέντρο τους την αρχή της μη βίας – μια στάση ζωής που βρήκε τον καλύτερο εκφραστή της στο πρόσωπο του Μαχάτμα Γκάντι.

Το κεντρικό πρόσωπο του Τυφλού λυτρωτή, ο κοινωνιολόγος Άντονυ Μπήβις, είναι αναμφίβολα μια μορφή πάνω στην οποία αντανακλούνται σημαντικές πλευρές του συγγραφέα. Μέσα από τον Μπήβις ο Χάξλεϋ βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για ορισμένα βαθιά του τραύματα, όπως είναι ο θάνατος της μητέρας του στα δέκα περίπου χρόνια του –πλήγμα που δέχεται επίσης από μικρός κι ο ήρωας του βιβλίου– καθώς και η αυτοκτονία του αδερφού του λίγα χρόνια αργότερα – η μορφή του οποίου φαίνεται να σκιαγραφείται στο πρόσωπο του φίλου του Άντονυ, του Μπράιαν Φοξ. Γύρω από αυτούς τους δύο χαρακτήρες συνωθείται σιγά-σιγά ένας εσμός προσώπων, φίλων και ερωμένων, η ζωή και οι σχέσεις των οποίων αναπτύσσονται τμηματικά, μέσα από αλλεπάλληλα πίσω-προς στο χρόνο, καλύπτοντας μια τριακονταετία, από το 1904 έως το 1934. Ο Τζέρι, η Έλεν, η Μαίρη, η Τζόαν, ο Χιού, και κάμποσοι άλλοι, μπαινοβγαίνουν ανά τακτά διαστήματα στην αφήγηση, μια αφήγηση που «σπάει» από μεγάλα κομμάτια σκέψεων, δίχως όμως πότε να αποκτούν την οντότητα και το βάρος «χαρακτήρων». Είναι άλλωστε αυτή ακριβώς την έννοια του δήθεν συμπαγούς χαρακτήρα, της προσωπικότητας, την οποία βάζει στο στόχαστρό του ο Χάξλεϋ μέσα από την κριτική του στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και στις εξιδανικευμένες μορφές που κυριαρχούν σ’ αυτά αντί πραγματικών ανθρώπων με σάρκα και οστά.
Ο Τυφλός λυτρωτής, όπως και όλα τα μυθοπλαστικά βιβλία του Χάξλεϋ, είναι στην πραγματικότητα ένα μεγαλεπήβολο μυθιστόρημα ιδεών. Ο ίδιος ο Χάξλεϋ πίστευε πολύ σ’ αυτό το μικτό είδος γραφής που ισορροπεί ανάμεσα στο παραδοσιακό πεζογράφημα και το δοκίμιο, ενώ με την πάροδο των χρόνων φαίνεται να δείχνει όλο και λιγότερη εμπιστοσύνη στο «αφηγηματικά κόλπα» του παραδοσιακού μυθιστορήματος. Αυτή η «περιφρόνηση» της φόρμας έναντι του περιεχομένου είναι ιδιαίτερα έκδηλη στον Τυφλό λυτρωτή, κάτι που έπειτα από τόσα χρόνια μονάχα στις αδυναμίες του μπορεί να καταγραφεί. Και πράγματι: η επιλογή μιας αφηγηματικής λογικής που δεν ξεφεύγει ποτέ από το στεγνό πίσω-μπρος στο χρόνο για 600 σχεδόν σελίδες, μπορεί από τη μία να μαρτυρά την πίστη του Χάξλεϋ στη δύναμη των ιδεών του, στην ικανότητα του ίδιου του λόγου του να προσδίδει την ποθητή ένταση στην αφήγηση, αποδεικνύεται όμως ιδιαίτερα χαλαρή για τον σημερινό, πιο ανυπόμονο αναγνώστη.
Ωστόσο, από τη μέση περίπου του βιβλίου και μετά, όταν αρχίζει να γίνεται πιο καθαρό το φιλοσοφικό στίγμα του, το μυθιστόρημα αρχίζει να βρίσκει το στόχο του, και μαζί μ’ αυτόν έναν πολύ καλύτερο ρυθμό. Εδώ, πέρα από τη στράτευσή του στο κίνημα του πασιφισμού, μπορεί κανείς ήδη να διακρίνει το διαρκώς εντεινόμενο ενδιαφέρον του Χάξλεϋ για τον μυστικισμό, το βουδισμό, τις κρυφές δυνάμεις της συνείδησης. Πρόκειται για μια ανολοκλήρωτη ακόμη κοσμοθεωρία βασισμένη στην δραστικότητα της αγάπης, της συγχώρεσης, της αυτοσυνείδησης, θέματα που θα αναπτύξει κάμποσα χρόνια αργότερα ξανά στα βιβλία που τον ανέδειξαν σε γκουρού των κινημάτων των σίξτις, τα Πύλες της αντίληψης και Παράδεισος και Κόλαση.
Τα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα που γράφτηκαν στο μεσοπόλεμο, και ειδικότερα εκείνα που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του τριάντα, είναι μοιραίο να κρίνονται σήμερα με βάση και τη στάση που αντανακλούν σε σχέση με τον επερχόμενο όλεθρο, την καταστροφή που έμελλε να στιγματίσει βαθιά την Ευρώπη. Και είναι πράγματι εντυπωσιακό, για έναν άνθρωπο που ζει μέσα στη δίνη εκείνης της εποχής με τις τεράστιες εντάσεις και στρατεύσεις, με πόση διαύγεια και ευαισθησία παρατηρεί ο Χάξλεϋ στον Τυφλό λυτρωτή το αυγό του φιδιού να αναπτύσσεται, και πόσο επίκαιρες, ή ακόμη και προχωρημένες, φαντάζουν σήμερα πολλές από τις ιδέες του.
Άλντους Χάξλεϋ
Ο τυφλός λυτρωτής
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Scripta, 2004
Σελ. 565, τιμή 24 ευρώ



Alessandra Fiori, Le conseguenze del caso, Edizioni Piemme






Tutto quello che ci accade quasi mai è puramente casuale (come ammoniscono romanzieri, sceneggiatori e registi in conclusione delle loro opere) ma tutto risulta il frutto di una accurata combinazione della necessità e del relativo scivolare delle opportunità nel bussolotto concavo della vita. La vicenda che vede protagonisti Chiara, Marcello e Valeria non ha molto a che vedere con le pure casualità dell’esistenza; sono semmai la conseguenza diretta delle scelte fatte in passato e degli errori consumati nel presente.
«Pienezza è un insieme di frammenti. L’attimo in cui la sfiori. Illusione. Non si afferra. Ma è impossibile non inseguirla, e così, di nuovo, mi trovo a ricercarla» (p. 229).
Tutto comincia con il primo di agosto, la data dell’inizio delle vacanze estive a Fregene, dove Chiara e Marcello hanno una casa (quella dei genitori di lei).
«E’ stato un fatto banale a decidere il trasferimento da Anzio. Quello che spesso accade quando la moglie è in vacanza: mio padre s’è fatto l’amica, mia madre non ha gradito e s’è fatta due conti. Da Roma, per Anzio quasi un’ora e mezza. Per Fregane mezz’ora scarsa. E fine delle scuse. Semplice. Lui sarebbe ritornato a casa ogni sera, anche durante l’estate. Magnifica illusione. Dopo gli iniziali esperimenti in affitto, le corna ci hanno ancorato definitivamente in via Ladispoli 12, dove i miei hanno investito i primi sostanziosi guadagni in una villetta con piscina» (p. 9).
Chiara era la figlia più piccola, nata in ritardo e molti anni dopo i maggiori Giorgia e Giovanni e non sa molto di quella storia che si è consumata quando lei non era ancora in grado di capire con precisione cosa stesse succedente. La relazione del padre con la vedova Ferrante (di cui anche la madre era a conoscenza precisa ma sulla quale non aveva mai preso posizioni drastiche di abbandono e di rifiuto) non aveva mai avuto molta importanza per lei. Chiara aveva deciso di vivere la propria vita con molta caparbietà e incoscienza, facendo un primo matrimonio sbagliato con un giovane napoletano, Francesco, e poi separandosi due anni dopo. Al divorzio, però, era seguito un altro rapido matrimonio con un giornalista sportivo, Marcello, e il risultato più significativo che ne era scaturito era stata la nascita di Emma, bambina un po’ viziata ma a detta di tutti splendida e amorevole. Emma diventa il centro dei suoi interessi e una ragione di vivere nonostante gli inevitabili disagi del parto e dell’accudimento della piccola.
Il rapporto con Marcello, tuttavia, entra in crisi proprio in occasione del soggiorno a Fregane quando, a sorpresa, sbuca dal nulla Valeria Ferrante, figlia della vedova amante di suo padre, che – tale madre, tale figlia – si mette a corteggiare l’uomo che, vanitoso e sensibile alle adulazioni com’è, sembra abboccare. Chiara decide di non accettare questa situazione che non gli sta bene, cerca di sapere quale sia la verità nonostante Marcello neghi la relazione adulterina e, dopo una serie di scontri piuttosto vistosi, approfittando del fatto che il marito ha portato con sé la figlia in visita ai nonni, scende a Sud e rincontra il suo ex-marito. In realtà, anche qui tutto avviene quasi per caso: Chiara sbaglia treno e invece di prendere quello – locale – che porta a Roma, prende un treno a lunga percorrenza che la porta a Napoli Centrale. Ma niente avviene per caso: forse in lei c’è la volontà (inconsapevole, inconfessata, certamente non proditoria) di farla pagare al marito di non comportarsi nella maniera troppo remissiva e acquiescente che ha caratterizzato la vita coniugale di sua madre. Il rendez-vous partenopeo, tuttavia, si rivela un deciso fallimento. Chiara ritorna a Fregene e decide di affrontare la rivale per capire fin dove si potrà spingere nella operazione con il marito. Qui la sua peripeteia (per dirla con l’Aristotele del primo libro della Poetica) conosce il climaxdell’agnizione: Valeria, sempre in polemica con il mondo. Sempre in crisi con se stessa, è sua sorella natura, figlia del proprio padre e avuta agli inizi della relazione con la vedova Ferrante.
Una mattina nebbiosa, il padre aveva avuto un attimo di sbandamento sull’autostrada e aveva sbattuto contro un’automobile che sopravveniva dall’altra parte. Se le conseguenze fisiche erano state di poco momento per lui, erano state fatali al guidatore dell’altra automobile che era morto per le ferite conseguite nell’incidente. Il morto si era rivelato come Ferrante, anche lui frequentatore della spiaggia di Fregane e i rapporti con la moglie si erano presto trasformati in sentimenti diversi dall’iniziale (e doveroso) senso di colpa per la morte provocata (certo, anch’essa casualmente). Tra i due era sbocciata una simpatia relativa al lutto subito dalla donna e poi una passione che aveva portata alla nascita di una figlia, peraltro mai riconosciuta. Ma il padre, nonostante la sua nuova relazione amorosa, era rimasto profondamente segnato dalla vicenda vissuta con l’incidente stradale e ne era emersa ansioso e incapace di una vita che non fosse minuziosamente programmata.
Chiara, quindi, si trova con una sorella un po’ riottosa da gestire – una donna che vuole vendicarsi della sorellastra in un primo tempo ma poi finisce per accettare che la vendetta ha senso fino a un certo punto. Così l’amore per Marcello finisce per trionfare sulla rabbia e il disappunto:
«Perché Marcello è così. Capisce, ma non lo dà a vedere. Perché ha gli occhi limpidi e le bugie non le riesce a dire. Allora meglio tacere. Sparire. Perché più di tutto ama ridere e la sua famiglia è uno scempio, ma lui non sa drammatizzare. Perché è solo ma non si sente tale. Perché sa fare l’amore. Perché per lui è una vittoria riuscire a farti felice. Perché è curioso. Perché reprime tutto e allora sta male. Perché ama Emma. Perché fa quello che voleva e ancora non gli sembra vero. Per come si muove. Per il suo odore, per come mi bacia, perché non conosce il rancore. Perché se lo ferisci si piega, lui non riesce a gridare. Perché si lascia svilire; perché gioca in difesa, non gli piace attaccare. Perché è egoista, vanitoso e a me va bene lo stesso. Perché si illude ogni volta e la prossima farà lo stesso. Perché non ha neanche una cravatta e per quel matrimonio gliel’ha prestata mio padre, non appena seduto se l’era già levata. Perché può parlare di tutto, ha le spalle larghe anche quand’è curvo. Per come mi guarda. Perché non si incattivisce. Perché il giorno in cui troverà un altro amore, allora non ci sarà più niente da fare, intanto, però, io sola potrei anche bastare. Per quella cornice ancora bianca. Perché è insicuro, ma non aveva dubbi, avrebbe vinto Barack Obama. Perché Emma gli somiglia. Ma i figli sono tuoi eppure no, non li scegli. Perché mi ha chiesto di sposarlo in pigiama, niente anello. Perché ho detto sì, senza pensarci. Perché ho fatto bene» (pp. 229-230).
Romanzo solo apparentemente dalle tinte “rosate”, con qualche tocco d’appendice vecchia maniera (l’agnizione finale potrebbe “fare” molto Carolina Invernizio), il libro dì esordio di Alessandra Fiori è, in realtà, un apologo sul gioco dell’amore e del caso, sulla contingenza come forma strutturale delle vicende della vita, sulla necessità di capire che quello che accade non sempre è frutto di volontà maligne o interessate ma che spesso quello che deve necessariamente affrontare (la classica tegola che si stacca dal cornicione della casa sotto la quale ci si trova a passare per caso e senza alcun sospetto per quello che potrà avvenire) ha cause e ragioni che non si possono prevedere né tanto meno reprimere o rifiutare in astratto. Il caso non domina mai sovrano ma le sue conseguenze possono sempre essere assai diverse da quelle che si vorrebbe che fossero.
_____________________________

*I libri degli altri è il titolo di una raccolta di lettere scritte da Italo Calvino tra il 1947 e il 1980 e relative all’editing e alla pubblicazione di quei libri in catalogo presso la casa editrice Einaudi in quegli anni che furono curati da lui stesso. Si tratta di uno scambio epistolare e di un dialogo culturale che lo scrittore intraprese con un numero notevolmente alto di intellettuali e scrittori non solo italiani e che va al di là delle pure vicende editoriali dei loro libri. Per questo motivo, intitolare una nuova rubrica in questo modo non vuole essere un atto di presunzione quanto di umiltà – rappresenta la volontà di individuare e di mettere in evidenza gli aspetti di novità presenti nella narrativa italiana di questi ultimi anni in modo da cercare di comprenderne e di coglierne aspetti e figure trascurate e non sufficientemente considerate dalla critica ufficiale e da quella giornalistica corrente. Si tratta di un compito ambizioso che, però, vale forse la pena di intraprendere proprio in vista della necessità di valutare il futuro di un genere che, se non va “incoraggiato” troppo (per dirla con Alfonso Berardinelli), va sicuramente considerato elemento fondamentale per la fondazione di una nuova cultura letteraria…(G.P)


http://lapoesiaelospirito.wordpress.com

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΕΡΟΧΟΙ ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ – Λέοναρντ Κόεν, εκδόσεις Κέδρος




Συγγραφέας: ΚΟΕΝ, ΛΕΟΝΑΡΝΤ
Έτος έκδοσης: 2012
ISBN: 978-960-04-4280-9
ΣΕΛ.: 328
Σχήμα: 14 Χ 20,6
Τίτλος πρωτοτύπου:
Beautiful losers
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλικά
Μετάφραση: ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ, ΑΛΕΞΗΣ (Η μετάφραση των αποσπασμάτων από το γαλλικά πραγματοποιήθηκε από την κυρία Φανή Σωφρονίδου)
Βάρος: 359.00 γραμ.
Μαλακό εξώφυλλο


«Ο Τζαίημς Τζόυς δεν έχει πεθάνει. Ζει στο Μόντρεαλ με το όνομα Λέοναρντ Κοέν.»
The Boston Globe

Ένα από τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας του ’60. 
Mία από τις πιο προκλητικές και τολμηρές δημιουργίες του Λέοναρντ Κοέν.
Ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της καναδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Στο επίκεντρο της πλοκής του έργου βρίσκεται η Κάτερι Τεκακουίθα, μια αυτόχθων Καναδή (Μοϊκανή) αγία της Καθολικής Εκκλησίας, που έζησε κι έδρασε τον 17ο αιώνα, και η παράξενη γοητεία που ασκεί στους συναισθηματικά τραυματισμένους ήρωες που συνθέτουν το αξέχαστο ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας: τον ανώνυμο αφηγητή, ειδήμονα περί τη φυλή των Α_____ς που κινδυνεύει με εξαφάνιση, τη γυναίκα του Eντίθ, που αποτελεί ένα από τα τελευταία εναπομείναντα μέλη της εν λόγω εθνότητας, καθώς και τον παθιασμένο, αυταρχικό φίλο τους, τον Φ.
Πρόστυχο, μεγαλειώδες, παράφορο και πνευματώδες, το βιβλίο του Λέοναρντ Κοέν εξερευνά τον τρόπο που ο καθένας από τους ήρωες δρομολογεί ή αναστέλλει την άνευ όρων παράδοση στα ένστικτά του, ακολουθώντας ένα λαβυρινθώδες ταξίδι, στη διάρκεια του οποίου υποδύεται με την ίδια άνεση το ρόλο του αγίου και το ρόλο του ηδονοθήρα. Άλλοτε επώδυνα διασκεδαστικό, άλλοτε ανελέητα βασανιστικό και άλλοτε βίαια συγκινητικό, το Υπέροχοι απόκληροι είναι μια κλασική ερωτική τραγωδία, ο πυρακτωμένος λόγος της οποίας προσδίδει λάμψη στην εύφλεκτη ένωση της θρησκευτικής πίστης με τη σεξουαλικότητα που σιγοκαίει στον πυρήνα της.

«Ο Κοέν κατακλύζει τον αναγνώστη με λέξεις, εικόνες, πυροτεχνήματα και αγάπη. Είναι ένα παράφορο, ποιητικό, προσωπικό και κυρίως απολαυστικό μυθιστόρημα.» 
Toronto Star

«Ο αναγνώστης καθίσταται κοινωνός εξαίσιων και φοβερών οραμάτων.» 
New York Times


Ο Λέοναρντ Κοέν γεννήθηκε στο Μόντρεαλ το 1934. Το 1956 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλοLet Us Compare Mythologies. Το 1963 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο The Favourite Game (To αγαπημένο παιχνίδι, Μελάνι, 1995). Το 1966 κυκλοφόρησε το Beautiful Losers (Υπέροχοι απόκληροι, Κέδρος, 2012) με το οποίο γνώρισε παγκόσμια επιτυχία ως συγγραφέας. Το 1968 έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία με το άλμπουμ Songs ofLeonard Cohen.  Άλλα άλμπουμ του είναι τα Songs from a Room (1969), Songs of Love and Hate (1971), I’m Your Man(1988), The Future (1992), Ten New Songs (2001), Dear Heather (2004) και Old Ideas (2012). Θεωρείται, μαζί με τον Μπομπ Ντίλαν, ο σημαντικότερος τραγουδοποιός της γενιάς του. Μέλος του Rock and Roll Hall of Fame από το 2008, έχει τιμηθεί με πλήθος λογοτεχνικών και μουσικών βραβείων, με σπουδαιότερο το βραβείο Grammy που του απονεμήθηκε το 2010 για τη συνολική προσφορά του στη μουσική. Το έργο του περιλαμβάνει επίσης τις ποιητικές συλλογές Death of a LadysMan (1978), Book of Mercy (1984), και το 2006 το Book of Longing (Το βιβλίο του πόθου, Ιανός, 2008) κ.ά. Κυκλοφόρησε επίσης το 1994 μια επιλογή από ποιήματα και τραγούδια του με τίτλο Stranger Music: Selected Poems and Songs (H μουσική του ξένου: Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια, Ιανός, 2008).

Georges Bataille ‘'L’Arcangelico’' - Maldoror Press




di Carmine Mangone

Stando ai manoscritti lasciati dall’autore, L’Archangélique fu redatto dall’agosto al dicembre 1943. Venne pubblicato nel 1944 dalle edizioni Messages.
La prima parte (Le Tombeau) era però apparsa già l’anno prima, con il titolo di La Douleur, in un volume antologico: Domaine français (Messages, Éditions des Trois Collines).
Cfr. Georges Bataille, Œuvre Complètes, tome III, Gallimard, Paris 1971.

Undici poesie di L’Archangélique scartate da Bataille

Di seguito l’insieme delle undici poesie presenti nel manoscritto diL’Archangélique, datate ottobre 1943 - aprile 1944, che non furono incluse nell’edizione Messages del 1944. Cfr. Georges Bataille,Œuvre Complètes, tome IV, Gallimard, Paris 1971.



 Tratto da:
Georges BatailleL’Arcangelico
Traduzione di Carmine Mangone
con fotografie di Alessandro Tocco
e due scritti sul corpo di
Roberto Belli e Carmine Mangone
E-book 
Maldoror Press, 2011



“Des aveugles liront ces lignes”

ma folie et ma peur
ont de grands yeux morts
la fixité de la fièvre
ce qui regarde
est
le néant de l’univers
mes yeux sont d’aveugles ciels
dans mon impénetrable nuit
est l’impossible criant
tout s’effondre

la mia pazzia e la mia paura
hanno la fissità malata
di grandi occhi morti
è il nulla dell’universo
che guarda con questi occhi
i miei occhi di un cieco firmamento
nella mia notte impenetrabile
è l’impossibile a gridare
tutto crolla

*

almanach de lessive d’encre
immortalité de poète velu
poésie cimetière d’obésité
adieu blanquettes grivoises
doux morts costumés en femmes nues
adieu mensonge sommeils

almanacco d’inchiostro di liscivia
immortalità di poeta villoso
poesia cimitero d’obesità
addio fricassea salace
morti dolci mascherati da donne nude
addio sonni menzogna

*

prurit infini de fourmis arrestation
tri de papiers moustaches en poussière
wagonnets de fièvre
colonnade de pluie folle
claquements de linceuls souillés
funèbre impudeur des humains os
là une foule amoncelle des boîtes de peut‐être
un gendarme en chemise du haut d’un toit
gesticule une faux le Démon

prurito infinito di formiche arresti
scelta di carte baffi impolverati
carri di febbre
colonnato di pioggia folle
schiocchi di sudari insozzati
funebre impudicizia delle ossa umane
là una folla ammucchia scatole di forse
un gendarme in maniche di camicia dall’alto di un tetto
gesticola con una falce il Demonio

*

je t’égare dans le vent
je te compte chez les morts
une corde nécessaire
entre le vent et le coeur

ti perdo nel vento
ti annovero tra i morti
una corda necessaria
tra vento e cuore

*

Je n’ai rien à faire en ce monde
sinon de brûler
je t’aime à en mourir
ton absence de repos
un vent fou siffle dans ta tête
tu es malade d’avoir ri
tu me fuis pour un vide amer
qui te déchire le coeur
déchire‐moi si tu veux
mes yeux te trouvent dans la nuit
brûlés de fièvre.

Non ho niente da fare a questo mondo
se non bruciare
ti amo da morire
assenza di quiete in te
un vento folle soffia nella tua testa
sei malata d’aver riso
mi fuggi per un vuoto amaro
che ti lacera il cuore
straziami se vuoi
i miei occhi brucianti febbrili
ti ritrovano nella notte.

*

J’ai froid au coeur je tremble
du fond de la douleur je t’appelle
avec un cri inhumain
comme si j’accouchais
tu m’étrangles comme la mort
je sais cela misérablement
je ne te trouve qu’agonissant
tu es belle comme la mort
tous les mots m’étranglent

Ho freddo al cuore tremo
dal profondo del dolore t’invoco
con un grido inumano
come se stessi partorendo
tu mi strangoli come la morte
lo so è miserevole
ti ritrovo solo agonizzando
sei bella come la morte
tutte le parole mi soffocano

*

étoile perce le ciel
crie comme la mort
étrangle
je ne veux pas la vie
m’étrangler c’est doux
l’étoile qui se lève
est froide comme une morte

stella trapassa il cielo
grida come la morte
soffoca
io non voglio la vita
soffocarmi è dolce
la stella che sorge
è fredda come una morta

*

bande‐moi les yeux
j’aime la nuit
mon coeur est noir
pousse‐moi dans la nuit
tout est faux
je souffre
le monde sent la mort
les oiseaux volent les yeux crevés
tu es sombre comme un ciel noir

bendami gli occhi
amo la notte
il mio cuore è nero
spingimi nella notte
tutto è falso
io soffro
il mondo sente la morte
gli uccelli rubano gli occhi cavati
tu sei scura come un cielo nero

*

la fête commencera
dans la boue et dans la peur
les étoiles tomberont
quand la mort approchera.

la festa comincerà
nel fango e nella paura
le stelle cadranno
quando si appresserà la morte.

*

Tu es l’horreur de la nuit
je t’aime comme on râle
tu es faible comme la mort
je t’aime comme on délire
tu sais que ma tête meurt
tu es l’immensité la peur
tu es belle comme on tue
la coeur démesuré j’étouffe
ton ventre est nu comme la nuit.

Tu sei l’orrore della notte
ti amo come si rantola
sei fievole come la morte
ti amo come si delira
tu sai che la mia testa muore
sei l’immensità la paura
sei bella come si uccide
il cuore smisurato io soffoco
il tuo ventre è nudo come la notte.

*

Tu me mènes droit vers la fin
l’agonie a commencé
je n’ai plus rien à te dire
je parle de chez les morts
et les morts sont muets.

Tu mi conduci dritto verso la fine
l’agonia è cominciata
non ho più niente da dirti
io parlo con i morti
e i morti sono muti.



Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Marina Massenz - “La ballata delle parole vane”, edizioni L' arcolaio

La zattera danzante delle passioni




di Roberto Caracci


La ballata delle parole vane è la ballata delle parole che non restano. In particolare quelle dell’amore. Resta la ballata, sì, resta il canto, la danza, il ritmo della vita, che anche e soprattutto di amore è fatta. E del resto qui non si parla di amore, ma di amori. Di amore al plurale. Di passione in cui una donna può credere, ma nelle sue mille sfaccettature, tante quanti sono ad esempio gli uomini.
L’aleatorietà degli amori è proporzionale all’intensità della loro esperienza vissuta, della loro fatale contingenza, dove l’immersione senza difese e senza tutele minaccia quel dolore che solo la distanza -lo insegna l’esperienza- può esorcizzare, spiegare e poi prevenire. L’oscillazione vertiginosa è questa, tra l’abbandono dell’anima nuda, spensierata e vulnerabile, e il ricorso alla sicurezza di mura difensive, che non ci lascino più combattere aspre battaglie in campo aperto. Mura fragili, comunque, diafane e permeabili, più un proposito velleitario di vita che una certezza, più un ideale regolativo che una garanzia.
Ma c’è qualche altra cosa che, oltre alla distanza, garantisce le mille elaborazioni del lutto degli amori: l’ironia. E allora l’oscillazione diventa quella tra l’approccio sofferto, tragico, depressivo al fallimento amoroso e l’ironica distanza di chi può farne poesia, canto, ballata. L’ossimoro è tutto qui: la giocosità del canto unita alla coscienza della vanità di quanto nel canto viene raccontato. In fondo è la stessa poesia che libera nel canto, che raccoglie l’esperienza, e non potendole fornire un senso definito, compiuto, scioglie l’insensatezza del vissuto nel ritmo della ballata.
E Marina Massenz ha un raffinato gusto del ritmo, della prosodia e della cadenza, anche quando- con una sottilissima arguzia psicologica (nel testo intitolato proprio La ballata delle parole vane)- ironizza sulla propria vocazione poligamica (Sono una donna/dai molti mariti) ed elenca una sorta di bestiario maschile, una tipologia di uomini dallo spirito animale: il veloce uomo anguilla, che si gonfia e si sgonfia/in un batter d’occhio, l’uomo falco che cade in picchiata/ par che si schianti, l’uomo polpo con molte braccia/e poco cervello, l’uomo-murena, che predilige lo stare in agguato, l’uomo-cernia, che ammicca, suggerisce/scodinzola e poi sparisce. Un pluri-ritratto zoomorfico alla Saba, rovesciato dall punto di vista femminile, dove la satira è bonaria e insieme pungente. Voi capirete ora certamente/perchè così tanti ne debba avere.
La Massenz ci racconta dunque di amori accesi e svaporanti, di viaggi del cuore a due dove la meta non è sicura, e neanche la condizione del viaggio; dove il letto stesso diventa una zattera per probabili naufragi, o per maturare la consapevolezza che un solo letto per due è troppo piccolo.
Ci racconta di burrasche di coppia (Ti vorrei far nero, pesto di pugni/ per ridurti in poltiglia…), di minacce di donna insicura finite in risa (Vedrai i miei canini/ allungarsi in zanne…), di cene in solitudine dove si rimugina l’inutile rappresaglia (Stasera ho a cena/Orgoglio, Umiliazione e Rancore). E dunque di tante parole vane dette o pensate per giustificare in qualche modo gli assurdi labirinti delle esperienze sentimentali. Ma poiché, come si diceva, una giustificazione vera non c’è, resta la trasformazione di questi frammenti di esperienza, felice e dolorosa, in una danza centrifuga e centripeta, che è il ritmo di una ballata scanzonata, dove la saggezza si identifica con una sorta di elogio della follia del vivere.
Talvolta, come nella lirica Incontri unilaterali, ci si incrocia senza riconoscersi, uniti in questa spaesante unilateralità dell’anonimia, dell’alienazione reciproca, della reciproca ignoranza. Nelle vicissitudini e negli ondeggiamenti delle passioni di coppia, dove -come direbbe Catullo- non esistono leggi né patti, le stesse maree d’amore/sono ingannevoli per definizione- scrive la Massenz nella bella lirica Luna chimera -Senza dubbio mutevoli/ con pelliccia di volpe.
Si succedono nel volume piccoli spietati ritratti di uomini-amanti dalla mimica animale, quello dal volto grifagno che sopporta/le effusioni della donna al mattino, le sue fusa di gatto domestico (Grifagno); quello che abbracciando comprime in spire di boa, e finge di dormire osservando lei con occhio liquido e freddo (Stritolamenti); quello dagli occhi come animali che guizzano e poi scompaiono.
Poi, fra una configurazione zoologica e l’altra, le tregue dell’amore, della passione, ma anche del rimpianto, della supplica, della richiesta di spiegazione: (Spiegami amore, finchè/ancora posso chiamarti così…). E nella struggente Istantanee con flash, la voce lirica si paragona a una farfalla notturna, falena sbatacchiante nel buio, presa nella nebbia di Milano da una nera stanchezza. Spesso qui l’uomo figura come l’assente, o meglio come colui che si allontana. Resta nella donna una memoria del corpo che la fa vibrare come in un tango, che tambureggia il proprio ritmo nel cuore di lei lungo le vie della città (vedi la splendida poesia Tango). E così lei diventa una affannata spia delle tracce lasciate da lui seminate.
A balzi mi affaccio in sospetto
di imminente informazione, ma
nessun bisogno di ulteriore affetto,
garantita adeguata organizzazione.
 (Come un affanno)
Dove ancora una volta l’oscillazione è tra lo sprofondamento nella passione che non dura e l’istanza di una distacco ironico, a autoironico, che la poesia -anche quella della parole vane- può garantire. La lapidaria chiusa di questa ultima lirica è tanto amara quanto intrisa di consapevolezza. E’ la consapevolezza della necessità di conservare l’unità dell’io, malgrado la molteplicità dei fuochi fatui delle passioni e di chi le accende. Del resto, non aveva detto la poetessa nella prima sezione del libro di essere pronta a raccogliere in un gran fascio la molteplicità dei colori della vita, delle contrade e degli stessi uomini con cui quei percorsi erano stati compiti? La poesia, come ballata, ha come compito proprio quello di ‘raccogliere‘ nel suo legein la caotica molteplicità dell’esperienza, e farne danza, ritmo.
E’ un ritmo a cui la Massenz ama lasciarsi andare, con un pizzico di virtuosismo musicale, timbrico e fonetico- rime interne, anafore, paronomasie- che regala al lettore una trasognata piacevolezza di lettura.
Nella terza sezione del libro, Le capriole del ‘noi siamo’, le lacerazioni delle prime parti paiono ritrovare una loro sutura, una riconciliazione. Intanto viene a galla la dolcezza del ricordo, che investe giorni e notti di amori veramente vissuti, pur nella loro transitorietà. (Ci siamo uniti molte volte nell’acqua… Mi resta un guizzo/lo ricordo nel corpo… Facevamo all’amore solo con le mani/ come ciglia vibratili…)
In questa ballata di parole vane e di esperienze che non lasciano tracce se non sotto forma di ritmo e ballata del vivere (e del verso), traluce ora una sorta di accettazione sapiente, controllata, del baccanale dell’esistenza.
Sedotta, consegnare e recedere;
abbandonata all’abisso in cadute
mozzafiato affronto il baccanale,
solida sbornia di specie carnale…
Ma tutto questo senza dimenticare quella striscia sottile d’ironia con cui è necessario affrontare le acrobazie dello stare in due.
Ma se deponi le lance e i moti dissuasivi
percorrere forse possiamo
quella striscia sottile d’ironia
le capriole del ‘
noi siamo‘.
Una proposta di tregua, forse, o di spontanea accettazione a due di un vissuto che ci vede tutti coinvolti in un pazzo sabba di sentimenti e insieme selvatica voglia di libertà. Dove l’uomo può anche sollevarsi da uno dei tanti letti della vita come un cacciatore che punti l’arma contro la sua preda, ma diritto della donna è poter sottrarsi a tutto questo, e fuggir via dall’ennesimo letto o dall’ennesimo fucile di uomo come un cervo che non si fa impallinare.
Ma quando invece ti sollevi cacciatore
e punti il cervo, il suo palco mal celato tra
le foglie, allora abbassa l’arma e lasciami
fuggire; guarda come corro, verdi balzi
in ogni direzione, elastici appoggi…
ho una mia grazia selvatica!
 (Lisciami)
Nel meraviglioso viaggio ad ostacoli di un percorso di coppia, molto si gioca una donna. Ma bisogna a un certo punto anche sentirsi liberi da quelle stesse regole che hanno dato un ordine a quel gioco, a quel viaggio. Perché è già difficile dire a se stessi, nei vari bilanci della vita,io sono. Molto più complicato, evidentemente, è provare a vincere la difficile, ambiziosa scommessa, anche quella infiammata dall’amore, delnoi siamo.
* * *
Una breve selezione di testi qui.
* * *
Marina Massenz è nata nel 1955 a Milano, dove vive. Psicomotricista, si occupa di terapia e formazione. È autrice in questo ambito di tre libri e numerosi saggi. Ha pubblicato nel 1995 la sua prima raccolta poetica: Nomadi, viandanti, filanti, ed. Amadeus, Cittadella (Padova). Suoi versi e prose poetiche sono state pubblicate su: AccordiInversoQui-appunti dal presenteIl Monte analogoPoliscrittureLe voci della lunaLa poesia e lo spiritoX Quaderno da fare (di Biagio Cepollaro).

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Φήμη




Φή­μη
(Beruhmt)

ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ κα κά­το­χος πα­νε­πι­στη­μια­κς ­δρας ­ναγ­κά­στη­κε ν δι­α­κό­ψει μι γ­χεί­ρι­ση ρου­τί­νας, κα­θό­λου δύ­σκο­λη, ο­τε ­πι­κίν­δυ­νη, κα ν ­να­θέ­σει τν πε­ρά­τω­σή της στος βο­η­θούς του, λό­γ ξαφ­νι­κς ­δι­α­θε­σί­ας. Στ συ­νέ­χεια δν δι­έ­θε­τε τ σθέ­νος ν πα­ρα­δε­χτε δη­μο­σί­ως κα στν ­δια τν ­σθε­ν, ­ποί­α ε­χε ν τ με­τα­ξ συ­νέλ­θει, τ πς ­χουν τ πράγ­μα­τα, ν­τι­θέ­τως, δε­χό­ταν τ συγ­χα­ρη­τή­ρια τς ­σθε­νος γι τν ­πι­τυ­χη­μέ­νη ­πέμ­βα­ση, ­νε­ξάρ­τη­τως δ ­π’ τ ­πρ τ δέ­ον πο­λύ­τι­μα δ­ρα πο δέ­χτη­κε ­π’ τν ­σθε­ν, με­τα­ξ τν ­ποί­ων κι ­να χρυ­σ ρο­λό­ι τσέ­πης, τ ­πο­ο λέ­γε­ται ­τι ­ν­κε στν Να­πο­λέ­ον­τα Ι. ­γνο­ο­με, πό­σοι φη­μι­σμέ­νοι χει­ρουρ­γο κα­θη­με­ρι­νς α­σθά­νον­ται ­δι­α­θε­σί­ες, δι­α­κό­πτουν γ­χει­ρί­σεις κα τς ­να­θέ­τουν στος βο­η­θούς τους, καρ­πω­νό­με­νοι ν συ­νε­χεί­ τν ­παι­νο, τ συγ­χα­ρη­τή­ρια κα τ ε­χα­ρι­στή­ρια δ­ρα, ­στό­σο ­ριθ­μός τους θ πρέ­πει ν πλη­σιά­ζει τν ­διο τν ­ριθ­μ τν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γν. Κι ­ριθ­μς ­μως τν ­γνώ­στων κι ­φα­νν βο­η­θν, στος ­ποί­ους ­πλς ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ­ποι­α­δή­πο­τε ­δι­α­θε­σί­α, ε­ναι ­ξί­σου ­ψη­λός. ­πο­φαι­νό­με­νος προ­τι­μο­σε ν χει­ρουρ­γε­ται πάν­το­τε ­π τος βο­η­θος τν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γν, ο ­πο­οι τυγ­χά­νει ν ε­ναι κα φη­μι­σμέ­νοι κα­θη­γη­τς ­α­τρι­κς, κι ­χι ­π’ α­τος τος τε­λευ­ταί­ους. Πάν­το­τε δ ­φη­νε πί­σω του τ χει­ρουρ­γι­κ τρα­πέ­ζι σ­ος κι ­βλα­βής.

ΣτΜ: ­φι­ε­ρω­μέ­νο στος ­φα­νες ­ρω­ες.


Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τς φω­νν, κ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 128-129 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).


Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν λ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμον­τεν Α­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κς συγ­γρα­φέ­ας κα ποι­η­τής, ­νας ­π τος ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φες το 20ο α­ώ­να κα μ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στν πα­τρί­δα του, Α­στρί­α. ­στε­ρα ­π δύ­σκο­λα παι­δι­κ χρό­νια κα τ μά­χη μ τ φυ­μα­τί­ω­ση κι ­χον­τας γ­κα­τα­λεί­ψει τ γυ­μνά­σιο, ­φο­σι­ώ­νε­ται στ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του μο­να­ξιά, πό­νος, θά­να­τος, τ ­δι­έ­ξο­δο. Στ ρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ε­ρω­νεί­α κι σαρ­κα­σμς σ μα­κρό­συρ­τες κα κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μ πλ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τν ­ποί­ων τ Κρα­τι­κ βρα­βε­ο λο­γο­τε­χνί­ας τς Α­στρί­ας (1967) κα τ βρα­βε­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τν ­να­δη­μο­σί­ευ­ση κα σκη­νο­θε­σί­α τν ρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στν εσαγωγ τς μεταφράστριας δ.)

Με­τά­φρα­ση ­π τ γερ­μα­νι­κά:
­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ­π τ γερ­μα­νι­κά, τ ­σπα­νι­κά κα τ γ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στ ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κα ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κς σπου­δς μ ­πο­τρο­φί­α το γερ­μα­νι­κο κρά­τους στ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τς Γερ­μα­νί­ας. ­πι­πλέ­ον ­σχο­λε­ται μ τν κρι­τι­κ θε­ά­τρου σ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κο κα γρά­φει κρι­τι­κς λο­γο­τε­χνί­ας γι ­φη­με­ρί­δες κα πε­ρι­ο­δι­κά.



επίσης για τον Τό­μας Μπέρ­νχαρντ δείτε εδώ


Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Margherita Rimi “Era Farsi – Autoantologia” – 1974-2011, Marsilio




Margherita Rimi è nata a Prizzi (Pa) e risiede in provincia di Agrigento. Poetessa, medico e neuropsichiatra infantile, svolge da anni una intensa attività di prima linea per la cura e la tutela dell’infanzia e dell’adolescenza, lavorando in particolare contro le violenze e gli abusi sui minori e a favore dei bambini portatori di handicap.
Di recente ha pubblicato, per i tipi di Marsilio, una silloge intitolata “
Era farsi“. Protagonisti,  i bambini: quelli che hanno beneficiato di una infanzia serena, ma anche quelli che hanno subito abusi e violenze sessuali.
Di seguito, la prefazione al libro firmata da 
Daniela Marcheschi.
* * *


Margherita Rimi “Era Farsi – Autoantologia” – 1974-2011
Marsilio 2012
prefazione di Daniela Marcheschi
Bambini, i protagonisti della raccolta di poesie “Era farsi” della siciliana Margherita Rimi, neuropsichiatra infantile, impegnata con passione tanto nella tutela dell’infanzia e nella cura dei bambini variamente offesi quanto in un lungo lavoro sulla poesia, perseguito nel tempo con discrezione e con tenacia.
In questi suoi versi degli anni 1974-2011, in un linguaggio poetico che colpisce per l’agile semplicità e la verità disarmante, le voci dei bambini presentano un timbro diverso dal solito. Sono principalmente quelle dei bambini che subiscono abusi e violenze pure sessuali, e pongono così un interrogativo radicale e doloroso sul perché del male, spesso perpetrato proprio da coloro che dovrebbero invece proteggerli. La domanda «Papà dove mi porti? », che compare nella poesia intitolata appunto “Le voci dei bambini” e dedicata ad Agota Kristof, fa risuonare in tutto il suo carico di pena il senso di «un segreto» terribile, che si alimenta della cecità e dell’egoismo degli adulti, pesando sul bambino senza colpa. Quest’ultimo può solo andare «piano per la strada», vedere e sentire «Gli aquiloni» che «lo chiamavano/ per nome», o esprimere il desiderio di «nascere due volte», mentre la sua innocenza sta per essere violata ancora.
Il dettato della Rimi è nitido nel suo articolarsi per anafore, iterazioni e parallelismi di ogni genere, ma anche per montaggi fra giustapposizioni e incroci analogici: « E – sono un libro chiuso/ E – rimango chiuso/ i grandi hanno grandissimo da fare» (“In salvo”). La sua poesia conquista il lettore, perché l’Autrice ha la rara capacità di guardare e vedere il mondo dagli occhi stessi dei bambini, un mondo a volte feroce e cinico, di maltrattamenti e di paura, di ferite e di malattia. Eppure dei bambini violati o disabili la Rimi sa cogliere con essenzialità anche tutta la purezza e la forza: la bellezza.
Accanto a ciò sono le voci rassicuranti – e diversamente inquietanti – dei bambini la cui infanzia è serena, gioiosa delle proprie scoperte e degli affetti sicuri in grado di tutelarla: parole e modi privi di bamboleggiamenti e pieni invece di invenzioni, di sguardi nuovi sulla realtà, restituita suggestivamente per squarci e tagli sintattici, per circonvoluzioni logiche, che ne fanno cogliere aspetti vitali ed inconsueti.
I versi della Rimi mirano infatti a scandagliare le voci del mistero stesso dell’«era farsi», del divenire degli anni in direzione dell’età adulta, e dell’umana ricchezza di un simile processo di crescita e sviluppo, pur fra mille interruzioni e riprese. L’infanzia evocata dall’Autrice ha in questo una sua identità precisa e una specificità, che deriva dalla sua formazione culturale e dalle sue conoscenze scientifiche.
Nel costruire l’«autoantologia», Margherita Rimi consegna anche un viaggio poetico attraverso la propria infanzia e giovinezza, per poi approdare ai componimenti della maturità, dove emergono gli affetti, la forza dei legami familiari, la tensione di alcuni temi etico-sociali (ad esempio nella sezione “Di parole bianche”), ma anche una visione ironica della realtà.
Si tratta di una poesia a tutto tondo, che propone anche testi in una lingua siciliana scabra (nella sezione “Carta nivura”), e versi di omaggio a Luigi Pirandello e Leonardo Sciascia, nonché ad Anton Čechov e ad Ana Blandiana, ad Agota Kristof (menzionata prima) o Birgitta Trotzig, quasi a riaffermare la continuità tra passato e presente, la necessità della letteratura universale nelle domande che l’esistenza stessa, nel suo hic et nunc, non smette di sollevare.


http://lapoesiaelospirito.wordpress.com

Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά - Αύγουστος Κορτώ - Εκδόσεις Καστανιώτη




Του Παναγιώτη Γούτα

Ύστερα από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του τελευταίου βιβλίου του Κορτώ είναι φανερό πως το κείμενο στερείται κάποιας ιδιαίτερης τραγικότητας (και ιδιαιτερότητας) στον πυρήνα του, για να αξιοποιηθεί επιτυχώς ως «σοβαρή» αυτοβιογραφία.

Τι θέλω να πω μ’ αυτό; Ο βασικός ήρωας των επιμέρους ιστοριών είναι (σχεδόν πάντα) ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος, τρυφηλός και παχύτατος, ξεκινά από τη συμπρωτεύουσα και ως κακομαθημένο καρντάσι τρώει το καταπέτασμα, ξεπαραδιάζει τους γονείς του, τους κλέβει τσιγάρα, φοιτά στο πιο φημισμένο ιδιωτικό της πόλης, έχει πάντα τη σιγουράντζα του πατρός Κορτώ (αναγνωρισμένου οδοντίατρου της νύμφης του Θερμαϊκού), κι ενώ ο ίδιος αδειάζει τα ράφια των Μαρινόπουλου, Μασούτη, Κόντινεντ και δε συμμαζεύεται, μια ωραία πρωία παρατά την Ιατρική και, θανούσης της μητρός Κορτώ (εδώ πέπλο μυστηρίου καλύπτει τον χαμό της), πάλι με τον εύκολο και βολικό παρά τού άκρως ανεκτικού και ανοιχτών οριζόντων πατρός Κορτώ, κατεβαίνει στην Αθήνα, από την πρώτη μέρα δουλεύει οχτάωρο στον Καστανιώτη, μεταφράζει, γράφει ασύστολα, εκδίδει μυθιστορήματα, χάνει βάρος, γίνεται σένιος και στιλάτος (πάντα, όμως, με μια λανθάνουσα ροπή στο φαγητό και σε ό,τι άλλο υπονοεί εκείνο το πολλά του τίτλου του), κάνει κουμπάρα τη Λώρη Κέζα, δέχεται τηλεφωνικώς, επί καθημερινής βάσεως, διατροφικές συμβουλές της Σώτης Τριανταφύλλου, και γίνεται το γνωστό ευφυές Εξαρχειόπουλο που φοβάται πάντα τις κατσαρίδες και νοσταλγεί, πού και πού, κάποια παλιά συμβάντα της Θεσσαλονίκης, που τυγχάνει και γενέτειρά του.

Υπ’ αυτό το μονοδιάστατο και αυστηρό, σχεδόν ισοπεδωτικό, πρίσμα, και με δεδομένη τη σαλονικιώτικη παράδοση στη γύμνωση της ψυχής, τον ρεαλισμό, την εξομολόγηση και τη βιωματική πεζογραφία (όρα Χριστιανόπουλο, Ιωάννου, Καζαντζή, Σφυρίδη, πεζογράφους της Διαγωνίου κ.α), το βιβλίο του Κορτώ υστερεί καταφανέστατα. Όμως ο ίδιος δεν στόχευε να γράψει «δύσκολα» και «δύσπεπτα» πράγματα – άλλωστε σε διάσπαρτα σημεία της αφήγησής του δηλώνει πως απεχθάνεται τη σοβαρή ή σοβαροφανή τέχνη, όλων των ειδών και εκφάνσεων. Στόχος του ήταν μια άλλου τύπου αφηγηματική αυτοβιογραφία, ένα δείγμα ανάκατα επιλεγμένων προσωπικών στιγμών του παρελθόντος, όπου το τραγικό με το κωμικό συνυφαίνονται και συνυπάρχουν αρμονικά, με χαλαρό, διασκεδαστικό ύφος τύπου Τσιφόρου, με το χιούμορ, ή καλύτερα το γέλιο, να καλύπτει τα πάντα, ν’ αποφορτίζει και να φαιδρύνει σοβαρές κι ενοχλητικές καταστάσεις, κι εντέλει, μέσω αυτού, να υποδεικνύεται ένας δρόμος, μια διέξοδος για την ίαση της ψυχής και των προβλημάτων που μας ταλανίζουν. Έτσι, μάλιστα… Υπό αυτό το ανεκτικότερο πρίσμα, το Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά αποκτά σημαντικό λόγο ύπαρξης.

Ξεφορτώθηκε το παρελθόν και ησύχασε

Απήλαυσα μέσα σε λίγες μόνο ώρες τα 20 αφηγηματικά κομμάτια του βιβλίου, όπου η ιστορία πάντα ρέει σπαρταριστά κι αβίαστα στις σελίδες του, με δαιμονικό χιούμορ και υπονομευτική, ανατρεπτική διάθεση, ίσως λίγο παραπάνω ναρκισσιστική του αναμενόμενου, αλλά με ειλικρίνεια, αυτοσαρκασμό κι ένα εξομολογητικό ύφος που ξενίζει. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ένιωσα πως χάζευα σε γκαλερί πίνακες του Φερνάντο Μποτέρο, ενώ ένα αχνό χαμόγελο διαγραφόταν μονίμως στα χείλη. Η βουλιμία, η καταναλωτική μανία, η εντομοφοβία, η αποδόμηση των ερωτικών στάσεων, εικόνες από τη ζωή της Θεσσαλονίκης του ογδόντα και της Αθήνας στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, ευτράπελα σε θερινούς σινεμάδες της συμπρωτεύουσας, η ερωτική του κλίση που κι αυτή γίνεται αντικείμενο σαρκασμού, μεθύσια από την κοιλιά της μάνας μέσω του ομφάλιου λώρου, γυναικούλες που τερατολογούν ασύστολα, ταξίδια στην Κοπεγχάγη, τη Λειψία και τη Στοκχόλμη, αλλά και η εύστοχη διακωμώδηση ασήκωτων στιγμών σοβαρών βιβλίων ή σοβαροφανών συγγραφέων ή κινηματογραφικών ταινιών «βαριάς» κουλτούρας, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θα συναντήσει ο αναγνώστης στο τελευταίο βιβλίο του Κορτώ. Στο τέλος των αφηγηματικών σπονδύλων (εδώ να επισημάνω πως σωστά εκδότης και συγγραφέας δεν ονόμασαν το βιβλίο διηγήματα, αφήνοντάς το αχαρακτήριστο) υπάρχει συχνά μια συνόψιση της ιστορίας, μια ηθελημένα χιουμοριστική νουθεσία, μια πετυχημένη ατάκα που αναμένουμε ή κάποια συμβουλή που δίνει ο Κ. στους αναγνώστες του, με την άνεση ανθρώπου που ξεφορτώθηκε το παρελθόν του και ησύχασε.




Στη σπαρταριστή αφήγηση υπάρχουν εμβόλιμες λέξεις ή φράσεις του αθηναϊκού λάιφ στάιλ (ξεπαρταλιάστηκα, καταπιόνας κτλ.), με τις οποίες πιθανόν να ξεκαρδίζονταν οι «ιέρειες» των τηλεοπτικών ριάλιτι, αν διάβαζαν, φυσικά, το βιβλίο, αλλά αυτό δεν ενοχλεί και τόσο ούτε αποδυναμώνει το αιχμηρό, καυστικό και σαρκαστικό τόνο τού όλου εγχειρήματος.

Ο πρόλογος του Τζούμα λειτουργεί μεν ως κράχτης σ’ ένα κοινό που σχετίζεται με το λάιφ στάιλ και την ημιλογοτεχνία, αλλά νομίζω πως περίττευε.

Τέλος, προσυπογράφω ανεπιφύλακτα τις απόψεις του συγγραφέα για τον μεγάλο παραγκωνισμένο των γραμμάτων μας, τον Τσιφόρο, που χάρισε άφθονο γέλιο σε αρκετές γενιές αναγνωστών με τα δροσερά βιβλία του, και, τελικώς, καταχωνιάστηκε κάτω από το βάρος σκοτεινών και δυσκοίλιων συγγραφέων βαρύγδουπων και ακαταλαβίστικων έργων.

Τελικά, μάλλον καλώς γράφηκε το συγκεκριμένο βιβλίο. Είτε κατόπιν συστάσεως των 2 (δύο) ψυχιάτρων του που απαλύνουν την κατάθλιψή του (γίνεται σχετική αναφορά από τον Κ, σε κάποια σημεία του βιβλίου), είτε κατόπιν αιτήματος του εκδότη του, είτε με πρωτοβουλία του ίδιου του συγγραφέα για ξέπλυμα μαύρου (και παχουλού) παρελθόντος, γνωρίσαμε μια άλλη πτυχή του αστείρευτου ταλέντου του Κορτώ. Την κωμική, τη σατιρική, την παιγνιώδη. Και, το σημαντικότερο: Γελάσαμε με την ψυχή μας.


Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

''Rasulanne'' - Marcello Marciani, edizioni Cofine






Poesia che nessuno può mangiarla più dolce e più furiosa
Appunti di Anna Elisa De Gregorio su Rasulanne di Marcello Marciani, edizioni Cofine 2012, premio Città di Ischitella-Pietro Giannone 2012.
È una maledetta sorpresa quella che per prima ci arriva, come una rasoiata sulla faccia, durante la lettura diRasulanne (rasoiate), raccolta poetica di Marcello Mariani nella lingua “rasposa” e ben poco accattivante di Lanciano. Per la forza realistica, erotica, carnale, e allo stesso tempo visionaria (al limite dello sragionare) dei versi, la novità dei temi, l’originalità selvaggia dell’uso della lingua. In questo caso il dialetto rappresenta una marcia in più, che apre strapiombi e cieli. Senza limiti. Ci vengono scaraventati addosso suoni di arancio, di rosa, angustie e sangue.
Da dove escono questo umor nero, le unghiate ironiche, gli endecasillabi così perfetti e virili, i giochi di assonanze e rime (pezze, rrazze, rizze, pazze), se lo domanda anche il poeta nel prologo del libro e si risponde: ‹‹Da un foro in petto stanno salendo/ codeste voci strambe dure o lente/ che s’avventano e mozzano il fiato››. Una ferita, un colpo di pistola, viene da pensare. Furore e malinconia sono le due passioni che guidano Marciani, l’unico modo per rispondere all’assurdo e alla finitudine dell’esistere.
Interrogazioni che ci lasciano inquieti fin dalla prima poesia (le scurdunanze de l’attore), parole scritte a voce alta, urlate, che non permettono di restare sordi. Sono le parole dell’Attore-cuntore, che è anche pupo nel teatro di figure create dal poeta. Lui sta costantemente tra lo sprofondo e il sogno, obbligato alla parola.
Sentiamo sotto i piedi la terra che si muove, uno strano fenomeno bradisismico. Come non pensare, leggendo il disperato appello di Patalòcche (rivolto a un tu imprecisato o inesistente) alla poesia di Michele Sovente, vissuto in una terra per eccellenza mossa dal bradisismo del vivere, e che ha usato il dialetto per inviarci messaggi di tramonti e terremoti, fra limoni e cani rabbiosi, fra nuvole e vecchiaia? Infatti per niente rassicuranti sono i quindici monologhi di Marciani (davanti al palcoscenico dove siamo stati catapultati, recitano litanie in prima persona la Spinaventosa, la Budellona, la Dormigliona, il Campanaio…) in un “senza tempo” altrettanto non rassicurante, lontano anni luce dai versi nostalgici o sognanti di un eden pastorale, mai esistito, se non nel desiderio; i personaggi sono sospesi, eterni, hanno una loro grandezza mitica, che va al di là della storia, eppure fanno parte dell’immaginario più banale di un banale paese del centro italia. E allora dov’è l’originalità se non nel ritmo del verso attorcigliato, ansante, nell’uso slacciato da ogni schema delle metafore, nelle frasi senza centro, nella libertà degli atti e dei pensieri a volte blasfemi, a volte tenerissimi, quasi sempre rabbiosi di questi pupi?
Si esce dalla lettura di Rasulanne sbattuti, stravolti, come dopo una catabasi o un naufragio, dove tutte le nostre certezze sono finite in bocca ai pesci, con l’odio per l’acqua che abbiamo ingoiato, salata, eppure estatici; abbiamo fatto un’esperienza estrema, quella dei dervisci roteanti, con tutte le conseguenze “nefaste” che ne derivano, perché ci verrà voglia di scrivere, di mettere la nostra creatività ripulita su un foglio, di “copiare” da noi stessi parole infuocate che avevamo dimenticato. E non ci riusciremo, perché il dono della poesia è solo di pochi “idioti”, di pochi fanciulli…
Volutamente nessun verso in dialetto è stato scelto a esempio della poesia di Marciani, il libro va letto, dobbiamo spiaccicarci addosso le parole, una per una, sporcarci. A malincuore (è un’ingiustizia verso gli altri componimenti) segnaliamo Lu pozze (dove sentiamo dubbòtte, de telefone, o de che?) e La ninnille (dove ci facciamo giocare dall’ambiguità tra il maschile e il femminile).
Ci scompiglia l’anima la poesia di Marciani, che con un lingua “vecchia” fa cose nuove. Dalle ormai strette fessure della lingua scappa via sempre la poesia, si libera, trova parole di meraviglia, facendoci ricordare, ritrovare quella libertà primigenia perduta.


«ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ» - ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ - Εκδόσεις «Γαβριηλίδη»




«Πώς μπορεί να ζήσει κανείς χωρίς τη ζωή του;». Το οξύμωρο ερώτημα χρειάστηκε δύο φορές να απαντηθεί στη ζωή του 74χρονου σήμερα Θοδωρή Καλλιφατίδη: Στα οκτώ του χρόνια όταν, το 1946, με ανθισμένες τις αμυγδαλιές, τον πήρε από το χέρι ο παππούς του στους Μολάους Λακωνίας και τον άφησε μέχρι που βρήκαν τους γονείς του στην Αθήνα. Και στα 26 του όταν, το 1964, με μια μισοάδεια βαλίτσα, αποχαιρέτησε τους γονείς του στον Σταθμό Λαρίσης με προορισμό μια άγνωστη χώρα, τη Σουηδία. Τώρα, αναγνωρισμένος και πολυμεταφρασμένος συγγραφέας, εξηγεί στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο γιατί η φυγή ήταν αναγκαία και γιατί τα οδυνηρά περασμένα δεν ήταν όνειρο.
Ο Θ. Καλλιφατίδης ανατρέχει στο παρελθόν του που θυμίζει τα πέτρινα χρόνια. Πρώτος ο πατέρας του, δάσκαλος, διωγμένος από τη δημόσια εκπαίδευση με την κατηγορία του κομμουνισμού, εγκατέλειψε τους Μολάους στα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου. Ακολούθησαν οι υπόλοιποι της οικογένειας, μέχρι τη στιγμή που τα αντίποινα στράφηκαν στον οκτάχρονο Θοδωρή. Ηταν ώρα να φύγει κι αυτός. Ο συγγραφέας καταγράφει την απορία και τον τρόμο του μικρού παιδιού που ξεκινά τόσο νωρίς τη μεταναστευτική διαδρομή του. Η προσαρμογή στην Αθήνα δεν ήταν εύκολη. Ανέχεια, φτωχικά σπίτια με συγγενείς. Ηττα των αριστερών, εξόριστοι στα ξερονήσια, διωγμένοι, βία, αλλά και «βλαχάκι» στο σχολείο και ταπεινώσεις. Τα πρώτα διαβάσματα ήταν βιογραφίες των αγίων της γιαγιάς που καταδίκαζαν «τη μισή ανθρωπότητα στον πειρασμό και την άλλη μισή στην αμαρτία». Οι πρώτοι έρωτες κατέληγαν σε αποτυχία. Στο σχολείο ανακάλυψε την αγάπη του για τα γράμματα -λάτρευε τη Γραμματική, «που δεν οργανώνει μόνο τη γλώσσα αλλά και τον χρόνο»- μα και την «αποσιώπηση», που έγινε «ένα από τα πιο συνηθισμένα θέματα στα βιβλία που θα έγραφε στο μέλλον». Διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του. Από την «Κριτική του καθαρού λόγου» του Καντ συγκράτησε μια φράση, «Δύο πράγματα με γεμίζουν με απορία, ο έναστρος ουρανός από πάνω μου κι ο ηθικός νόμος μέσα μου», γιατί του ξυπνούσε μια προσδοκία «ότι η ζωή ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι έβλεπε».
Ο Καλλιφατίδης αφιερώνει πολλές σελίδες στο αναχρονιστικό σχολείο που τον απωθούσε. Οταν, σύμφωνα με το έθιμο, πέταξε το μελανοδοχείο του στον τοίχο του σχολείου, «είχε γίνει κατά σειρά άθεος, σοσιαλιστής κι εραστής της λογοτεχνίας». Η απόρριψη από το πανεπιστήμιο λόγω των φρονημάτων του πατέρα του, οι διαδηλώσεις και οι συλλήψεις, ο παραλογισμός του φασισμού στον στρατό, ο απόηχος της εκτέλεσης του Μπελογιάννη και της δολοφονίας του Λαμπράκη, αλλά και η φοίτησή του στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν μαζί με τους κολλητούς του Διαγόρα Χρονόπουλο και Γιάννη Φέρτη, γεμίζουν τις γλυκόπικρες σελίδες μέχρι τη μεγάλη απόφαση. Για τη μεγάλη φυγή, στη Σουηδία. Εγινε ο Theodore Kallifatides. «Επιτέλους, άρχιζα να γίνομαι ένας άλλος». Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, όπου και δίδαξε, έγινε αυτό που ονειρευόταν, συγγραφέας. Ριζωμένος στη Σουηδία, αναγνωρισμένος και βραβευμένος, ήρθε η στιγμή που η Ελλάδα έπαψε να τον πονάει παρά μόνο όταν έχανε τους δικούς του.
Τρία μεγάλα ερωτήματα αργόβραζαν μέσα του: Ποιος και γιατί είχε καταδώσει τον πατέρα του στους Γερμανούς; Τι είχε συμβεί με τον αδελφό του Στέλιο στο χωριό; Και τι είχε συμβεί με τον ετεροθαλή αδελφό του Γιώργο στον στρατό; Κάποιες απαντήσεις βρήκε όταν βρέθηκε στους Μολάους, ύστερα από 62 χρόνια, σε μια τελετή προς τιμήν του. Τότε τα περασμένα ξαναγύρισαν στο μυαλό του και δεν ήταν όνειρο. Με μια διαφορά: «μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους».
Η αυτοβιογραφία του Θ. Καλλιφατίδη, γραμμένη απλά, με αμεσότητα και ευαισθησία, είναι ένα συγκινητικό βιβλίο για τα δύσκολα εμφυλιακά και μεταπολεμικά χρόνια, αλλά κι ένας ύμνος στην ισχυρή θέληση.
Σελιδοδείκτης
Η χούντα παρακολουθούσε τον Θ. Καλλιφατίδη στη Σουηδία. Ο ίδιος το πληροφορήθηκε τυχαία μετά την πτώση της: «Δέκα χρόνια αργότερα, μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Στοκχόλμη, μπήκα σε ένα ταξί μετά από μία διάλεξη.
Ο οδηγός ήταν αρκετά νεότερος και με χαιρέτησε με το όνομά μου. Κανένας θαυμαστής θα είναι σκέφτηκα κολακευμένος. Επιπλέον ήταν Ελληνας και πιάσαμε κουβέντα. Ηξερε τα πάντα για μένα. Σε μια στιγμή φτάσαμε έξω από το σπίτι μου.
?Τώρα θα σου πω και κάτι που ούτε να το φανταστείς μπορείς. Χρόνια σε παρακολουθούσα για λογαριασμό της χούντας. Είχα εντολή να σε καθαρίσω, χωρίς όμως να γίνει σάλος. Είχα πολλές ευκαιρίες, αλλά σε λυπήθηκα.
Δεν τον πίστευα. Με δουλεύεις, του είπα.
Θα έπρεπε να το είχα κάνει, ίσως. Τότε θα με πίστευες, απάντησε θιγμένος και συνέχισε να μου λέει λεπτομέρειες για τη ζωή μου» (σελ. 181).

«ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ»
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ
Αυτοβιογραφία
Εκδόσεις «Γαβριηλίδη»
Σελίδες: 230
Τιμή: 18,11 ευρώ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ
dirouboula@pegasus.gr