Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Il Commissario Charitos, Petros Markakis




Puntuale, come al solito, è uscito da qualche giorno il nuovo romanzo di Petros Markaris. Il secondo, dopo “Prestiti scaduti”, della trilogia che lo scrittore  ha deciso di dedicare alla crisi. E, in questo senso, forse più che di un libro, si tratta quasi di un nuovo capitolo di una storia destinata a continuare.
Sulla sonnacchiosa e monotona routine dell’ufficio di polizia irrompe il primo, plurimo, suicidio: alla periferia di Atene quattro anziane pensionate si sono arrese. Di lì a poco sarà però l’Esattore nazionale a movimentare le giornate del commissario Kostas Charitos che, ormai a pochi anni dalla pensione, è in odore di promozione a vicedirettore della polizia.
Due morti eccellenti uccisi con la cicuta e lasciati nelle aree archeologiche del Ceramico e di Eleusi… Non gente qualsiasi, ma ricchi e potenti evasori che devono al fisco cifre astronomiche. Si scoprono poi le lettere che il misterioso assassino invia alle sue vittime intimando loro di pagare entro cinque giorni: in caso contrario seguirà un “condono tombale” .
Paradossalmente l’omicida-giustiziere che, in pochi giorni, riesce a far rientrare nelle casse dello stato greco oltre 8 milioni di euro di contributi evasi, diventa un eroe acclamato dalla piazza. Lui sta riuscendo là dove lo Stato ha fallito. Sulle sue tracce, in mezzo al palese imbarazzo di politici e ministri, si muoverà a lungo ed inutilmente una task forcecomposta dalla polizia tributaria, dai servizi segreti e dalla divisione dei crimini informatici.
Chiamano Kostas Charitos il Montalbano greco. Il paragone è forse azzardato: troppo diversi sono, per vita personale, familiare e financo carattere i due protagonisti. Vero è però che, come i personaggi di Camilleri ti sembra di averli conosciuti da sempre, così anche il commissario e la sua famiglia risultano da subito incredibilmente reali.
Ti sembra di vederlo Kostas che, a bordo della sua SEAT, cerca di schivare il traffico impazzito di Atene, di evitare le strade chiuse per le manifestazioni; ti sembra di sentirlo il profumo dei ghemista preparati da Adriana;  puoi solo condividere la difficoltà di Caterina che, come tanti giovani –non solo greci- è tentata di migrare via, lontano dal suo Paese, in cerca di un lavoro e di uno stipendio migliori.
Su tutto, ancor più che nel romanzo precedente, troneggia, palpabile, la crisi. Non è una crisi lontana, fatta di freddi numeri, di spread, di borse, di obbligazioni, di istogrammi, ma è la crisi della gente: che non ce la fa ad arrivare a fine mese, che vede i propri figli migliori andare via, lontano, che risparmia sulla spesa di tutti i giorni, che scende in piazza per protestare, che smette di sperare e si uccide.


Η έρημος και η ζούγκλα, Παναγιώτης Ράμμης, ΑΩ Εκδόσεις




του Γρηγόρη Τεχλεμετζή

Φυλές αντιμάχονται στη ζούγκλα και έμποροι όπλων, τυχοδιώκτες και καιροσκόποι, με την έρημο στην ψυχή τους, πλουτίζουν και τους εκμεταλλεύονται. Κόσμος σκοτεινός, μύχιος, εξωτικός, με έλη, ιαγουάρους, ιθαγενείς, ποτάμια και πιράνχας, που εναρμονίζεται και αντανακλά την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Αρχέγονη περιπλάνηση που δε διστάζει να γίνει ωμή, ακραία και αηδιαστική, απαλλαγμένη από προκαλύψεις και ωραιοποιήσεις.
Αντιπολεμικό και ενάντιο σε κάθε εκμετάλλευση και με σαφή συμπεράσματα είναι το βιβλίο του Παναγιώτη Ράμμη, περιγράφοντας έναν κόσμο όπου βασιλεύουν ο νόμος του κέρδους, η επιδίωξη της ηδονής και πάσης φύσεως ευχαρίστηση, η επιβολή του ισχυρού και ο αμοραλισμός εν γένει. Καμία φιλία ή αγάπη δεν είναι σταθερή, παρά μόνο το κυνήγι του πλούτου και της απόλαυσης. Μόνο τα ένστικτα, τα πάθη και οι αρχέγονες και συμβολικές εκφράσεις τους μέσα από τα άγρια έθιμα, σμιλεμένα στο συλλογικό ασυνείδητο, παραμένουν διαχρονικά και διαδραματίζουν ρόλο πρωταγωνιστικό τόσο στις αντιδράσεις των πρωτόγονων ιθαγενών, όσο και στον υποτίθεται πολιτισμένο κόσμο.
Μέσα από τον πρωτογονισμό των φυλών που περιγράφονται, προβάλλεται μια χθόνια πτυχή της ανθρώπινης φύσης και των ακατέργαστων ενστίκτων – άλλωστε, μην ξεχνάμε τις μελέτες του Φρόυντ και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγαν. Από την άλλη, ο τυχοδιωκτισμός των «πολιτισμένων» έρχεται πότε σε αρμονία και πότε σε δυσαρμονία με αυτόν, καθιστώντας σαφές ότι η εξέλιξη καθόλου δε συνεπέφερε στην ηθική και, απεναντίας, καλλιέργησε την απληστία και τη διαφθορά. Χαρακτηριστικά, παραθέτουμε το εξής (σελ. 49): «Τελικά αυτό που κατάφερε ο πολιτισμός τόσους αιώνες τώρα, είναι να βοηθήσει τους λαούς να εξοντώνονται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η ιστορία τελικά δεν τους δίδαξε τίποτα από τη φρικαλεότητά της. Όσο οι επιστήμες εξελίσσονται, τόσο οι άνθρωποι βυθίζονται στα ζωώδη ένστικτά τους. Αυτοί οι ημιάγριοι εδώ, που είναι έτη φωτός μακριά από το δυτικό τρόπο ζωής, παραμένουν ίδιοι, αναλλοίωτοι και ειλικρινείς με τη φύση τους». Όπως φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας συχνά περνά σε άμεσες κρίσεις δοκιμιακού τύπου που παρεμβάλλονται στην κυρίως αφήγηση. Ο τρόπος αυτός δεν ξενίζει, καθώς διατηρείται στο πλαίσιο του μέτρου και της άμεσης συνάφειας κι αποτελεί αβίαστο επακόλουθο της γραφής του.
Το σήμα κατατεθέν της γραφής τού –επίσης, ποιητή– Παναγιώτη Ράμμη είναι η απογείωση της φαντασίας, εικονοπλαστικής αλλά και νοηματικής, με σύμφυτα ηθικά ερωτήματα. Τραβά την προσοχή και το ενδιαφέρον φθάνοντας συνειδητά στην υπερβολή και στην κάποτε στιλιζαρισμένη φαντασμαγορία, κατασκευάζοντας ένα συναρπαστικό και ευχάριστο μύθευμα που είναι άριστα προσαρμοσμένο και αποδιδόμενο εντός της στόχευσής του. Δεν ανήκει στα άνευρα φέρετρα της τελειότητας, που συχνά προωθούνται από την κριτική.
Έχει τα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής περιπέτειας, με εκρήξεις φαντασίας αλλά και σαφείς ποιοτικούς όρους. Η σκληρότητα εκφράζεται διαρκώς και απροκάλυπτα, αποδίδει τις θελήσεις και φτάνει συχνά να μας ανατριχιάζει, άλλα τασσόμαστε με το μέρος του ήρωα παρ’ όλα τα σαφή αμοραλιστικά του στοιχεία, κατά έναν τρόπο που η τέχνη μπορεί να πετύχει, και τον δεχόμαστε έτσι όπως είναι χωρίς να τον εγκρίνουμε.
Υπάρχουν κεφάλαια όπου η περιγραφική αφήγηση εθίμων, εικόνων και τρόπων συμπεριφοράς των ιθαγενών, με τα ξεγυμνωμένα πάθη τους, που αφουγκράζονται τις ενδόμυχες θελήσεις τους και τα ένστικτά τους, διαβάζονται με λαίμαργη λαγνεία ή συγκαλυμμένο αποτρόπαιο πάθος και, σίγουρα, με περιέργεια.
Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι ποιητικοί και φανερώνουν τις γενικότερες προθέσεις του, λόγου χάρη «Ο σπασμένος καθρέφτης και η ευθανασία των ακριδών» ή «Οι ουλές του προφήτη».
Η γλώσσα του είναι πολύ προσεγμένη και ουσιώδης. Απέχει επιτυχώς από τον πρόχειρο δημοσιογραφικό λόγο και συχνά μοιάζει η δυναμική της να επιβάλλεται μέσω της πένας του ακόμα και στην πλοκή, καθορίζοντάς την.
Το κεφάλαιο «Μεταμόρφωση» είναι αντισταθμιστικό του κλίματος, καθώς περιγράφει με εκπληκτική αντίθεση μια φτωχή ιδανική κοινωνία με αγνή ομορφιά. Με τη συνεπικουρία του έρωτα, φθάνει στη συναισθηματική και ιδεολογική ανατροπή του ήρωα ολοκληρώνοντας το νόημα.
Στο τέλος του βιβλίου οι εικόνες αλλάζουν εντελώς και μετακινούμαστε σε μια μεγαλούπολη, στα γραφεία μιας πολυεθνικής-βρικόλακα, με καριερίστες υπαλλήλους στο βωμό του πλούτου. Ο συγγραφέας γίνεται γλαφυρός, δηκτικός, αλλά και αποκαλυπτικός σε σχέση με τις επαγγελματικές σχέσεις του σύγχρονου κόσμου. Παρ’ όλη όμως τη γενικότερη μεταστροφή, οι συνέπειες των πράξεών του ακολουθούν τον ήρωα και το τελικό συμπέρασμα είναι άκρως διδακτικό.
Η έρημος και η ζούγκλα
Παναγιώτης Ράμμης
ΑΩ Εκδόσεις
115 σελ.
Τιμή € 9,58

''Το περιεχόμενο του υπόλοιπου'' Αλέξιος Μάινας, Γαβριηλίδης


της Νίκης Eideneier

Διαβάζοντας την πρώτη αυτή τυπωμένη συλλογή ποιημάτων του Αλέξιου Μάινα, άρχισα και πάλι ν’ αμφιβάλλω: Πώς διαβάζεται τελικά η ποίηση; Κάποτε η φίλη μου και συνοδοιπόρος Δανάη μού είχε δώσει την απλή, μα πολύ δραστική συμβουλή: «διαβάζοντας». Μα τώρα για να διαβάσω ένα ποίημα από τα ογδόντα εννιά, αν μετράω σωστά, της συλλογής χρειάζομαι, απερίσπαστη, μία μέρα. Ή θα έπρεπε να τα περάσω όλα μια φορά από την αρχή ως το τέλος και μετά να ξαναρχίσω με τη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, ή ανάκατα, να πηδάω δηλαδή από το ένα στο άλλο; Μα έλα που, πρώτον, το ίδιο το ποίημα δε σ’ αφήνει να το «περάσεις», έστω κι αν προτίθεσαι να το διαπεράσεις, γιατί σε μαγκώνει κατά κάποιον τρόπο και σου λέει: Εδώ, έχω κάτι ακόμα να σου πω, πού πας, τι κατάλαβες ή μάλλον τι ένιωσες από το «περιεχόμενο». Και, δεύτερον, πού ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι και το «υπόλοιπο» που νόμισες ότι καταρχήν συνέλαβες!
Κι όμως. Έτσι, όπως συνήθως διαβάζεις, στο βάθος συνέλαβες το πολύ λέξεις. Ωραίες λέξεις, μεγαλόπνοες, καμιά φορά εξεζητημένες ως ακατάληπτες, συχνά άπαξ, κατά τη γνώμη σου, λεγόμενες, κι αλίμονό σου αν αποφασίσεις να ανατρέξεις σε λεξικά. Λεξιθηρία; Ασφαλώς όχι, αλλά πάντα κάτι το αναπάντεχο, είτε πρόκειται για κοινές, κοινότατες λέξεις μέσα στο λόγιο ύφος κι άλλοτε για υπερλόγιες ή και φτιαχτές μέσα σε απλό, καθημερινό ύφος. Αν δεν είσαι ικανή να τις διαισθανθείς, άσ’ τες καλλίτερα να λειτουργούν όπως αυτές θέλουν ή κάθε φορά κι αλλιώς. Συχνά σκοντάφτεις σε μιαν εικόνα ή και σε περισσότερες, μονοδιάστατες ή πολυσύνθετες. Ποιο είναι όμως το νόημα του κάθε ποιήματος;
Το μότο του βιβλίου μάς προειδοποιεί: Ό,τι κάνουμε ποτέ δεν το κατανοούν, το επαινούν μονάχα πάντα και το επικρίνουν (Φρ. Νίτσε). Προτείνει λοιπόν ή επιθυμεί υποβολιμιαία ο ίδιος ο ποιητής να τον κατανοήσουμε. Και αυτό είναι λίγο-πολύ μια δέσμευση. Σαν να παραδέχεται ότι πρόκειται για έργο εγκεφαλικό, Kopfgeburt που λένε στα γερμανικά. Αλλά εδώ και παρόλο που γνωρίζω ή μάλλον επειδή γνωρίζω από χρόνια την ποίηση του Αλέξιου, δε θα πέσω στη φάκα του. Δε θ’ αρχίσω να ταξινομώ ούτε να αναζητάω κοινή θεματική, ούτε καν ένα ξεκάθαρο θέμα σε κάθε ποίημα. Δε θα ψάξω πηγές ούτε επιδράσεις. Σαφής εξέλιξη; Τι σημαίνει αυτό, όταν μια συλλογή συντίθεται ύστερα από μια εξοντωτική επιλογή ανάμεσα σε εκατοντάδες ποιήματα που περιμένουν υπομονετικά σ’ ένα συρτάρι! Τα κριτήρια της επιλογής; Αυτό είναι καθαρά δουλειά του δημιουργού τους. Μπορεί να έχει μια λίγο-πολύ κρυφή προτίμηση ή αποσκόπηση. Τι μου προσφέρει μια ανάλογη εξήγηση; Αφήνομαι επομένως στην ανάγνωση, ενίοτε και φωναχτά – μακάρι να είχα τη δυνατότητα να το κάνω συνεχώς, χωρίς δηλαδή να μ’ ακούει άλλος κανείς, αλλά αυτό είναι πράγματι «ουτοπία» που δεν οδηγεί δυστυχώς στην «πραγματικότητα», όπως μου εξηγεί η σεμνή και τόσο πολύτιμη αφιέρωσή του.
Η πραγματικότητα είναι μια ποίηση γεμάτη αίσθημα. Αρκεί να βρεις το μέγεθος του σταγονόμετρου, με το οποίο ο ποιητής γεμίζει την ενδοφλέβια ένεση: Κάποιες ομιχλώδεις Κυριακές/ μετά το σαββατόβραδο σε στέκια ή σοφίτες φίλων/ όταν είμαι θλιμμένος και σκεπτικός/ στα τέλη του χειμώνα/ με κάποια ανύποπτη γι’ άλλουςπαραφορά/ και περπατώ σ’ έναν άδειο δρόμο/ σαν ξεχασμένος ανάμεσα στα μεγάλα σπίτια [...] Πάχνη θα υπάρχει βέβαια στα δέντρα,/ πάχνη χιονιού που εξισώνει τα χρώματα/ και τ’ αναμοχλεύει κάποτε λίγο/ στροβιλιζόμενη απ’ τις γαλότσες των θυρωρών/ που μασουλάνε μες στην ατσιγαρία τους πασατέμπο/ και συζητούν φωναχτά για να βάλουν στη θέση τους πάλι τις επαρχίες... κι εδώ η σουρεαλιστική πτυχή: κάτω από τις κίτρινες, άδειες λάμπες των εννοιών. (σελ. 18).
Η ουτοπία: Η ζωή μας δεν είναι κατασκήνωση με γιούρτες/ Δεν είναι ζωή νομά./ Ούτε τσιγγάνων που τακτικά μισεύουν./ Γάμος, γενέθλια με τούρτες, έπιπλα μωρά και ζώα στη σάλα./ Αν πλησιάσουν άλλα την εξώπορτα γαυγίζουν [...] (σελ. 42) αλλά τι είναι η ζωή μας; Αν σου δώσω τις απαντήσεις/ θα μου δώσεις την προσδοκία τους; Ρωτάει εμένα, τον αναγνώστη, με το μότο του ίδιου ποιήματος ο ποιητής. Κι εγώ αποτραβιέμαι γι’ άλλη μια φορά, επειδή δεν είμαι σε θέση να του δώσω την προσδοκία μου.
Άπλετα περίτεχνη η ποίηση του Αλέξιου Μάινα. Ακόμη και η διάχυτη ειρωνεία του με το ένδυμα ενός λεπτού χιούμορ μπορεί να παραμένει αδιευκρίνιστη, όχι όμως σκοτεινή. Αυτό είναι η τέχνη του: την αισθάνεσαι, υποψιάζεσαι την πρόκληση, αλλά δε σου επιτρέπει να την εκφράσεις με λόγια, γιατί ο ίδιος δεν περιμένει ούτε έγκριση, αλλά ούτε αντίρρηση: Μάντεψε,/ μετοικώντας, στις ρευστές σεληνοσκιές,/ στην ερώτηση κάποιου γκιόνη/ πίσω απ’ τις ψηλές άνανθες φραγκοσυκιές της χαράδρας/ ότι αποστρέφει το βλέμμα ο περασμένος φανός/ καθώς υπερβαίνει –για να χαθεί– το διάσελο,/ μη σταθείς ούτε να μυρίσεις το βραδινό κρύο/ [...] –σαν ελαφρόπετρες που τρίβονται και ξοδεύονται–/ τα χαρτιά μας/ που απόψε στα βιβλία/ συγκράτησαν το αίσθημα της ζωής/ όπως οι ρίζες/ τη λάσπη/ στην όχθη... (σελ. 109).
Ναι, γράφει σουρεαλιστική ποίηση ο Αλέξιος Μάινας. Κι αυτή η διαπίστωση είναι βοήθημα και συγχρόνως μυστικό εμπόδιο άμεσου πλησιάσματος των στίχων του από τον βιαστικό αναγνώστη. Το ερώτημα ποιος έχει τον καιρό και το πείσμα να ξεπεράσει ή να παραβλέψει αυτό που στο βάθος αποτελεί εξωτερικό περίβλημα της ουσίας, ώστε να φτάσει με άνεση στην απόλαυση, θα μείνει αναπάντητο. Στο τέλος τέλος δε γράφει ο ποιητής για τον άλλον! Στο μεταξύ, έχει γίνει για μένα πεποίθηση: Ο ποιητής (όχι ο πεζογράφος!) γράφει τον εαυτό του και «ο νοών νοείτω»...


Το περιεχόμενο του υπόλοιπου
Αλέξιος Μάινας
Γαβριηλίδης
125 σελ.
Τιμή € 7,00

Τα βιβλία του φθινοπώρου VIII


Tου Κώστα Αγοραστού



Νέες ποιητικές συλλογές τόσο για τον Τίτο Πατρίκιο, Σε βρίσκει η ποίησηαπό τις εκδόσεις Κίχλη όσο και για τον Μιχάλη Γκανά, Άψινθος από τις εκδόσεις Μελάνι.
Νέα ποιητική συλλογή, επίσης, έπειτα από τέσσερα χρόνια, θα κυκλοφορήσει ο Άγης Μπράτσος, Τόσα λόγια. 145 χαϊκού (εκδ. Κέδρος).

Ακόμη, τις νέες τους ποιητικές συλλογές θα κυκλοφορήσουν ο Γιώργος Φακορέλλης, Συλλέκτες αισθημάτων (εκδ. Γαβριηλίδης), ο Χάρης Ψαρράς, Τα όντως όντα (εκδ. Κέδρος), ο Δημήτρης Αθηνάκης, Δωμάτιο μικρών διακοπών. Ένα ποίημα μικρού μήκους και άλλα πλάνα (εκδ. Κέδρος), η Λένια Ζαφειροπούλου, Paternoster Square (εκδ. Πόλις) και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο (εκδ. Κέδρος).

Ο Βασίλης Κατσικονούρης θα επανέλθει με ένα καινούργιο θεατρικό έργο και ένα μυθιστόρημα. Στο θεατρικό Πήρε τη ζωή της στα χέρια της (εκδ. Κέδρος) ένας ψυχοθεραπευτής, ένας θεατρικός συγγραφέας και μια διαφημίστρια βρίσκονται απέναντι σε έναν μοναχικό άνθρωπο που ξέρει να διαχειρίζεται μόνο τη φαντασία και τις αναμνήσεις του. Όλοι τους έρχονται αντιμέτωποι με κωμικοτραγικές συγκρούσεις, υπαρξιακά τρικ και το παιχνίδι της εικόνας με την ουσία.

Αμέσως μετά θα κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Μπάμπουσκα (εκδ. Κέδρος). Ένας αρχάγγελος και ο βοηθός του, άγγελος, κατεβαίνουν στη γη για να τη σώσουν από την καταστροφή. Στην πορεία, βέβαια, ο Αρχάγγελος δείχνει ένα ειδικότερο ενδιαφέρον για τη διάσωση κάποιων συγκεκριμένων γήινων μπαρ και έτσι μένει μόνος του ο νεαρός Άγγελος να φροντίσει για τη σωτηρία του κόσμου. Είναι παλιοδουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει. Θα τα καταφέρει, παρά το σύνδρομο αδυναμίας συγκέντρωσης που έχει από μικρός; Πάντα όμως υπάρχει μία μικρή ελπίδα. Ο κόσμος όλος εξαρτάται από το τελευταίο κύτταρο αγάπης που του έχει μείνει. Το τελευταίο επί γης ζευγάρι ερωτευμένων: Ένας ζωγράφος και μία δακτυλογράφος. Μία μικρή τελευταία τρυφερή όσο και ποιητική πιθανότητα να σωθεί ο κόσμος. Μόνο που τώρα τελευταία, αυτοί οι δύο αντιμετωπίζουν ένα μικρό πρόβλημα συντονισμού. Θα τα καταφέρει ο νεαρός άγγελος να τους τα φτιάξει ξανά;

πηγή: http://bookpress.gr

La Notte del Raduno, Margaret Elphinstone, edizioni Enaudi




Recensione scritta da Giulia Bertelli

Quando mia cugina mi ha detto che libro stava leggendo ero scettica, ma incuriosita: si trattava di un libro ambientato nella preistoria. Ho iniziato a pensarci e mi chiedevo cosa potesse raccontare un libro così e soprattutto come. Mi immaginavo lunghissime descrizioni paesaggistiche per cercare di colmare i silenzi dati dalla mancanza di dialogo nell’ipotesi in cui la scrittrice avesse seguito l’idea che quei popoli della preistoria non avessero l’uso della parola, almeno per come lo intendiamo noi.
Per fortuna mi sbagliavo. Quando mi sono decisa a leggerlo, mi sono trovata con un libro molto particolare sotto gli occhi. Per prima cosa: il titolo, La Notte del Raduno, non è a caso, siamo davvero durante il raduno annuale di questo popolo, il popolo dell’Alca ,e i vari personaggi di questo grande coro si passano la parola l’un l’altro per raccontarci una storia, la loro storia.
La raccontano a noi, che in questo caso siamo bambini e ragazzi del popolo dell’Alca che devono sentirsi raccontare di Esti e come il nostro popolo c’entri con quello della Lince e dell’Ariete. Una delle cose belle e inaspettate di questo libro è non solo la presenza della parola, ma anche l’uso di cose come l’ironia.
L’unico avvertimento che posso fare è che se c’è qualche lettore particolarmente sensibile sull’argomento animali e loro uccisione, che si prepari: La Notte del Raduno è un libro sincero e nella sincerità della storia si legge di caccie e animali sventrati, ma solo quelli che si sono donati moriranno.
Con la famiglia Bakar, i mediatori e gli spiriti degli animali, possiamo viaggiare per un piccolissimo tratto in quelli che sono stati anni lunghissimi di preistoria e in quello che è stato il principio della nostra storia.
Come dice Haizea: “nessuna storia può avere una fine precisa. Ogni storia, da qualsiasi punto
si cominci a raccontarla, è cominciata dal Principio, e non potrà terminare se non quando
saremo arrivati alla Fine”. p. 440.

Puoi comprare questo libro qui

Anna Rosa Balducci, La casa color grigioperla, Edizioni Progetto Cultura




“C’era una volta…”: no, non inizia così il bel romanzo di Anna Rosa Balducci; c’è stato, c’è ancora, un barcone di naufraghi in fuga da fame e guerra che ha affrontato il mare inconosciuto e periglioso per sfuggire ad un destino che non ha storie, ma finali.
Dal barcone  quattordici personaggi sbarcano su un lido ignoto ma inconsueto: non siamo a Lampedusa, a Mazara del Vallo, a Otranto; qui c’è un Adriatico quasi lagunare, qui c’è un Adriatico che non reagisce alla loro intrusione, un po’ perché da sempre accogliente, un po’ perché distratto e poco interessato a chi non ha denari da versare. Si capisce abbastanza presto , specie per chi abita questi territori, che siamo a Rimini, in autunno. Dopo un giorno smarrito sugli scogli, appare un rifugio: una casa lì a due passi, abbandonata e vuota, quasi in attesa della piccola comunità di rifugiati di colore: due vecchie, due vecchi, due giovani donne, due giovani maschi e cinque bambini, tre orfani e due figli “regolari”; anche i bambini sono differenziati per carattere e sesso, due femmine e tre maschi , un microcosmo che riflette il macrocosmo.
L’autrice all’inizio, soprattutto, gioca con diversi punti di vista, che non mi pare contribuiscano a dare originalità alla storia, perché il linguaggio rimane uguale, e il punto di vista si riduce a un commento, non molto di più. La storia è affidata ad un narratore esterno, onnisciente, che conosce gli antecedenti e forse anche il finale, anche se non lo lascia trapelare. E’ un narratore attento, specie a quanto differenzia i singoli; per quanto riguarda il confronto con i pallidi cittadini chiaramente esprime che vede soprattutto somiglianze. Come dev’essere fra umani.
Ci viene detto che la comunità viene da un paese africano scombussolato dalla guerra, eppure abbiamo un missionario cattolico che lì si è insabbiato con un altro bianco misterioso e insieme portano avanti un ospedale, una scuola. Sono figure quasi mitiche, fiabesche sicuramente. Ma entrano a pieno diritto nell’inframmezzarsi di parole e molti silenzi, silenzi non ritrosi, ma di rispetto, di individuazione.
Già da subito leggiamo l’irruzione della fantasia: il missionario che non è mai tornato in patria, quattro vecchi che decidono di emigrare e sono solo in attesa della morte; forse rappresentano lo spirito di un mondo antichissimo e lontano che abbiamo sopraffatto ma che non vuole cedere lo scettro della dignità..
Le due giovani donne sono la forza e la fermezza, sono figure amorose ma non oppressive e non timide o represse; dei due giovani uomini, quello non sposato ha studiato medicina, l’altro ha imparato le abilità del tirar su case e ponti, cose solide e durature.
Nessuno li disturba nella pacifica convivenza; sono i bambini che per primi affrontano la nuova realtà, creano il primo legame, poi il giovane dottore che voleva frequentare l’Università di Bologna, per fregiarsi del titolo con la piena competenza derivante, finisce a curare gli ultimi in un ambulatorio precario e volontario. I bambini, soprattutto, i maschi sono disegnati a tutto tondo, curiosi, pieni di talenti nel corpo, nelle mani, nelle menti.
Poi la storia vira improvvisamente sul fiabesco: l’arrivo di una signora ammalata che vuole godere della loro pacifica compagnia e lasciare qualcosa di suo ad altri : sarà la cura della pittura per un bambino, l’offerta del denaro per sollevarli dal rischio dell’ elemosina. Infine , con la sua morte, arriveranno gli agi di una casa da sentire propria, dove vivere e legare il filo della vira che dura, proprio quando lei se ne va.
Il dottore si è innamorato, la vita riprende il suo ciclo.
Non ha un inizio fissato nel tempo, né un finale che chiuda perfettamente il cerchio.
Perché la vita non ha un chiaro inizio né una altrettanta chiara fine: siamo come quanti ( in fisica) che si incontrano, si intrecciano , si lasciano, creano. Intanto nella storia irrompe la primavera…
E’ un bel libro , questo di Anna Rosa Balducci: un libro che ti invita alla lettura e quel tanto di fiabesco sfuma la pesantezza e l’ammasso del dolore che le storie di migranti portano con sé.
Ci fa, noi lettori, diventare più buoni, più generosi, più innocenti.
Bastasse un libro….

Narda Fattori

*

Anna Rosa Balducci,
La casa color grigioperla
Edizioni Progetto Cultura

 *

Anna Rosa Balducci è nata a Rimini nel 1952. Laureata in Lettere Moderne a Bologna, insegna materie letterarie. Sposata, ha una figlia, Margherita. Scrive da sempre e ha ricevuto diversi riconoscimenti nei Premi letterari ai quali ha partecipato. Ha pubblicato articoli e interventi su quotidiani e riviste; la raccolta La balena altri racconti (2002); il romanzo Pane a colazione (2007), oltre ai libri di fiabe Pupazzi, nani, re anche un tre (2004) e Girasole altre storie (2010).

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Il Cristo ricaricabile - Guglielmo Pispisa - edizioni Meridiano Zero




Un romanzo magnificamente ambizioso, che gestisce con coraggio materia a dir poco rovente a partire dal suo incipit: un uomo – narratore quasi onnisciente della storia – viene resuscitato da suo nipote, un ragazzetto come tanti, di poco più di vent’anni, surfista e introverso, che si sveglia un giorno con le stimmate, senza avere idea di perché, senza una fede in Dio o un afflato religioso, senza averne il desiderio o il physique du rôle psicologico o mentale. Intorno a loro, narratore e protagonista, una serie di personaggi (molti dei quali membri della stessa famiglia), a rendere questo romanzo più che “corale” quasi “sinfonico”: caratteri diversissimi tra loro esprimono pensieri, stili di vita, emozioni e sentimenti spesso antitetici e in conflitto ma che nell’insieme riescono a dare una spinta verticale alla storia, creando un movimento un po’ vertiginoso, come un Tondo Doni michelangiolesco.

La nuova prova di Pispisa dopo i suoi convincenti esordi con Einaudi e Mondadori (a firma dell’ensemble Kai Zen) mantiene i pregi narrativi che conosciamo nella delineazione perfetta e quasi materiale di ogni singolo personaggio, di cui ci sembra di riconoscere persino la voce, ma va oltre affrontando una trama ricca e spregiudicata che non ha paura di affrontare, con il costante delizioso velo di ironia che troviamo in ogni riga, temi decisamente difficili e complessi: dalla politica alla religione, dalla morte all’omosessualità, dalla guarigione all’eutanasia, il tutto senza che il lettore abbia la sensazione che questo avvenga, senza che nulla venga presentato prendendolo troppo “sul serio”, qualsiasi argomento sia. Resta in verità potente e volutamente ambiguo e non sciolto un certo nodo luciferino, un ghigno da “Il terzo uomo”, bulgakoviano più che faustiano, che sembra lasciato apposta in bilico nel mistero.

Maschile senza essere maschio, intelligente e spiritoso, questo romanzo è soprattutto scritto con l’autorevolezza di uno scrittore maturo e sapiente, certamente più vicino alla letteratura britannica o nordamericana che a quella nostrana, e potrebbe avere molto successo in traduzione.

Sei d’accordo con me che di questo romanzo bisognerebbe fare un film, vero? Scherzi o non scherzi a parte, c’è molto cinema in questa storia. L’hai “vista” prima di scriverla?

Non mi pongo mai il problema a priori, per evitare che privilegiare un criterio espressivo possa nuocere alla spontaneità di quel che scrivo. Poi è inevitabile che chi appartiene alle generazioni cresciute con la preponderanza di immagini televisive e cinematografiche rispetto a ogni altra forma di rappresentazione tenda istintivamente a immaginare in modo più visivo. Detto questo cerco sempre e comunque di riservare un ruolo di primo piano alla lingua; è quello lo strumento dello scrittore, non avrebbe senso gareggiare in potenza visiva con un film, ed è la lingua che va curata in massimo grado. Forse l’unico vero peccato mortale che può compiere uno scrittore è usare una lingua sciatta.

Entri a gamba tesa su una serie di questioni che nella nostra Italia vaticana fanno scalpore, ma poi ne esci in fallo laterale. È il tuo gioco?

Un po’ sì un po’ no. Mi piace e a volte ritengo necessario trattare temi forti; raccontare la piccola storia, la piccola realtà va anche bene, ma se fai solo quello ti perdi un pezzo importante di vita. Detto questo, nemmeno mi piace accelerare troppo verso soluzioni massimaliste, che poi sono sempre quelle più banali. Le teorie del complotto, dire è tutta colpa del Vaticano, dei servizi segreti deviati, dei poteri forti è un modo per non ammettere che spesso la colpa è nostra. E del Mossad, naturalmente.

Un messinese che ambienta una storia tutta a Roma come fosse casa sua. Come hai fatto, e perché? Qual è la genesi di questo romanzo?

L’ambientazione romana in questo caso era funzionale alla trama e al tema trattato. O lì o a Gerusalemme, direi, ma visto che sono italiano… Sul come ho fatto, non mi è stato difficile. Non vivo a Roma ma la conosco un po’, e poi sono uno scrittore, quelli come me dovrebbero essere bravi a guardare e descrivere le cose da prospettive non scontate, no? Il rischio quando si descrive una grande città, un posto che conoscono tutti è di fare la cartolina, adagiarsi sullo stereotipo. Ho cercato di evitarlo. Poi vabbe’, i luoghi di cui parliamo sono sempre immaginari, costruiti su quel che abbiamo letto e provato prima ancora che su quello che vediamo: sono luoghi dell’anima e dell’intelletto prima che siti geografici. La genesi e direi soprattutto il progressivo farsi del romanzo sono stati lunghi e non a buon mercato. Lo spunto viene da un sogno buffo, non lo ripeto perché ne ho già parlato più volte. Lo svolgimento di quello spunto è passato attraverso cinque anni di scrittura nei quali l’idea originale si è trasformata, insieme alla mia sensibilità, grazie e a causa di una serie di circostanze personali, belle e brutte (di solito brutte, purtroppo, ma servono anche quelle). Come disse una volta Sciascia circa la scrittura de Il contesto: ho cominciato che mi divertivo molto e ho finito che non mi divertivo più. Per me è stato lo stesso. Spero e credo ne sia valsa la pena.





Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γκασταρμπάιτερ (η οδυνηρή φυγή) - Έλενα Αρτζανίδου - εκδόσεις Manus Scripta



του Μάνου Κοντολέων

Εκπαιδευτικός η Έλενα Αρτζανίδου, με μια αξιόλογη πορεία στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, δείχνει πως την ενδιαφέρει πλατύτερα η συγγραφή και η όποια παρέμβαση μπορεί μέσω της λογοτεχνίας να υλοποιηθεί, κι έτσι με το βιβλίο της αυτό –δεύτερο στον τομέα της λογοτεχνίας ενηλίκων– έρχεται να αποδείξει πως πίσω από το κάθε λογοτεχνικό πόνημα υπάρχει πάντα μια ιδεολογική –και γι’ αυτό εντέλει και πολιτική– θέση.
Μοιάζει κάπως ετεροχρονισμένη η διάθεση ενός συγγραφέα του σήμερα να γράψει για κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν από 50 περίπου χρόνια. Αναρωτιέται ο σημερινός αναγνώστης τι άραγε θα τον ενδιέφερε να αναζητήσει στην ιστορία κάποιων ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας του 1960, που η φτώχεια και τα πολιτικά πάθη τούς οδήγησαν στο να μεταναστεύσουν. Σήμερα που τα χωριά σε τίποτε δε μοιάζουν με αυτό που κάποτε ήταν, που ο χωροφύλακας δεν κρατά στα χέρια του την τύχη κάθε απλού πολίτη που τυχαίνει να έχει διαφορετικά πολιτικά πιστεύω, σήμερα που η ανεργία έχει μπει σχεδόν σε κάθε αστική οικογένεια, γιατί θα πρέπει να διαβάζουμε τα πάθη και τις αγωνίες τεσσάρων-πέντε ανθρώπων –νέων αντρών και γυναικών– που βρέθηκαν να εργάζονται σε γερμανικά εργοστάσια ως ανειδίκευτοι εργάτες;
Κάπως έτσι ήταν οι πρώτες μου σκέψεις όταν ξεκίνησα την ανάγνωση του μυθιστορήματος της Αρτζανίδου.
Εγώ ο ίδιος, ως γνήσιο παιδί και έφηβος της πρωτεύουσας, στην ουσία έμαθα για το κύμα μετανάστευσης από την ελληνική ύπαιθρο στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80, μέσα από τις σημαντικές μελέτες του Γιώργου Μαντζουράνη –συγγραφέα και δημοσιογράφου– που μελέτησε και ανέλυσε το φαινόμενο και όσους το ζήσανε. Και είχα σχηματίσει μια λίγο-πολύ συγκεκριμένη ιδέα για το πώς ήταν η ζωή των Ελλήνων εργατών σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης. Μια άποψη βασισμένη σε μια αριστερή ανάλυση και καταγγελία.
Και αυτή την ανάλυση και καταγγελία ήμουνα έτοιμος να αντιμετωπίσω ξανά, καθώς θα διάβαζα το μυθιστόρημα της Έλενας Αρτζανίδου. Αλλά όταν τελείωσα την ανάγνωση, η άποψη αυτή είχε κάπως διαφοροποιηθεί. Κάπως, αλλά σε ουσιαστικό βαθμό.
Γιατί η Έλενα Αρτζανίδου, παιδί η ίδια μεταναστών, καθώς έγραψε το μυθιστόρημά της πενήντα και βάλε χρόνια ύστερα από τότε που συνέβησαν όσα εντός του έργου περιγράφονται, διαθέτει από τη μια την πάντα εν ισχύ θέση των μελετών του Μαντζουράνη, αλλά και από την άλλη έχει τη γνώση όσων μεσολάβησαν και των αλλαγών που από τότε μέχρι σήμερα ζήσανε εκείνοι οι φτωχοί κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου. Κι έτσι, οι ήρωές της πέρα από τη φτώχεια και τη βίαιη αποχώρηση από τον τόπο καταγωγής τους, εκφράζουν και μια καθημερινότητα στον νέο τόπο εργασίας, μια καθημερινότητα που δείχνει να έχει όλα τα στοιχεία μιας μετατόπισης από τον άνθρωπο της υπαίθρου στον άνθρωπο της πόλης.
Η μετανάστευση παραμένει ένα τραύμα, από την άλλη όμως: «Σήμερα κλείνω έντεκα μήνες παραμονής στον ξένο τόπο. Τριακόσιες τριάντα πέντε μέρες είμαι κάτοικος αυτής της νέας χώρας που μας χάρισε δουλειά και μας χόρτασε ψωμί. Το δεύτερο ρούχο το γνώρισα εδώ, μαζί και το γεμάτο πορτοφόλι. Με τις οικονομίες μας καταφέραμε τις πρώτες καταθέσεις, χωρίς να στερούμε τη μηνιαία επιταγή στους γονείς μου». Μια θέση της κεντρικής αφηγήτριας που τελικά όχι μόνο διαπερνά όλο το έργο, αλλά και φωτίζει ένα κοινωνικό γεγονός με το φως μιας άλλης πηγής. Και λίγο πιο πριν, μια περιγραφή –«Ομοιόμορφα, περιποιημένα δίπατα σπίτια στολίζουν κάθε δρόμο που τυχαίνει να είναι στον προορισμό μας. Ψάχνω για την ατέλεια, τη λάσπη, τη σκόνη και τη φτώχεια. Αυτός ο τόπος μοιάζει να συνήλθε τόσο γρήγορα από τη φωτιά του πολέμου»– δίνει ίσως μια απάντηση σε γεγονότα που σήμερα μας ταλανίζουν.
Να λοιπόν που ανιχνεύω το ενδιαφέρον που έχει αυτό το μυθιστόρημα. Δεν αναμασά ό,τι ήδη ξέρουμε, αλλά προτείνει μια νέα μείξη συστατικών οικονομίας, πολιτικής, σχέσεων.
Θα ήθελα ακόμα να σταθώ στον απλό τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένο το έργο. Στη γλώσσα που ξέρει με ακρίβεια να περιγράφει και στην έντονη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Από τον πλέον ηρωικό έως τον πιο αριβίστα, από την πιο προσγειωμένη έως την πλέον ανερμάτιστη, τον κάθε άντρα και την κάθε γυναίκα που η Έλενα Αρτζανίδου έβαλε μέσα στο μυθιστόρημά της, τους είδε όλους και όλες με αγάπη και διάθεση κατανόησης.

Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή

Έλενα Αρτζανίδου
Manus Scripta
272 σελ.
Τιμή € 13,90


Τα βιβλία του φθινοπώρου VII

Tου Κώστα Αγοραστού

Η Λουκία Δέρβη επανέρχεται, έπειτα από μια συλλογή διηγημάτων και μια νουβέλα, με ένα μυθιστόρημα με τίτλο Group Therapy(εκδ. Μελάνι). Το βιβλίο έχει για ήρωες τα μέλη ενός group therapy μέσα στο οποίο προσπαθώντας να λύσουν τα προβλήματα επικοινωνίας που αντιμετωπίζουν, συνδέονται και επιδρούν ο ένας στη ζωή του άλλου με αναπάντεχους τρόπους.

Νέο βιβλίο και για τον Φώτη Θαλασσινό, Το άσμα της φάλαινας (Οδός Πανός).

Νέο βιβλίο και για τον Πέτρο Μάρκαρη, Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία (εκδ. Γαβριηλίδης) και την Αργυρώ Μαντόγλου, Λευκή ρεβάνς(εκδ. Ψυχογιός).



Την αλληλογραφία της σπουδαίας ποιήτριας Μάτσης Χατζηλαζάρου με τον Ανδρέα Εμπειρίκο θα εκδόσει η Άγρα με τίτλο Η αλληλογραφία της απ' το Παρίσι με τον Ανδρέα Εμπειρίκο (1946-1947) και τέσσερα ανέκδοτα ποιήματά της ιδίας περιόδου με επιμέλεια του Χρήστου Δανιήλ.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

"ΚΟΑΖΙΝΟΣ" ΠΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ - ΕΚΔΟΣΕΙς ΑΡΜΙΔΑ



από τον Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη



Ο διακεκριμένος 75χρονος συγγραφέας Πέτρος Αρχοντίδης,
αναζητά στο μακρινό παρελθόν του τα πρόσωπα και τα γεγονότα,
τις ώρες και τις καίριες στιγμές, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
είχαν διαμορφώσει τη ζωή του.
Μέσα στο πνεύμα των κλασικών ταινιών Amarcord του Federico Fellini και Cinema Paradiso του Giuseppe Tornatore, στο μυθιστόρημα, “Κοάζινος”, που είναι ένα κράμα πραγματικότητας και μυθοπλασίας, γιομάτο σπαρταριστές κωμικές σκηνές, τρελές κι αλλόκοτες, κάποτε και δραματικές, που κορυφώνονται με την αναζήτηση ενός θησαυρού με τη μεσολάβηση ενός μέντιουμ-υπνωτιστή και των πνευμάτων που καλεί, ο συγγραφέας αφηγείται με απογυμνωτική ειλικρίνεια, νοσταλγία και γλυκόπικρο χιούμορ όλα όσα σημάδεψαν την περιπετειώδη και συναρπαστική πορεία του από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία και την ενηλικίωση, καθώς και την πολυτάραχη ζωή της οικογένειάς του, τη δεκαετία 1945 – 1955
.

Έγραψαν για τον Κοάζινο:

«Διάβασα το καινούργιο βιβλίο του Πάνου Ιωαννίδη “Κοάζινος” και δυο μέρες πέθαινα στα γέλια.Το χιούμορ είναι σπάνιο πράγμα.Πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο!» 
Νίκη Μαραγκού, συγγραφέας.

«Σε πολλές σελίδες του βιβλίου δάκρυσα πιο πολύ απ’ ό,τι γέλασα, - αντίθετα με τη Νίκη Μ.-, αλλά με εκείνα τα δάκρυα της τρυφερότητας, της πιο βαθιάς συγκίνησης που δίνει η τέχνη».
Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ομότιμη καθηγήτρια Α.Π.Θ.

«Μόλις τέλειωσα τον Κοάζινο κι είμαι ενθουσιασμένος.Για
τη λιτή, απέριττη γραφή, την ειλικρίνεια, το λεπτό του χιούμορ, την πλούσια γλώσσα, τον αυτοσαρκασμό…» 
Χρίστος Χατζήπαπας, Πρόεδρος Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

«Τέλειωσα το μυθιστόρημά σου. Κι όμως δεν ήθελα να τέλειωνε! Τι καταπληκτική γραφή! Αφήγηση άνετη, συναρπαστική.Χιούμορ παντού, όπως πάντα το μοναδικό σου χιούμορ, το λυτρωτικό.Χαρακτήρες ολοκληρωμένοι, όλοι ανθρώπινοι και μέσα στη χαρά και μέσα στον πόνο…» 
Μαρία Πυλιώτου, συγγραφέας.

«Τον “Κοάζινο” τον διάβασα το Σαββατοκύριακο, δεν τον άφηνα από τα χέρια μου, σε σημείο που αναγκαστήκαμε να κάνουμε δίαιτα εκείνη τη μέρα… Πού χρόνος για μαγείρεμα! Είναι μαγικό βιβλίο, που ανοίγει πόρτες σε παραμυθένιους αλλά γνωστούς και αγαπημένους κόσμους!» 
Γιώργα Σολομώντος, Πολιτιστική Λειτουργός, της Κυπριακής Πρεσβείας στο Βερολίνο.

«Το βιβλίο σου το διάβασα, το χάρηκα, το απόλαυσα. [...] Έγραψες ένα αριστούργημα. Εισηγούμαι να επιδιώξεις επαφή με τηλεοπτικούς σταθμούς (π.χ. ΡΙΚ) να γίνει μια τηλεοπτική σειρά. Είμαι βέβαιος ότι μπορεί να γίνει μια απολαυστική σειρά».

«Από τα τρία τελευταία έργα σου, τους “Ντέβα”, την “Αμερική” και τον “Κοάζινο”, που κατά ευτυχή συγκυρία τα έζησα από πιο κοντά, και αποτελούν κατά τη γνώμη μου μια μυθιστορηματική τριλογία (θεματικά, βιωματικά και μορφολογικά), πιστεύω πως ο “Κοάζινος” είναι η αναγκαία, αν όχι αναπόφευκτη κορύφωση – η αιχμή του δόρατος…» 
Κώστας Βασιλείου, ποιητής, εκπαιδευτικός

«Ο Πάνος Ιωαννίδης, ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα στο “φαίνεσθαι” και στο “είναι”, ζωγραφίζει στην πραγματικότητα την ταραγμένη δεκαετία 1945 – 1955, που τον διαπέρασε σαν σφαίρα. Η γλωσσική του πυκνότητα, η λογοτεχνική του οξυδέρκεια, η υποδειγματική του ικανότητα να δένει το μύθο στο ποδάρι του ρεαλισμού και το ρεαλισμό στο ποδάρι του μύθου, ο κοφτερός σαν μαχαίρι διάλογος,  η πυρετώδης πλοκή που με συμμετρία απιθώνει στο χαρτί και, κυρίως, η αυθεντικότητα με την οποία μεταχειρίζεται τους χαρακτήρες του, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του, που μας τον παραδίδει γυμνό, μεταφορικά, στέλνουν τον “Κοάζινο” στα βιβλιοπωλεία με ανεκτίμητα προικιά…» 
Ανδρέας Κούνιος, δημοσιογράφος, κριτικός.





Το Κυπριακό Κέντρο Συγγραφέων ΠΕΝ
σας προσκαλεί στην παρουσίαση
του μυθιστορήματος

του Πάνου Ιωαννίδη

ΚΟΑΖΙΝΟΣ

την Τρίτη 2 Οκτωβρίου, 7.30 μ.μ.
στο Θεατράκι ΡΙΚ «Ανδρέας Χριστοφίδης»

Παρουσίαση βιβλίου:

ΦραγκίσκηΑμπατζοπούλου, Ομότιμη καθηγήτρια Α.Π.Θ.:    
«Κοάζινος ή ''Το νησί των θησαυρών'' του Πάνου Ιωαννίδη

Χαιρετισμοί:

Θέμης Θεμιστοκλέους, Γενικός Διευθυντής ΡΙΚ
Νίκη Μαραγκού, Λειτουργός Δημοσίων Σχέσεων ΠΕΝ


Θα διαβαστούν αποσπάσματα από τον ηθοποιό ΝεόφυτοΝεοφύτου
 Θα ακολουθήσει δεξίωση



Χορηγός: Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού
Χορηγός Επικοινωνίας: ΡΙΚ


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Προσεγγίζοντας το σουρεαλισμό - Approaching Surrealism , εκδόσεις Μικρή Άρκτο





Το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή παρουσίασε την έκδοση “Προσεγγίζοντας το σουρεαλισμό - Approaching Surrealism 
Που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις«Μικρή Άρκτος». 


 
Η ΕΚΘΕΣΗ

Το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στους χώρους του στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Χώρα της Άνδρου, παρουσιάζει ένα θεματικό αφιέρωμα σε ένα από τα μεγαλύτερα, σημαντικότερα και ανατρεπτικότερα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα που είναι ο σουρεαλισμός. Ένα κίνημα διαμαρτυρίας και ανατροπής των μέχρι τότε «καλώς κειμένων» στον χώρο της τέχνης του έμμετρου λόγου πρωτίστως και των εικαστικών τεχνών συνακόλουθα, το οποίο χωρίς να αποτελέσει σχολή αισθητικής, με κριτήρια και κυρίαρχη φροντίδα όχι πλέον το αισθητικά ωραίο αλλά το δραστικά πνευματικό, έθεσε στον πυρήνα του προβληματισμού και των επιδιώξεών του τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε «να αλλάξει την ζωή».

Μέσα από 100 περίπου εκθέματα –κολλάζ, ζωγραφικά έργα, γλυπτά, κατασκευές, χαρακτικά, φωτογραφίες- καθώς και αρχεία εξαιρετικού ενδιαφέροντος, οι επισκέπτες της έκθεσης θα έχουν φέτος την ευκαιρία (από την 1η/7 έως και τις 30/9/2012) να «προσεγγίσουν τον σουρεαλισμό», μέσα από έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.

 
Η ΕΚΔΟΣΗ

Η έκδοση που συνοδεύει την έκθεση κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο ΜΙΚΡΗ ΆΡΚΤΟΣ σε ελληνικά και αγγλικά και περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του κ. Κυριάκου Κουτσομάλλη, διευθυντή του Μουσείου καθώς και κείμενα των κυριών Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, Νάντιας Αργυροπούλου, Ιουλίτας Ηλιοπούλου και Νίκης Λοϊζίδη και των κυρίων Νάνου Βαλαωρίτη και Αλέκου Φασιανού.
Περιλαμβάνει εκτός της παρουσίασης των έργων της έκθεσης, ανέκδοτο αρχειακό υλικό και βιογραφικά στοιχεία όλων των καλλιτεχνών.

Ευνόητο είναι ότι τόσο το ιδεολογικό εύρος όσο και ο εικονογραφικός πλούτος αυτού του μεγάλου ανατρεπτικού πρωτοποριακού κινήματος –και του λαοφιλέστερου μετά τον εμπρεσσιονισμό, όπως αποδεικνύεται σήμερα-, το οποίο με κυρίαρχο γενεσιουργό στοιχείο τον αυθορμητισμό και αυτοματισμό της γραφής, την παραδοξολογία, την δύναμη του ονείρου, της δημιουργικής φαντασίας και των δυνάμεων που βρίσκονται εγκλωβισμένες στην ψυχή, κατάφερε με ασυγκράτητη ορμή και σθένος να ανατρέψει καθιερωμένα εικονογραφικά σχήματα, ήθη και αρχές που προσδιόριζαν την πολιτισμική συμπεριφορά της μεταπολεμικής κοινωνίας, θα ήταν αδύνατον να εξαντληθεί στα όρια ενός περιορισμένων τεχνικών, ερευνητικών και οικονομικών δυνατοτήτων αφιερώματος.

 
Όπως ο τίτλος του εμφατικά δηλώνει, σκοπός του είναι να το προσεγγίσει και να μεταφέρει στον αποδέκτη το μήνυμα μιας τέχνης η οποία επειδή τόλμησε να ανοίξει νέους ορίζοντες, να βαδίσει σε αχαρτογράφητους δρόμους της ψυχής, μέσα από απαξιωτικούς αρχικά χλευασμούς, την απροσδιοριστία, την ρευστότητα, τις απολυταρχικές συμπεριφορές, τις πολιτικές διχογνωμίες και αποβολές ακόμα μελών, που συγκρότησαν την αρχική ομάδα, κατάφερε στην πορεία να βρει την δικαίωση και την αποδοχή από τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να επηρεάσει ως έναν βαθμό την κοινωνική και πολιτισμική συμπεριφορά τους. Η δε ονομασία του «σουρεαλισμός», «υπερρεαλισμός», λέξη που συμπωματικά επινοήθηκε, έχει ξεφύγει πλέον από τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους για να περάσει στην τρέχουσα καθομιλουμένη, ως όρος που εκφράζει το ανοίκειο και την όποια παραδοξότητα στην καθημερινότητά μας.

Το αφιέρωμα αποτελείται από δύο σκέλη:
 

Το πρώτο μέρος, που θα αποτελεί και τον κύριο άξονα του αφιερώματος θα αναφέρεται στην ιστορική διάσταση του κινήματος, το οποίο καθοριστικά επηρέασε τον 20ό αιώνα, με έργα είκοσι περίπου καλλιτεχνών και αρχειακό υλικό αυτών που το συγκρότησαν, αλλά και όσων στην πορεία προσχώρησαν σ’ αυτό.

Στο δεύτερο μέρος θα γίνεται λογοτεχνική και εικαστική αναφορά στα ονόματα που συγκρότησαν τον ελληνικό υπερρεαλισμό.

Στα πλαίσια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν και φέτος συμπληρωματικές εκδηλώσεις, όπως η συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα το σουρεαλισμό και
  ομιλητές εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων και συντονίστρια όπως κάθε χρόνο την Πρύτανη κυρία Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ.
 
Info
Πληροφορίες
Approaching Surrealism, Σελ.  332
Διαστάσεις: 23Χ32 εκ. Σκληρό κάλυμμα
Λ.Τ. 40 €

πηγή: http://www.culturenow.gr

Τα βιβλία του φθινοπώρου VI

Tου Κώστα Αγοραστού



Καινούργιο μυθιστόρημα και από τον Χρίστο Παπαδημητρίου (σεναριογράφου τουLogicomix), Ανεξαρτησία (εκδ. Πατάκη), σε μετάφραση από τα αγγλικά της Χίλντας Παπαδημητρίου. Ένα μυθιστόρημα για τη σύγχρονη Ελλάδα και την τύχη. Αρχίζει το 2007 στην Πύλο, ένα μαγευτικό κόλπο στην Πελοπόννησο. Ο αφηγητής, ο Χρήστος, η αδελφή του Κλειώ και ο παππούς τους Μακ (Τηλέμαχος) κάθονται στην ακτή ανταλλάσσοντας ιστορίες για την Πύλο, χωριό των προγόνων τους. Είναι Ελληνοαμερικανοί.
Ο Χρήστος είναι αποτυχημένος μαθηματικός και μεγάλος ταβλαδόρος. Κατά το ήμισυ Τσιγγάνος, είναι πολύ εύθυμος και παιχνιδιάρης ως αφηγητής. Έχει εμμονή με τη μνήμη της μητέρας του, και βαθιά αβεβαιότητα για τον πατέρα του (και οι δύο έχουν πεθάνει). Η Κλειώ είναι ιστορικός, πολύ έξυπνη και διορατική αλλά άτυχη στην αγάπη -- “εγώ παραείμαι τυχερός" παραδέχεται ο Χρήστος. Η Κλειώ είναι "η ημιθαλής αδελφή του”, μαθαίνουμε από νωρίς ότι η μητέρα τους βασανίστηκε και βιάστηκε στις φυλακές της δικτατορίας την εποχή που συνέλαβε την Κλειώ, τον Νοέμβρη του 1973. Τα δύο αδέλφια είναι πάρα πολύ συνδεδεμένα. Ο Μακ είναι ένας αστείος γέρος, όλο πείσματα και ενδιαφέρουσες ιστορίες. Αυτός μεγάλωσε τα δύο αδέλφια. Επίσης, μαθαίνουμε ότι η Κλειώ ερευνά μια παλιά οικογενειακή ιστορία, το θρύλο της όμορφης Χρύσας, κόρης του Σαράντου, προ-προ-πάππου του Μακ και ήρωα της Επανάστασης του 1821, που την έκλεψαν οι Τούρκοι.
Λένε λοιπόν ιστορίες: Τη ραψωδία της Οδύσσειας που εκτυλίσσεται στην Πύλο, πώς ο Μακ έσωσε έναν προδότη από τα χέρια των ανταρτών συντρόφων του στην Κατοχή, την ναυμαχία του Ναυαρίνου, τη μάχη της Πύλου στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, και μέσα από αυτές τις μικρές ιστορίες φτάνουμε στο κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου: Την Ελένη, μητέρα του Χρήστου και της Κλειώς και κόρη του Μακ. Και το κεντρικό μυστήριο του βιβλίου: Προδόθηκε η Ελένη στους φασίστες απ' το Μπίθρο, τον Τσιγγάνο σύζυγό της και έρωτα της ζωής της;

Νέο μυθιστόρημα και από τον Βασίλη Καραγιώργου με τίτλο Alter Ego (εκδ. Μεταίχμιο). 



Ένα ανώνυμο χειρόγραφο που φτάνει στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ενός μικρού εκδότη γίνεται η αφορμή για να αναστατώσει τη ζωή του. H διεύθυνση του αποστολέα φέρει το όνομα του πιο πετυχημένου συγγραφέα του, γεγονός που του τραβάει αμέσως το ενδιαφέρον, ενώ καθώς ανακαλύπτει ότι οι ήρωες του μυθιστορήματος έχουν σημαντικές ομοιότητες με τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του, αρχίζει να αναπτύσσει μια εμμονή με το περίεργο αυτό κείμενο. Παρ’ όλα αυτά, πείθεται να το εκδώσει μόνο όταν διαπιστώνει πως η πλοκή του απηχεί τις σκοτεινές πλευρές του τέλους του μεγαλύτερου ίσως έλληνα επιχειρηματία. Ο εκδότης βλέπει αυτό το χειρόγραφο σαν τη μοναδική του ευκαιρία για να βγει από την τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, όμως, σκοντάφτει στον σκόπελο της απροθυμίας του συγγραφέα-φάντασμα να εμφανιστεί και να υπογράψει το συμβόλαιο έκδοσης του βιβλίου – περιορίζεται να δώσει την έγκρισή του μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Με μια νομική ακροβασία ο εκδότης δημοσιεύει το συγκεκριμένο χειρόγραφο, που γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Μοιραία, μαζί με τις μεγάλες εισπράξεις θα του φέρει και μεγάλα προβλήματα…



Τα βιβλία του φθινοπώρου I εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙI εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙI εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙV εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου V εδώ

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Τα βιβλία του φθινοπώρου V


Tου Κώστα Αγοραστού



Η Σώτη Τριανταφύλλου θα κυκλοφορήσει το βιβλίο Μιλώντας στην Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής (εκδ. Πατάκη).
 "Αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο όταν η Αλίκη, η κόρη μιας αγαπημένης μου φίλης, έγινε δεκατεσσάρων ετών. Ήθελα να συμβάλω με όποιον τρόπο μπορούσα στην ευτυχία της σ’ αυτή τη Χώρα των Θαυμάτων που είναι ο κόσμος. Η ιδέα πήρε συγκεκριμένο σχήμα όταν διάβασα τα σχολικά εγχειρίδια της φιλοσοφίας που διδάσκονται στη β’ τάξη του γενικού λυκείου: μου φάνηκαν εξαιρετικά καλογραμμένα και βαθυστόχαστα αλλά δυσνόητα για τα παιδιά. Πιστεύω ότι πρέπει να αρχίσουμε από διαφορετική αφετηρία και να ακούσουμε τα ερωτήματα που θέτουν οι έφηβοι: τι είναι η φύση; τι είναι η ανθρώπινη κοινωνία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η λογική; Ύστερα, να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, τοποθετώντας τη φιλοσοφία σ’ ένα πλαίσιο γενικών γνώσεων και λαμβάνοντας υπόψη την ανυπομονησία που αποτελεί γνώρισμα της εφηβικής ηλικίας. Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι οι σημερινοί έφηβοι είναι πολύ εξυπνότεροι και πληροφορημένοι από εμάς όταν ήμασταν έφηβοι στη δεκαετία του 1970. Αυτό το βιβλίο απευθύνεται λοιπόν στους πολύ νέους και, γιατί όχι, σ’ εμάς τους όχι-και-τόσο νέους που συχνά νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα ενώ δεν ξέρουμε τίποτα."

Η Βασιλική Πέτσα, μετά την πρώτη της νουβέλα, επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων και τίτλο Όλα χαμένα (εκδ. Πόλις). Οκτώ διηγήματα με θέμα την απουσία, την αδυναμία, το ανικανοποίητο. Οκτώ ιστορίες για τη δύναμη της απελπισίας, για το τέλος της αντοχής, για τη συμφιλίωση με το αναπότρεπτο. Οκτώ ιστορίες για όσα έχουν πια χαθεί.

Με το μυθιστόρημα Το μυστικό της Έλλης (εκδ. Πατάκη) επανέρχεται και ο Θοδωρής Γρηγοριάδης. Η ερωτική ιστορία μιας ώριμης γυναίκας με ένα νεότερο άντρα, στο ξεκίνημα της οικονομικής κρισης με σκηνικό το κέντρο της Αθηνας. Ένα ερωτικό μυθιστόρημα για την μοναξιά των ανθρώπων, την ακύρωση της επιθυμίας, την ολοκληρωτική προσφορά.
Μυθιστόρημα θα κυκλοφορήσει και ο Μάκης Τσίτας με τίτλο Σάκος (εκδ. Κίχλη). Ένας τυπικός αντι-ήρωας της εποχής μας αφηγείται τα πάθη του στην προσπάθειά του να βρει λίγη αγάπη και να ζήσει με αξιοπρέπεια. Μέσα από τον εκφραστικό μονόλογό του παρακολουθούμε την ψυχική του κατάρρευση, καθώς όλοι, οι γυναίκες που συναντά στη ζωή του, οι εργοδότες του, ακόμη και η ίδια η οικογένειά του, τον προδίδουν, ενώ γύρω του προβάλλει το σκηνικό μιας χώρας βυθισμένης στην παρακμή.



Ο Διονύσης Χαριτόπουλος με το νέο του μυθιστόρημα Εκ Πειραιώς (εκδ. Τόπος) αποτυπώνει μυθιστορηματικά την ανθρωπογεωγραφία του Πειραιά κατά την περίοδο 1947-1967καταγράφοντας με λεπτομέρειες την ψυχή του μεγάλου λιμανιού, την ταυτότητα της κάθε συνοικίας και γειτονιάς, τους χαρακτήρες των γνωστών και άγνωστων πρωταγωνιστών της πόλης, των καθημερινών ανθρώπων, όλων αυτών που σημάδεψαν την ιστορία της. Όπως εξομολογείται στην προμετωπίδα του βιβλίου: «στον Πειραιά πατάω στεριά», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, ενώ στο οπισθόφυλλο ο συγγραφέας σημειώνει με νόημα: «Όλα μπορείς να τα δεις και να τα κάνεις στον Πειραιά, όλα εκτός από ένα, να κάνεις τον ζόρικο». Τα βιώματα του συγγραφέα συμπληρώνει μεγάλη αρχειακή έρευνα, χάρη στην οποία ο αναγνώστης θα βρει πληροφορίες και γεγονότα ελάχιστα ή και καθόλου γνωστά.

πηγή: http://bookpress.gr

Τα βιβλία του φθινοπώρου Ι εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙ εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙΙ εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙV εδώ

Τα βιβλία του φθινοπώρου IV


Tου Κώστα Αγοραστού


Νέα βιβλία, επίσης, περιμένουμε από τον Ανδρέα Στάικο, Βηθσαβέ, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Τρία απρόσεκτα διηγήματα και τον Θωμά Κοροβίνη, ‘55. Όλα από την Άγρα.


Συλλογή διηγημάτων του εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη. Ορισμένα κείμενα έχουν παρωδιακό χαρακτήρα, άλλα ανήκουν στην κατηγορία του ψευδο-δοκιμίου και συνοδεύονται από παιγνιώδεις σημειώσεις, ενώ άλλα μεταποιούν αυτοβιογραφική ύλη - όλα πάντως μοιράζονται το καταλυτικό χιούμορ και τη λεκτική ευφορία του συγγραφέα.

Συλλογή διηγημάτων και από την Ελένη Λαδιά, Ο Ονειρόσακκος (εκδ. Εστία). Η συλλογή είναι μία συνομιλία με τα όνειρα, τα φαντάσματα, τους δολοφόνους, τα θαύματα, τους νεκρούς και τους ανθρώπους, που ο κοσμολογικός έρωτας τους οδηγεί στο κακό ή στο όρος Σινά. Ωστόσο όλες οι περιπτώσεις αποπνέουν μία ελπίδα, όμοια με ροδαυγή. Οι σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας φωτίζονται από διπλές ερμηνείες συνθέτοντας έτσι το πολύφυλλο άνθος του κοσμήματος-κόσμου.

Τη νουβέλα Οι εξορίες του ιεροκήρυκα Σέργιου Σκανδάλη από τις εκδόσεις της Εστίας, θα κυκλοφορήσει ο Χάρης Μαυρομάτης. Ο Σέργιος Σκανδάλης είναι ένας κοσμικός ιεροκήρυκας, που τοποθετείται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Οι συμπεριφορές του είναι ωστόσο, εντελώς «ξένες» για τους ντόπιους και αυτό οδηγεί τον επιχώριο μητροπολίτη να τον απομονώσει κάπου στα βουνά. Όλα αυτά συμβαίνουν τον καιρό που ακούγονται οι τελευταίες εκρήξεις του εμφυλίου πολέμου. Αλλ’ αυτή δεν είναι η τελευταία εξορία για το Σέργιο. Η ξαφνική εμφάνιση ενός νεαρού αναχωρητή ανοίγει το δρόμο και για άλλες εξορίες. Εξορίες πνεύματος, ψυχής και σώματος.

πηγή: http://bookpress.gr

Τα βιβλία του φθινοπώρου Ι εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου IΙ εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου IΙΙ εδώ


Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙΙ


Tου Κώστα Αγοραστού


Μυθιστόρημα, επίσης, και από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, Διασυρμός (εκδ. Εστία). «Δεν καταδεχόμαστε να γράψουμε ό,τι δεν έχουμε ζήσει, αποφάνθηκε ο Νίκος Βελής, αγορεύοντας χαμηλόφωνα μες στο Au Revoir, τρεις μετά τα μεσάνυχτα, καθώς, ενώ έξω έβρεχε ασταμάτητα και μέσα το θάλπος ήταν ένα ευπρόσδεκτο θέλγητρο, καθώς ενώ τα τσιγάρα έσβηναν κι οι αναπτήρες άναβαν, καθώς τα ποτήρια γέμιζαν και οι φιάλες άδειαζαν και, κυρίως, καθώς ο Φρανκ Σινάτρα, θαμώνας κάποτε του Au Revoir κι αυτός, τραγουδούσε από τα μικρά ηχεία και το μεγάλο πουθενά το «My Way», ο Βελής έλυνε μ’ ένα άνοιγμα το αίνιγμα, ναι, μ’ ένα άνοιγμα μιας σελίδας από το Βιβλίο της Ανησυχίας του εικοστού αιώνα και μ’ ένα ταυτόχρονο κλείσιμο του ματιού σ’ όσους λογάριαζε για προγόνους του και σ’ όσους έπιναν μαζί του εκείνη τη νύχτα, έλυνε το αίνιγμα. Η Αθήνα είναι αιχμάλωτη μιας καλπάζουσας φθοράς. Η κουτοπονηριά έγινε ηγεμονία και οδηγήθηκαν στο περιθώριο η Φιλία, η Ευγένεια, η Αγάπη, η Αξιοπρέπεια. Κάποιοι προσπάθησαν, και ακόμη προσπαθούν, να διατηρήσουν μια λάμψη μες στη μουντάδα, τη μελωδία ενός σφυρίγματος μες στον ορυμαγδό».

Αστυνομικό-πολιτικό μυθιστόρημα θα μας δώσει και ο Σπύρος Λίγκας, Έγκλημα στην Ταξιαρχία(εκδ. Πόλις). Ένας λοχαγός που αγαπάει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Ένας αντιστράτηγος με επιτελικό μυαλό, που οργανώνει υποδειγματικά τη Διακλαδική Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών. Μια αρχιλοχίας που βρίσκεται νεκρή στην Κω, όπου υπηρετούσε στο 2ο Γραφείο της ταξιαρχίας. Το έγκλημα στην ταξιαρχία σημαίνει συναγερμό στην πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία. Πολλοί είναι αυτοί, κι από τις δυο πλευρές του Αιγαίου, που θέλουν να το εκμεταλλευτούν για τους δικούς τους σκοπούς. Άραγε εμπλέκονται Τούρκοι ισλαμιστές, το βαθύ τουρκικό παρακράτος ή Έλληνες ακροδεξιοί; Μήπως κρύβεται πόλεμος μυστικών υπηρεσιών; Ίσως, όμως, να πρόκειται για έγκλημα πάθους…

Το νουάρ μυθιστόρημα του Λευτέρη Γιαννακουδάκη με τίτλο Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη (εκδ. Μεταίχμιο) μας μεταφέρει στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 2008. Ο Αλεξάγγελος Ελεφάντης, απόμαχος πυγμάχος και αμετανόητος ροκάς, ζει με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Η ζωή του ανατρέπεται όταν κληρονομεί από τον καθηγητή Σωκράτη Παπαηλιόπουλο ένα σημαντικό ποσό, μια κόρη κι έναν σκύλο. Τις ίδιες μέρες η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου μαθητή από αστυνομικό πυροδοτεί την κοινωνική έκρηξη και η πόλη αναφλέγεται. Η κόρη του καθηγητή μπλέκεται στα επεισόδια κι ο Αλεξάγγελος αναγκάζεται να την ακολουθήσει. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν οι νεκροί γύρω πληθαίνουν και όλα τα στοιχεία θυμίζουν έναν Δεκέμβρη δεκαέξι χρόνια πριν. Τα φαντάσματα του ήρωα ξυπνούν, ζητώντας δικαίωση. Με σκηνικό τη φλεγόμενη Αθήνα του 2008 και σάουντρακ έντονη ροκ μουσική, μέσα από συγκρούσεις, φόνους και ανατροπές αποκαλύπτονται τρομακτικά μυστικά του παρελθόντος. Το πρώτο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, ο Μέγας Αλέξανδρος, οι στωικοί φιλόσοφοι, το Μπουένος Άιρες και ο Ηλίας Πετρόπουλος συνθέτουν μια ιστορία συνωμοσίας, όπου ο σαραντάχρονος πυγμάχος παλεύει για τη ζωή του και τη ζωή των αγαπημένων του.

πηγή: http://bookpress.gr


Τα βιβλία του φθινοπώρου Ι εδώ
Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙ εδώ

Τα βιβλία του φθινοπώρου ΙΙ


Tου Κώστα Αγοραστού

Ο Αλέξανδρος Ίσαρης θα κυκλοφορήσει το αφήγημα Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς (εκδ. Κίχλη). Πρόκειται για κείμενο που μιλάει για το θάνατο μέσα από την κατάφαση της ζωής.

Νέο βιβλίο και για τον Μισέλ Φάις, Κτερίσματα (εκδ. Πατάκη).



 Η σαρκική, ενύπνια και γλωσσική περιπέτεια ενός άντρα από την παιδική ηλικία έως την ωριμότητα. Ο Φάις, μέσα από μικροιστορίες, παραληρήματα, ημερολογιακές εγγραφές, αναγνωστικές σημειώσεις, θεατρικές στιχομυθίες, τραγούδια και ποιήματα, αφουγκράζεται και επινοεί το σεξουαλικό πένθος του ήρωα και αφηγητή του. 
Μινιμαλισμός και θρυμματισμένη πρόζα της ερωτικής μνήμης, παραφοράς και απουσίας. Ένα βιβλίο σκοτεινής ερωτογραφίας, υπό το βορειοανατολικό φως της καταγωγής, της βιβλιοθήκης και των πιο σωματικών εμμονών του συγγραφέα.

Μυθιστορήματα θα κυκλοφορήσουν και οι κυρίες Λίλα Κονομάρα, Το Δείπνο (εκδ. Κέδρος) και Μαρία Γαβαλά, Ο Λεμονόκηπος(εκδ. Κέδρος).
Μια αρχαιολόγος, ένας αποτυχημένος μουσικός, ένας επιχειρηματίας, ένας γιατρός, μια οικιακή βοηθός. Αυτό είναι ένα βιβλίο για το τυχαίο και την ευθύνη. Πώς μπορεί ένα δείπνο να αλλάξει τη ζωή κάποιων ανθρώπων; Κατά πόσον η επιλογή του ενός μπορεί να αποβεί καθοριστική για τον άλλο ακόμη κι αν αυτός ο άλλος είναι μετανάστης από μια χώρα της Άπω Ανατολής; Το νέο μυθιστόρημα της Λίλας Κονομάρα δίνει μια μικρογραφία της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού και τονίζει πτυχές της σύγχρονης ηθικής κρίσης.
Πού οδηγεί η αχαλίνωτη φαντασία ενός μικρού παιδιού, η οποία το σπρώχνει σε ένα παιχνίδι διόγκωσης και αλλοίωσης της πραγματικότητας; Και τι γίνεται όταν κάποιος ζητά εκδίκηση επειδή τον έδιωξαν μακριά από τον παράδεισο των πρώτων στιγμών της ζωής του; Πώς συνδυάζεται η νοικοκυροσύνη και η λογική με την παρέκκλιση και την άλογη σύγχυση; Και πόσο σώφρον είναι, μια ενήλικη γυναίκα να τρυπώνει σε ξένες αυλές και να χώνει το πρόσωπο σε απαγορευμένους κήπους, γυρεύοντας την ηδονή του ξεχωριστού και του σπάνιου; Το όγδοο βιβλίο της Μαρίας Γαβαλά είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και συγχρόνως η ιστορία μιας γυναικείας φιλίας.
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Κράτα μου το χέρι (εκδ. Ψυχογιός). Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει σαν μοναδικό του σκοπό τη συγγραφή του βιβλίου του. Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.
Εκείνες τις απογευματινές και κυρίως τις βραδινές ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του.
Νέα βιβλία περιμένουμε επίσης από τη Ζυράννα Ζατέλη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Γιώργο Μπράμο, Το ψέμα του λύκου, τονΑλέξη Σταμάτη, Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; και τον πρωτοεμφανιζόμενο Γιώργο Κακούρο. Όλα από τον Καστανιώτη.

Τα βιβλία του φθινοπώρου Ι


Tου Κώστα Αγοραστού



Πλήθος νέων βιβλίων για το φετινό φθινόπωρο. 
Επιλέξαμε ορισμένους τίτλους από την Ελληνική Πεζογραφία

Με καινούργιο μυθιστόρημα επανέρχεται ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή (εκδ. Ίκαρος).



Σ’ αυτό παρακολουθούμε μια σύγχρονη ερωτική ιστορία με φόντο τα Δεκεμβριανά του 1944. Ένας ισόβιος έρωτας την εποχή των στιγμιαίων ερώτων. Και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.

Νέα, πολυαναμενόμενη, συλλογή διηγημάτων και από τον Σωτήρη Δημητρίου, Το κουμπί και το φόρεμα (εκδ. Πατάκη).
Νέο μυθιστόρημα και από τη Σοφία Νικολαΐδου, Χορεύουν οι ελέφαντες (εκδ. Μεταίχμιο). Ένας αμερικανός δημοσιογράφος δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη. Πρωθυπουργός και υπουργοί αναστατώνονται, ασφαλίτες, δικηγόροι και δημοσιογράφοι ανακατεύονται, ξένοι διπλωμάτες επεμβαίνουν. Ένας αθώος, ονόματι Γκρης, μπαίνει φυλακή. Η υπόθεση κλείνει.
Σχολικό έτος 2010-2011: Ένας μαθητής αρνείται να δώσει Πανελλαδικές. Η μητέρα του τρελαίνεται κι αυτός τραβάει το σκοινί. Ο αγαπημένος του καθηγητής αναλαμβάνει το έργο της νουθεσίας. Του αναθέτει να ερευνήσει την υπόθεση Γκρη. Ο πρώην άριστος μαθητής πείθεται κι αρχίζει δουλειά εν μέσω καταλήψεων, σφοδρών ερώτων και παιδαγωγικών συνεδριάσεων. Πόσο έτοιμοι είναι οι ενήλικες να ακούσουν τι έχει να πει; Πόσο πρόθυμη είναι μια χώρα να αναγνωρίσει τα λάθη της; Πόσο τυφλή είναι η δεσποινίς Δικαιοσύνη; Κι οι δάσκαλοι; Μπορούν να διδάξουν ένα παιδί;
Ο Αλέξανδρος Ίσαρης θα κυκλοφορήσει το αφήγημα Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς (εκδ. Κίχλη). Πρόκειται για κείμενο που μιλάει για το θάνατο μέσα από την κατάφαση της ζωής.
Νέο βιβλίο και για τον Μισέλ Φάις, Κτερίσματα (εκδ. Πατάκη). Η σαρκική, ενύπνια και γλωσσική περιπέτεια ενός άντρα από την παιδική ηλικία έως την ωριμότητα. Ο Φάις, μέσα από μικροιστορίες, παραληρήματα, ημερολογιακές εγγραφές, αναγνωστικές σημειώσεις, θεατρικές στιχομυθίες, τραγούδια και ποιήματα, αφουγκράζεται και επινοεί το σεξουαλικό πένθος του ήρωα και αφηγητή του. 
Μινιμαλισμός και θρυμματισμένη πρόζα της ερωτικής μνήμης, παραφοράς και απουσίας. Ένα βιβλίο σκοτεινής ερωτογραφίας, υπό το βορειοανατολικό φως της καταγωγής, της βιβλιοθήκης και των πιο σωματικών εμμονών του συγγραφέα.
Μυθιστορήματα θα κυκλοφορήσουν και οι κυρίες Λίλα Κονομάρα, Το Δείπνο (εκδ. Κέδρος) και Μαρία Γαβαλά, Ο Λεμονόκηπος(εκδ. Κέδρος).
Μια αρχαιολόγος, ένας αποτυχημένος μουσικός, ένας επιχειρηματίας, ένας γιατρός, μια οικιακή βοηθός. Αυτό είναι ένα βιβλίο για το τυχαίο και την ευθύνη. Πώς μπορεί ένα δείπνο να αλλάξει τη ζωή κάποιων ανθρώπων; Κατά πόσον η επιλογή του ενός μπορεί να αποβεί καθοριστική για τον άλλο ακόμη κι αν αυτός ο άλλος είναι μετανάστης από μια χώρα της Άπω Ανατολής; Το νέο μυθιστόρημα της Λίλας Κονομάρα δίνει μια μικρογραφία της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού και τονίζει πτυχές της σύγχρονης ηθικής κρίσης.
Πού οδηγεί η αχαλίνωτη φαντασία ενός μικρού παιδιού, η οποία το σπρώχνει σε ένα παιχνίδι διόγκωσης και αλλοίωσης της πραγματικότητας; Και τι γίνεται όταν κάποιος ζητά εκδίκηση επειδή τον έδιωξαν μακριά από τον παράδεισο των πρώτων στιγμών της ζωής του; Πώς συνδυάζεται η νοικοκυροσύνη και η λογική με την παρέκκλιση και την άλογη σύγχυση; Και πόσο σώφρον είναι, μια ενήλικη γυναίκα να τρυπώνει σε ξένες αυλές και να χώνει το πρόσωπο σε απαγορευμένους κήπους, γυρεύοντας την ηδονή του ξεχωριστού και του σπάνιου; Το όγδοο βιβλίο της Μαρίας Γαβαλά είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και συγχρόνως η ιστορία μιας γυναικείας φιλίας.
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Κράτα μου το χέρι (εκδ. Ψυχογιός). Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει σαν μοναδικό του σκοπό τη συγγραφή του βιβλίου του. Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.
Εκείνες τις απογευματινές και κυρίως τις βραδινές ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του.
Νέα βιβλία περιμένουμε επίσης από τη Ζυράννα Ζατέλη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Γιώργο Μπράμο, Το ψέμα του λύκου, τονΑλέξη Σταμάτη, Μπορείς να κλάψεις μες στο νερό; και τον πρωτοεμφανιζόμενο Γιώργο Κακούρο. Όλα από τον Καστανιώτη.


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Il ragazzo di Janina - Λεωνίδας Μιχέλης, εκδόσεις Atmosphere


Η αφήγηση της περιπετειώδους ιστορίας μιας οικογένειας του περασμένου αιώνα στην οποίαν αντανακλώνται τρεις γενιές και η ιστορία ενός ολόκληρου λαού, του ελληνικού. Τα προσωπικά γεγονότα στην εξέλιξή τους περιπλέκονται με γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ελλάδος της εποχής εκείνης. Ένα ρομάντζο μέσα σε μια ιστορική κορνίζα, με ένα σκηνικό μαγικής γοητείας και επιρροής και μια διήγηση ικανή να εισαγάγει τον αναγνώστη αυτοστιγμεί στην ουσία της αφήγησης οδηγώντας τον στα παραμεθόρια της περιοχής της Ηπείρου, στα Γιάννινα, το έτος 1950. Ο αφηγητής, Ζαφείρης, ζει την παιδική του ηλικία στην μικρή επαρχία, στα Γιάννινα. Η προσωπική του ζωή, τα συμβάντα, τα ανταμώματα, οι αγάπες, τα όνειρα και οι απογοητεύσεις παραπέμπουν και στη ζωή της αμέσως προηγούμενης γενιάς, (“Οι μεσαίοι”), και σε κείνη ακόμη παραπίσω, (“Οι προηγούμενοι”). Οι γυναίκες είναι οι πρωταγωνίστριες του ρομάντζου. Είναι γυναίκες δυνατές, γενναιόκαρδες, και με τον δικό τους τρόπο συναισθηματικές. Γυναίκες που μέσα από την φαινομενική ευθραυστότητα τους αποκόμισαν την ενέργεια για να μην υποκύψουν οι ίδιες μαζί με τους άνδρες τους και συχνά για να νικήσουν. Η αφήγηση ακολουθεί το “βήμα” της Ιστορίας, “κοιτάζει” τα γεγονότα που συνοδεύουν την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και εκείνα που ακολουθούν την μικρασιατική καταστροφή του 1922: το μεγάλο προσφυγικό δράμα, οι ληστοσυμμορίες της δεκαετίας του 1930 που δρούσαν με καταφύγιο και ορμητήριο τις υπαίθρους, οι μεταναστεύσεις, η ναζιφασιστική κατοχή και στο τέλος ο εμφύλιος πόλεμος με θύματα και καταδιώξεις αδελφοκτόνες. Γεγονότα, συμβάντα που άφησαν αλλού πληγές, αλλού μεγάλες ελπίδες και μεγάλες ιδέες. Και τα μεν και τα δε, δεν άφησαν πάντα ακέραιους και αλάβωτους τους εμπλεκόμενους.

Ο Λεωνίδας Μιχέλης γεννήθηκε στα Γιάννενα. Ζει στην Ιταλία από το ‘60. Είναι Ηλεκτρονικός Μηχανικός, Διδάκτωρ Πολυτεχνείου. Δημοσίευσε μέχρι τώρα τα διηγήματα “Los claveles del aire” και το ρομάντζο “Lagave di smeraldo”. Το βιβλίο IL RAGAZZO DI JANINA κυκλοφορεί μόνο στα ιταλικά από τις εκδόσεις Atmosphere


Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

"Εντιμότατη εταιρεία" Dominique Manotti, εκδόσεις Πόλις






Ένα ελκυστικό θέμα για το αναγνωστικό κοινό επέλεξαν οι δύο συγγραφείς, Ντομινίκ Μανοτί (Παρίσι, 1942) και Ντοά (Λυόν, 1968), για το μυθιστόρημά τουςΕντιμότατη εταιρεία, ένα θέμα που αφορά στις υπόγειες διαδρομές της εξουσίας, στη διαπλοκή ανάμεσα στους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες και τον Τύπο. Φιλόδοξο εγχείρημα, μια και δεν αρκεί να έχεις την ιστορία, αλλά και να την αναδεικνύεις με τον πιο πειστικό τρόπο. Για το δεύτερο έχω τις επιφυλάξεις μου, επειδή η αφήγηση, που διακόπτεται από σύντομες σκηνές και την καταιγιστική εναλλαγή των προσώπων, αποδυναμώνεται, ενώ γίνεται η αποκάλυψη των υπευθύνων στη συνωμοσία σχετικά νωρίς, αφού είναι αρκετά εκτενής η αναφορά σε πολιτικά πρόσωπα για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει και ποια είναι τα εμπλεκόμενα μέρη.
Πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, οικολόγοι ακτιβιστές, με τη βοήθεια ενός χάκερ, διεισδύουν στον υπολογιστή ενός στελέχους της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας για να αξιοποιήσουν πληροφορίες. Κατά τη διάρκεια της υποκλοπής, τα μέλη της οικολογικής οργάνωσης παρακολουθούν την εισβολή δύο κουκουλοφόρων στο σπίτι του στελέχους και γίνονται μάρτυρες στη σκηνή της πάλης που θα του στοιχίσει τη ζωή. Από εκείνη τη στιγμή οι οικολόγοι θα αναγκαστούν να βγουν στην παρανομία και θα βρεθούν στο επίκεντρο των ερευνών του αστυνόμου Παρίς, ο οποίος σύντομα θα ανακαλύψει ότι το θύμα ήταν αξιωματικός των Μυστικών Υπηρεσιών της Γαλλίας, με αποστολή να παρακολουθεί την πορεία μιας σημαντικής υπόθεσης που είχε σχέση με την ανάμειξη πολιτικών προσώπων σε οικονομικά σκάνδαλα και σε συνωμοσίες στις οποίες, επίσης, εμπλέκονταν μυστικές υπηρεσίες και άλλων κρατών. Μοιραίες γυναίκες, επίμονοι δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, οικολόγοι ακτιβιστές, φιλόδοξοι πολιτικοί, έντιμοι αστυνομικοί θα αντιπαρατεθούν για να αποκατασταθεί η αλήθεια σχετικά με τη διαχείριση των πυρηνικών εργοστασίων, καθώς και τα ιδιωτικά και κρατικά συμφέροντα. Ένας διαρκής πόλεμος, στον οποίο άλλοτε κερδίζει η μία πλευρά και άλλοτε η άλλη.
Τα ζητήματα της πολιτικής διαφθοράς και της διαπλοκής τα χειρίζονται με πολύ πειστικό τρόπο οι Σκανδιναβοί συγγραφείς του αστυνομικού είδους, ενώ το μυστήριο, η σταδιακή αποκάλυψη των στοιχείων, η ατμόσφαιρα, η σφιχτή αφήγηση είναι μερικές από τις αρετές τους. Χωρίς εκζητήσεις, αξιοποιούν τα χαρακτηριστικά του είδους, όπως αναπτύχθηκαν με τον καλύτερο τρόπο από τους Αγγλοσάξονες συγγραφείς, ενώ παράλληλα σ’ αυτά προσθέτουν τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ιδιαιτερότητα, την ταυτότητα των κοινωνιών τους. Κι αυτή η ώσμωση, άλλωστε, τα καθιστά περιζήτητα στην αγορά του βιβλίου σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Οι Γάλλοι συγγραφείς μπορεί να έδωσαν κάτι καινούργιο στην τεχνική, με την παράθεση των ετερόκλητων σύντομων σκηνών, που πολλές φορές είναι σαν να λειτουργούν ανεξάρτητα μολονότι ο πυρήνας τους είναι κοινός, ωστόσο δεν πέτυχαν να δημιουργήσουν αυτή τη γόνιμη εξάρτηση την οποία καλλιεργεί το αστυνομικό μυστήριο ανάμεσα στην αφήγηση και τον αναγνώστη. Και δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια οι «εθνικές» σχολές του αστυνομικού απευθύνονται σε ένα περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, αν εξαιρέσουμε βεβαίως τους Αγγλοσάξονες, τους Σκανδιναβούς και ελάχιστους Ιταλούς. Μήπως οι Γάλλοι επιμένοντας σε μια ιδιαιτερότητα απομακρύνονται από την επιτυχία που εξασφαλίζεται από την αφομοίωση πιο γενικά αποδεκτών κανόνων, από τη λογοτεχνική «παγκοσμιοποίηση», από την αναγνώριση κάποιων κλασικών στερεοτύπων, που προσαρμόζονται στα εκάστοτε κοινωνικά δεδομένα; Μερικές φορές, όταν επιμένει κανείς να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, δεν μπορεί να αποφύγει το κόστος των επιλογών του.

Εντιμότατη εταιρεία
Νουάρ μυθιστόρημα
Dominique Manotti, DOA
μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος
Πόλις, 2012
422 σελ.
Τιμή € 16,00

πηγή: http://diastixo.gr