Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Stefan Zweig «Επικίνδυνος οίκτος» , Εκδόσεις Άγρα



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΜΙΚΑ ΚΡΑΝΑΚΗ
           
Λίγα λόγια για το βιβλίο: 
Το μοναδικό μυθιστόρημα του Στέφαν Τσβάιχ περιγράφει σπαρακτικά τη βασανιστική προδοσία της τιμής και του έρωτα, με φόντο τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Το μυθιστόρημα, γραμμένο τις παραμονές και υπό τη σκιά του επερχόμενου Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, τοποθετείται στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τελειώνει με τη σφαίρα που σκότωσε τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο της Αυστρίας στο Σαράγεβο. Οι ήρωες είναι οι αποσβολωμένοι θεατές της τραγωδίας τους, σύμβολα ενός παρακμιακού πολιτισμού που δεν μπορεί όμως να αντισταθεί στη διεγερτική χαρά ενός τελευταίου βαλς. Η πρόζα του Τσβάιχ, υπέροχη και εκλεπτυσμένη, μοιάζει με τα λείψανα αυτού του πολιτισμού που τον κατάπιε η τρέλα του 20ού αιώνα. Ο οίκτος παρουσιάζεται ως ένα επικίνδυνο συναίσθημα. Μια ημιπαράλυτη γυναίκα καταστρέφεται από τον πολύ οίκτο του περιβάλλοντός της
του πατέρα, του γιατρού της και του αρραβωνιαστικού της.

Το πιο συναρπαστικό βιβλίο που έχω διαβάσει... ένα πυρετικό, γοητευτικό μυθιστόρημα.
ANTHONY BEEVOR, NEW YORK REVIEW OF BOOKS, 2007

O Τσβάιχ ήταν ένα σκοτεινός και ανορθόδοξος καλλιτέχνης. Με τον Επικίνδυνο οίκτο τον καλωσορίζουμε ξανά με μεγάλη χαρά.
SALMAN RUSHDIE, 2011

Ένα μαγευτικό ανάγνωσμα, που θα κλονίσει τις ηθικές παραδοχές σας για το τι συνιστά ευθύνη του ατόμου, και μια ουσιαστική υπενθύμιση για τις δυνατότητες της καλής λογοτεχνίας.
ALI SMITH, BEST BOOKS OF THE YEAR, THE GUARDIAN, 2011

Το μυθιστόρημα του Τσβάιχ μας μεταφέρει στην εποχή που η Ευρώπη έπεφτε στη δίνη του χάους, ξεκινώντας από την έλλειψη λεπτότητας ενός αξιωματικού του ιππικού σε ένα παλιομοδίτικο σαλόνι και κλείνοντας με τη σφαίρα που σκότωσε τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο... Ο Τσβάιχ υφαίνει μια συνταρακτική αφήγηση για το τι γίνεται όταν ο οίκτος εσφαλμένα θεωρείται πως είναι έρωτας και παρουσιάζει με ευφυή τρόπο τις καταστροφικές συνέπειες που αντιμετωπίζει όποιος ξυπνά το πάθος σε πρόσωπο ανεπιθύμητο.
ALFRED HICKLING, THE GUARDIAN, 2011

Μια σύνθετη, καθηλωτική, τρομακτικά αληθινή αλλά καθόλου ηθικολογική σπουδή στον συναισθηματικό εκβιασμό, στις διαβρωτικές, ακόμη και ψυχοφθόρες συνέπειες του οίκτου και στη διαπίστωση ότι «κανένα έγκλημα δεν ξεχνιέται, όσο βρίσκεται ακόμα στη συνείδησή μας».
 
THE FINANCIAL TIMES, 2011

Ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα... Αυτό που εντυπωσιάζει κυρίως είναι η ικανότητα του Τσβάιχ να μας κάνει να νιώσουμε τις βίαιες συναισθηματικές μεταστροφές όλων των προσώπων του έργου σαν να ήταν δικές μας. Μόνο ένας συγγραφέας με μεγάλη ευαισθησία θα μπορούσε να το πετύχει αυτό.
  ANTHONY  DANIELS, THE SUNDAY TELEGRAPH
 
Βιογραφικά στοιχεία συγγραφέα:
Ο Στέφαν Τσβάϊχ γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881 και αυτοκτόνησε στη Βραζιλία στις 23 Φεβρουαρίου 1942. Στη ζωή του ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη: ποίηση, θέατρο, μεταφράσεις, μυθιστορηματικές βιογραφίες, λογοτεχνικές κριτικές. Όμως οι νουβέλες τον κατέστησαν παγκοσμίως γνωστό: Η σύγχυση των συναισθημάτων, Αμόκ, Εικοσιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας, Η σκακιστική νουβέλα, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ, Η αόρατη συλλογή, κ.ά. Οι νουβέλες του Τσβάιχ παρουσιάζονται ως μια σειρά πίνακες που αναπαριστούν την εκλέπτυνση και την ευαισθησία του κλειστού κόσμου που ήταν η βιεννέζικη κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα. Αν και οι γνωστότερες νουβέλες του γράφτηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, στη δεκαετία του '20, σημαδεύουν το δέσιμο του συγγραφέα με τον κόσμο του χθες, μια ευαισθησία τέλους αιώνα, ένα αισθητικό κλίμα βιεννέζικου ιμπρεσιονισμού, και δείχνουν το ενδιαφέρον του για μια ψυχολογία του βάθους. Εκτός από την κοινωνιολογική τους μαρτυρία, γοητεύουν με την ένταση που περιέχουν και που υποφώσκει κάτω από τη φαινομενικά επίπεδη αφήγηση. Τα αφηγήματα αυτά συνδυάζουν τον μοντερνισμό των ψυχολογικών ανακαλύψεων του Φρόυντ με τη ζωντάνια του μυθιστορήματος δράσης.
To 1938, τις παραμονές και υπό του κλίμα του επερχόμενου Β' Παγκοσμίου πολέμου, κυκλοφόρησε το μοναδικό του μυθιστόρημα, ο Επικίνδυνος οίκτος. Η φήμη του Τσβάιχ οφειλόταν όχι μόνο στο λογοτεχνικό του έργο αλλά και στις ιστορικές μικρογραφίες και στα βιογραφικά του κείμενα. Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματά του, Ο κόσμος του χτες, έργο που μιλάει για μια αμετάκλητα παρελθούσα εποχή.
Info
Πληροφορίες
Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιούλιος 2012, Αριθμός σελίδων : 448, Τιμή :  19,00 Ευρώ, ISBN: 978-960-505-038-2


Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Περικλής Σφυρίδης. Το πάρτι και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Εστία




Καθώς τέλειωσα εγώ με τα δικά μου, βλέπω τον Αλμπέρτο Ναρ να σηκώνεται και ν' αγκαλιάζει τον άλλον Αλμπέρτο, που λέγεται στο επώνυμο Στοκ, και να γίνονται οι δυο τους ένα σύμπλεγμα καημού και πίκρας. Ανοίγω κι εγώ τα χέρια μου και τους περικλείω εντός μου και τους ρωτώ: "Πέστε μου αδέλφια, γιατί δεν θέλω να φύγω κι εγώ με την απορία, εσείς που τώρα πετάτε πάνω από το παρελθόν, παρόν, ίσως και μέλλον, καθώς επιβιώνετε εν τοις ουρανοίς, ποιος ο λόγος, γιατί και για ποιους έγινε αυτός ο πόλεμος, αυτή η συμφορά, τώρα που το Νταχάου, το Άουσβιτς και Μπέργκεν Μπέλσεν έγιναν τουριστικά αξιοθέατα μιας φρίκης ανομολόγητης;"

Απόσπασμα από το βιβλίο


Μου ζητήσατε να σας μιλήσω...

Κρυσταλία Πατούλη

Μου ζητήσατε να σας μιλήσω για "τη δημιουργική εμπειρία της γραφής από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο"...» ο πεζογράφος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικός και ανθολόγος Περικλής Σφυρίδης, "εξομολογείται" στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, με αφορμή το βιβλίο του Το πάρτι και άλλα διηγήματα, των εκδόσεων της Εστίας.


...Επειδή το βιβλίο μου αυτό είναι μια συλλογή διηγημάτων, θα σας πω λίγα λόγια αρχίζοντας από την έμπνευση ενός διηγήματος μέχρι τη δημοσίευσή του σε κάποιο, συνήθως, λογοτεχνικό περιοδικό.

Πράγματι, και τα δώδεκα διηγήματα του βιβλίου μου αυτού έχουν πρωτοδημοσιευτεί από το 2003 έως το 2010 σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Η λέξη, Το δέντρο, Fanζειν, Νέα Εστία, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Δίοδος).
Όταν συγκεντρωθεί ένας αριθμός διηγημάτων που μπορούν να αποτελέσουν μια αξιοπρεπή συλλογή, τότε έρχεται η σειρά του τυπογραφείου, που αποτελεί, βέβαια, μια τυπική διαδικασία.
            Ανήκω στην κατηγορία των έντονα βιωματικών – έως αυτοβιογραφικών –  πεζογράφων, και η έμπνευση του κάθε διηγήματος προϋποθέτει μια συναισθηματικά έντονα φορτισμένη εμπειρία, από το παρόν ή το παρελθόν, δεν έχει σημασία, και ούτε μπορώ να το ελέγξω.

Συνήθως ένα πρόσφατο περιστατικό που με συγκίνησε ανασύρει δια της μνήμης ένα παλιότερο γεγονός που είχε ανεξίτηλα αποθησαυριστεί εντός μου, και αυτό το περίεργο συναίσθημα που μου προκαλούν με αναστατώνει.

Η αναστάτωση αυτή με οδηγεί στο γράψιμο και η «δημιουργική εμπειρία της γραφής», όπως την ονομάσατε, επιδρά λυτρωτικά στον εσωτερικό μου κόσμο. Είναι μια περίπλοκη πνευματική διεργασία που, πιστέψτε με, δεν την κατέχω ακριβώς κι ούτε μπορώ να την εκφράσω με απλά λόγια.
Πιστεύω πως λειτουργεί όπως η «κάθαρση» σε μια ψυχανάλυση. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως όταν γράφω δεν έχω το μυαλό μου στον αναγνώστη και πολύ περισσότερο τις προτιμήσεις της αγοράς βιβλίου – κάτι που κάνουν πολλοί συγγραφείς τις τελευταίες δεκαετίες και κυκλοφορούν ογκώδη συνήθως μυθιστορήματα για μαζική κατανάλωση.

Εγώ προσπαθώ να περάσω στα γραπτά μου την προσωπική μου συγκίνηση κι αν κατορθώσω να συγκινήσω ένα μικρό μέρος του αναγνωστικού κοινού – αλλά και κάποιους με επαρκή λογοτεχνική παιδεία που με ενδιαφέρει – τότε πιστεύω πώς κάτι κατάφερα.

            Ας περάσουμε όμως από τα λόγια στην πράξη. Πάρτε για παράδειγμα το διήγημα Το πάρτι που έδωσε και τον τίτλο στο πρόσφατο βιβλίο μου. Ολόκληρο το διήγημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Ο φίλος μου καπεταν-Θόδωρος από τη Σκύρο (ήρωας και σε αρκετά άλλα διηγήματά μου) φώναζε συχνά την παρέα του (ένα ζευγάρι κτηνοτρόφων, μια Βουλγάρα μετανάστρια, για την οποία ο καπετάνιος έτρεφε κάποια ερωτική διάθεση, τη γυναίκα μου που χρόνια παίζει τον ρόλο της εξ απορρήτου φίλης του, εμένα που έχω το προνόμιο να είμαι ο προσωπικός γιατρός του, και ενίοτε κάποιον περιστασιακό επισκέπτη, τουρίστα ή ντόπιο) για κανένα βραδινό τσιμπούσι.

Τίποτα το ιδιαίτερο, μέχρι τη βραδιά που ήρθε στο «πάρτι» μια όμορφη και σχετικά νέα γειτόνισσά του, Αθηναία σκυριανής καταγωγής (με την οποία ο καπετάνιος διατηρούσε μακροχρόνιο φιλικό δεσμό),  μαζί με δύο φίλες της.

Ήξερα ότι έπασχε από καρκίνο και ότι  είχε πάει στην Αμερική (διέθετε μεγάλη οικονομική άνεση) για θεραπεία πριν από ένα περίπου χρόνο. Μου το είχε τηλεφωνήσει στη Θεσσαλονίκη περίλυπος ο ίδιος ο καπετάνιος, ζητώντας τη γνώμη μου ως γιατρού, για το ποια επρόκειτο να είναι η έκβαση της αρρώστιας της.

Αυτό που πυροδότησε την έμπνευση του διηγήματος είναι ότι η γυναίκα αυτή, που στο διήγημα της έδωσα το όνομα Ζωή (και το πραγματικό της έχει ανάλογο νόημα), ήρθε με το κεφάλι της γουλί (προφανώς από τη χημειοθεραπεία), το έπαιζε άνετη, και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ έπασχε από καρκίνο – μου είχε πει ο καπετάνιος – του πνεύμονα.
Παρόλη την ευθυμία της παρέας που φέρνει το κρασί, εγώ τσάκωσα στο βλέμμα της ένα πετάρισμα από τον φόβο του θανάτου.

Αυτό ανέσυρε από τη μνήμη μου έναν φίλο ζωγράφο, τον Γώγο (έτσι τον ξέραμε και τον λέγαμε στη Θεσσαλονίκη∙ το κανονικό του όνομα ήταν Γιώργος Αναστασιάδης) που ζωγράφισε το πορτρέτο ενός αγαπημένου του μοντέλου (έδωσε στον πίνακα αυτόν και το όνομα του μοντέλου που λεγόταν Βαγγελίτσα) λίγες βδομάδες μετά που η κοπέλα αυτή είχε χειρουργηθεί για όγκο στον εγκέφαλο.

Παρόλο, λοιπόν, που η Βαγγελίτσα το έπαιζε και αυτή άνετη και πόζαρε με τις ώρες για να την ζωγραφίζει ο Γώγος, εκείνος ως πορτρετίστας με έντονη ψυχογραφική ικανότητα, έπιασε τον τρόμο θανάτου στο βλέμμα της και τον «πέρασε» με τη δική του ξεχωριστή τέχνη στον πίνακα.

Κι όλα αυτά μου ήρθαν στο νου όταν ο ζωγράφος και το μοντέλο του έχουν φύγει πια από τη ζωή, αλλά έχω χάσει και τον πίνακα σε μια μεταφορά έργων ζωγράφων της Θεσσαλονίκης, που παρουσίασα σε μια γκαλερί της Κολωνίας.

Φαίνεται ότι αυτό το περίεργο συναίσθημα επικείμενου θανάτου για τη φίλη του ένιωσε το βράδυ εκείνο και ο καπεταν-Θόδωρος, γιατί την επομένη που ήρθε στο εξοχικό μου να με αποχαιρετήσει, επειδή θα αναχωρούσα για τη Θεσσαλονίκη, μου είπε πως είχε την αίσθηση πως ο θάνατος, «ο εξωαποδώ», όπως τον είπε, παρευρισκόταν κι αυτός ως καλεσμένος στο «πάρτι», καθιστός στη μοναδική καρέκλα που είχε μείνει άδεια στο τραπέζι.

Κι όταν τον ρώτησα πώς εκείνος εξηγεί το γεγονός ότι η Ζωή το έπαιζε άνετη, εκείνος με τη θυμόσοφη εγκαρτέρηση που φέρνουν τα χρόνια (ήταν τότε ογδόντα χρονώ και είχε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και τραυματικές εμπειρίες) μου είπε:
«Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς, γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι».

            Βέβαια, στο διήγημα αυτό, το πορτρέτο της Βαγγελίτσας (το έχω σε διαφάνεια υψηλής ποιότητας∙ υπάρχει επίσης και στο βιβλίο μου Δώδεκα ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης, «Ρέκος» 1986, 2η έκδ. 1998) γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο στη δομή του διηγήματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα διηγήματά μου, όπως, για παράδειγμα  στο διήγημά μου «Οι έρωτες και ο θάνατος του Πάνου Παπανάκου» της ίδιας συλλογής, όπου υπάρχουν ενσωματωμένοι και δύο πίνακες του ζωγράφου.

Πολλοί νομίζουν ότι αυτό απορρέει από τις μελέτες που έχω γράψει για τους ζωγράφους  της Θεσσαλονίκης.
Προσωπικά πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι ακόμα.

Όταν γράφω για το έργο ενός ζωγράφου, το κείμενό μου είναι αμιγώς τεχνοκριτικό. Στα διηγήματα που ενσωματώνω πίνακες, το τεχνοκριτικό μέρος μπλέκει αξεδιάλυτα με τη ζωή του ζωγράφου και τη σχέση που είχε αυτή με μένα..

Κι αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα: να έχω συνδεθεί φιλικά πολύ στενά με τον ζωγράφο και το περιβάλλον του και, το δεύτερο, να μας δένουν εκλεκτικές ψυχικές συγγένειες. Έτσι κατορθώνω να διεισδύσω όχι μόνο αισθητικά στο έργο του, αλλά και προσωπικά στη ζωή και στον ιδιαίτερο ψυχικό του κόσμο.

            Με τον ίδιο τρόπο είναι γραμμένα και τα υπόλοιπα διηγήματα του βιβλίου. Όλα δηλαδή έχουν έντονο αυτοβιογραφικό υπόστρωμα. Δεν έχει καμιά σημασία αν κάποια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο κι άλλα σε τρίτο.
Προέρχονται όλα από μια κεντρική συνείδηση, τη δική μου, ανεξάρτητα αν ο ήρωας προσδιορίζεται με την επαγγελματική ιδιότητα του γιατρού (χωρίς όνομα) ή το κεντρικό πρόσωπο λέγεται Πέτρος, που είναι το alter ego μου σχεδόν σ’ όλα τα διηγήματά μου της τριτοπρόσωπης αφήγησης.

Επίσης από τις δώδεκα ιστορίες του βιβλίου οι έξι διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη και οι άλλες έξι στη Σκύρο. Αυτό είναι επόμενο, αφού από το 1994 που βγήκα στη σύνταξη, περνώ τον μισό μου χρόνο στη Θεσσαλονίκη που είναι η πατρίδα μου, και τον άλλο μισό στη Σκύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα μου και, φυσικά, δεύτερη δική μου. Έτσι, σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων περνούν δυο κόσμοι, όπως τουλάχιστον εγώ τους γνωρίζω.

Αυτός του μεγάλου αστικού κέντρου με τα ανάλογα προβλήματα και τους ανθρώπους του προσωπικού μου περιβάλλοντος (τα τελευταία χρόνια ανθρώπους του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού σιναφιού), και ο άλλος του μικρού νησιού, με τους απλούς ανθρώπους (ψαράδες, κτηνοτρόφους, συγγενείς και μετανάστες),  με τα προβλήματα, τις συνήθειές τους, τις αγάπες και τα μίση τους, και κυρίως με την σκληρότητα που δείχνουν στα οικόσιτα ζώα, με εξαίρεση τον καπεταν-Θόδωρο, που η ζωοφιλία του μου ενέπνευσε ορισμένα από τα καλύτερα ζωοφιλικά μου διηγήματα.

            Σωστά παρατηρήσατε ότι ορισμένα διηγήματα του βιβλίου (εγώ θα έλεγα στα περισσότερα) κυριαρχεί μια θυμόσοφη διάθεση πάνω στα βασικά θέματα της ζωής, τον έρωτα και τον θάνατο, που είναι καθοριστικά της πεζογραφίας μου.

Αυτό οφείλεται στην ηλικία. Αλλιώς έβλεπα, αισθανόμουν και έγραφα όταν ήμουν νέος και αλλιώς τώρα ως ξωμάχος της τρίτης ηλικίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πεζογραφική μου πορεία άρχισε με συλλογές ερωτικών διηγημάτων και ακολούθησαν διηγήματα με τραυματικές εμπειρίες από την άσκηση του ιατρικού μου επαγγέλματος. Ύστερα αναβίωσαν μνήμες από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο και ήρθαν τέλος τα ζωοφιλικά μου διηγήματα στα οποία διοχέτευσα την τρυφερότητα που τρέφω γι’ αυτά (η οποία γίνεται θρήνος όταν πεθαίνουν), μια τρυφερότητα, θα έλεγα, της τρίτης ηλικίας.

           Θα κλείσω την μικρή αυτή, σαν εξομολόγηση, κουβέντα μας με το ερώτημα που μου θέσατε: ποιος ο ρόλος του βιώματος στην πεζογραφία μου και ποιος εκείνος της δημιουργικής φαντασίας.

Καθώς ξέρετε, οι πεζογράφοι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στους βιωματικούς και στους συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου. Οι πρώτοι αξιοποιούν τα βιώματά τους ως υλικό των κειμένων τους και είναι ως επί το πλείστον ρεαλιστές.

Οι δεύτεροι βασίζονται στη δημιουργική τους φαντασία. Βέβαια, αυτές οι δύο κατηγορίες δεν χωρίζονται με το μαχαίρι.

Και οι βιωματικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία τους, γιατί δεν καταγράφουν τα γεγονότα (αυτό είναι δουλειά των δημοσιογράφων), αλλά τα αναβιώνουν μέσα από τα δικά τους ψυχικά φίλτρα, δημιουργώντας έναν δικό τους λογοτεχνικό κόσμο που μιμείται τον πραγματικό.

Οι συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου περνούν στα κείμενά τους τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, με μια γραφή ή αφηγηματική τεχνική (πείτε την όπως θέλετε) συνειρμικής, συνήθως, ροής, μέσα στην οποία υπάρχουν διεσπαρμένα τα βιώματά τους.

Στους πρώτους τα πραγματολογικά στοιχεία στα κείμενά τους επισημαίνονται εύκολα. Στους δεύτερους ανιχνεύονται δύσκολα, εκτός κι αν ο αναγνώστης γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα από τη ζωή του συγγραφέα.

Ανήκω, όπως σας έχω ήδη πει, στην κατηγορία των ακραίων βιωματικών συγγραφέων και αντλώ το υλικό μου από την ίδια τη ζωή μου.

Η κ. Σωτηρία Σταυρακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια φιλολογίας στο Α.Π.Θ. και πεζογράφος η ίδια, δημοσίευσε μια μελέτη για την πεζογραφία μου που τιτλοφορείταιΠερικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του  (Εστία, 2011). Μέσα εκεί θα δείτε ότι ορισμένοι κριτικοί αποκάλεσαν τα διηγήματά μου «φέτες ζωής».
Όταν, λοιπόν, η ίδια η ζωή μου προσφέρει όλες τις λεπτομέρειες για να γράψω ένα διήγημα, τότε δεν χρειάζομαι τη βακτηρία της δημιουργικής φαντασίας μου για να το ολοκληρώσω. Όταν, όμως, δεν συμβαίνει αυτό, τότε η δημιουργική φαντασία εισβάλλει δυναμικά στο γράψιμο ενός διηγήματος συμπληρώνοντας τα κενά.

Επειδή όμως τα διηγήματά μου (και τα δύο μυθιστορήματά μου φυσικά) διαθέτουν πάντα αληθοφάνεια, ο αναγνώστης δεν μπορεί να καταλάβει σε ποιο βαθμό τα όσα εξιστορώ υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα και ποια φανταστικά.

Πάντως στο Το πάρτι και άλλα διηγήματα που μας ενδιαφέρει εδώ, η δημιουργική φαντασία είχε ρόλο κομπάρσου.
Αυτά για το έργο μου και με συγχωρείτε για την περιαυτολογία – εσείς μου το ζητήσατε.-"



Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981.

Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό "Διαγώνιος". Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης "Παραφυάδα".

Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού "Το τραμ".

Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο "Παραμυθία Θεσσαλονίκης" για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997).

Στο διήγημα του "Το μυστικό" βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά "Η άλλη όψη" (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): "Καρτέλα ασθενούς" και "Το μπλέξιμο".

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας.

Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της "Εστίας" κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, "Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του" (2011).


πηγή: http://tvxs.gr


Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Η καθημερινή μαγεία των ασήμαντων πραγμάτων - Φράνσεσκ Μιράλιες Εκδόσεις Ψυχογιός




Μπορεί ένας …γάτος να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου; Στο μυθιστόρημα «Η καθημερινή μαγεία των ασήμαντων πραγμάτων» του Φράνσεσκ Μιράλιες ένας αδέσποτος γάτος σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς ανατρεπτικών αλλαγών στην  περίκλειστη και αυτάρεσκη μοναχική ζωή του κεντρικού ήρωα.
Ο Σαμουέλ ζει μία ψευδαίσθηση μοναξιάς από την οποία ξεφεύγει μόνο κάποιες ώρες για να διδάξει στο πανεπιστήμιο. Η σφαλισμένη αυτή γυάλα στην οποία έχει κλείσει τον κόσμο του αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές τη μέρα που ένας αδέσποτος γάτος μπαίνει στο σπίτι του. Από εκεί θα οδηγηθεί στον Τίτο, έναν ηλικιωμένο επιμελητή κειμένων από τον οποίο παίρνει κάποια ζωτικά μαθήματα, και στη συνέχεια στη Γκαμπριέλα, έναν παιδικό έρωτα που επανεμφανίζεται ως εκ θαύματος στη ζωή του τριάντα χρόνια αργότερα, με τη μορφή μιας αινιγματικής γυναίκας.Ο Σαμουέλ ξεκινά ένα ταξίδι μύησης γεμάτο απροσδόκητες αποκαλύψεις. Θα μάθει πως ακόμα κι από μικρές καθημερινές πράξεις, αρκετές από αυτές ασήμαντες, μπορούν να ξεσπάσουν σαρωτικές θύελλες ή να ξυπνήσει η καρδιά από το λήθαργό της.
Ένα μυθιστόρημα για τη μοναξιά, τον έρωτα και τη μαγεία της καθημερινότητας.

Ο ΦΡΑΝΣΕΣΚ ΜΙΡΑΛΙΕΣ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1968. Σπούδασε γερμανική φιλολογία και εργάστηκε ως επιμελητής σε εκδοτικό οίκο βιβλίων αυτοβελτίωσης, όπου ήταν υπεύθυνος έκδοσης διαφόρων συλλογών, ενώ έγραψε και βιβλία με ψευδώνυμο. Είναι τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας El Pais καθώς και των περιοδικών Integral και CuerpoMente. Έχει γράψει πάνω από είκοσι βιβλία, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

πηγή: info@bookbar.gr

Μετάφραση: Θεοδώρα Δαρβίρη
Εκδόσεις Ψυχογιός 2012
Σελ. 312, Τιμή €12,96

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Paul Morand - Η αύρα της Σανέλ (Εκδόσεις Άγρα)




Του Γιάννη Αντωνιάδη

Θα έχετε καταλάβει από τα μέχρι τώρα κείμενά μου πως είναι μεγάλη μου η αγάπη μου για την ζωή προσωπικοτήτων, οι οποίες κατάφεραν με τα πεπραγμένα τους να χαράξουν διαδρομές και να ανοίξουν μονοπάτια για να διαβούν οι επερχόμενοι αντάξιοί τους. Σε αυτήν την κατηγορία κατατάσσω την Κοκό Σανέλ, την γυναίκα-δημιουργό-στοχαστή που κατάφερε να ορίσει την μοίρα της και να διαπρέψει αθόρυβα με την δημιουργικότητά της σε έναν χώρο όπου ο ανταγωνισμός είναι κάτι παραπάνω από αδυσώπητος και σε μία εποχή που δύσκολα μία γυναίκα μπορούσε να αναδειχθεί πρωτοπόρος σε έναν τομέα όπως η μόδα. Η Σανέλ, αυτή η ατίθαση γάτα της υψηλής ραπτικής ήταν κάτι παραπάνω από σχεδιάστρια. Διαβάζοντας το βιβλίο του Paul Morand, αντιλήφθηκα σε όλο το μεγαλείο την ευστροφία της, την φιλόσοφο που έκρυβε μέσα της, πως έβλεπε δηλαδή τις ανθρώπινες σχέσεις και την ζωή την ίδια και κυρίως την μετριοφροσύνη που την χαρακτήριζε ακόμα και όταν ανέβαινε τα σκαλιά της δόξας.


Αυτή η Εντίθ Πιάφ της ραπτικής, λόγω του άστατου βίου της και της έντονα δραματικής παιδικής της ηλικίας φρόντισε να ενθουσιάσει τις κυρίες της εποχής με τα κομψοτεχνήματά της, να καθιερώσει έναν τρόπο προσέγγισης της τέχνης που ονομάζεται ενδυμασία. Είμαι βέβαιος πως οι κυρίες θα συμφωνήσετε μαζί μου καθώς ποια από εσάς δεν έχει φορέσει κάτι από Σανέλ ή κάτι που εμπνεύστηκε η Σανέλ και παραλλάχτηκε στον χρόνο; Είναι γεγονός πως τα σχεδιαστικά της αριστουργήματα είναι διαχρονικά και φωτίζουν γενιές και γενιές σχεδιαστών. Η Σανέλ κινούνταν σε καλλιτεχνικούς κύκλους και συναναστρεφόταν ανθρώπους όπως ο Πικάσο, ο Κοκτώ, ο Μπρετόν και πολλούς άλλους πρωταγωνιστές των εικαστικών του μεσοπολέμου. Ποιητές, ζωγράφοι, φιλόσοφοι ανήκαν στον κύκλο επαφών της και δίχως αμφιβολία οι συζητήσεις της μαζί τους καθόρισαν την ήδη ώριμη και μεστή σκέψη της για να της προσδώσουν τον ρόλο της ηγέτιδας και της καθοδηγήτριας.


Για να επανέλθω στην παιδική της ηλικία και στις σχέσεις της από εκεί και εις το εξής, ήταν ένα κορίτσι που δεν ευχαριστήθηκε τα παιδικά της χρόνια καθώς έζησε σε ορφανοτροφείο λόγω του γεγονότος πως η μητέρα της πέθανε νωρίς και ο καθόλου τρυφερός πατέρας της την παράτησε δίχως δεύτερη σκέψη. Έτσι μεγάλωσε υπό την κηδεμονία καλογριών και υπό πολύ αυστηρές συνθήκες για την τότε εποχή, μιλάμε για τις αρχές του προηγούμενου αιώνα όταν δεν υπήρχε ούτε κινητό, ούτε μηνύματα, ούτε τίποτα από όλα αυτά που τα σημερινά νεαρά κορίτσια απολαμβάνουν. Ίσως αν το καλοσκεφτεί κανείς οι πολύ αυστηρές γραμμές που την χαρακτήρισαν στην πορεία και τα χρώματα που επέλεξε για τις γραμμές αυτές να είναι αποτέλεσμα αυτών των θλιβερών και στενάχωρων για την ίδια χρόνων. Το μαύρο ειδικά ήταν ένα από τα αγαπημένα της χρώματα και αυτό γιατί συνδύαζε στο μυαλό της τα ρούχα των καλογριών. Ήταν ένα χρώμα ουδέτερο, συνυφασμένο με την ανθρώπινη υπόσταση και το πεπρωμένο της. Τελικά, το μαύρο και το άσπρο που επίσης χρησιμοποιούσε ήταν το σήμα κατατεθέν της, τα καπέλα της είχαν ως βάση τους αυτά τα χρώματα και οι παραγγελίες των τότε κυριών αλλά και των κυρίων για τις κυρίες τους προς τα εκεί κατευθύνονταν.


Αυτή η μικροκαμωμένη κυρία με το σκυλάκι, όπως θα έλεγε ο Τσέχωφ, με τα δημιουργήματά της κατόρθωσε να εισβάλει με το έργο της στις ενδυματολογικές συνήθειες πλουσίων και αριστοκρατών και να τους καταστεί αναγκαία. Οι παραγγελίες έρχονταν πληθώρα και η ίδια απλά εδραίωνε την κυριαρχία της. Είχε χαρακτήρα πολύ ανθρώπινο και προσιτό και αυτό την έκανε ιδιαίτερη στα μάτια των κυριών τις οποίες έντυνε αλλά και στα μάτια των ανδρών που την έβρισκαν άκρως γοητευτική και σαγηνευτική. Η αίγλη της προσωπικότητάς της μετέτρεπε τα κάθε λογής αρσενικά σε θερμότατους θαυμαστές της. Αυτό όμως που θέλω να σημειώσω με πάθος και να υπογραμμίσω είναι το ανθρώπινο, το ανιδιοτελές και το φιλεύσπλαχνο του χαρακτήρα της καθώς, έχοντας η ίδια περάσει δύσκολες καταστάσεις ψυχολογικές όσο και οικονομικές, δεν αρνιόταν την βοήθεια σε κανέναν και σε καμία. Ακόμα και όταν αυτή η βοήθειά της δεν αναγνωριζόταν εκείνη κοιμόταν με ήσυχη την συνείδησή της. Το μεγαλείο της γυναικός και το ευθύ του χαρακτήρα της ήταν τέτοιο που είχε τον σεβασμό και την εκτίμηση όλων ακόμα και αν ήταν αντίπαλοί της.


Η ίδια δεν φοβήθηκε ποτέ την δουλειά, δούλευε αμέτρητες ώρες πρωί και βράδυ για να τελειοποιήσει και να μεταμορφώσει τις σκέψεις της σε δημιουργία, θα έλεγε κανείς ότι δούλευε σε ρυθμούς που ούτε άντρας θα τα κατάφερνε. Έδινε όλο της τον εαυτό σε αυτό που η ίδια είχε ταχθεί να υπηρετήσει και αυτό ας είναι φωτεινό δίδαγμα για την σημερινή εποχή που το χρήμα έχει αλλοιώσει αξίες και αρχές. Δεν παρέβη ποτέ την ηθική της απλά για να κερδίσει χρήματα και παρέμεινε ήπιων τόνων γιατί απλά δεν είχε την ανάγκη να επιβεβαιωθεί, είχε το γνώθι σ’ αυτόν και της αρκούσε που η δουλειά της έπαιρνε σάρκα και οστά, χαιρόταν να συμβουλεύει και να ράβει ακόμα και η ίδια, ποτέ δεν είδε την μόδα αφ’ υψηλού γιατί για εκείνη ήταν λειτούργημα.


Ο συγγραφέας, που έτυχε να την γνωρίσει, σκιαγραφεί με γενναιοδωρία και θέρμη που αρμόζει σε ένα τέτοιο πρόσωπο, όλα όσα η ίδια έζησε σε μορφή σημειωματάριου που όμως κυλάει σαν μυθιστόρημα. Καταθέτει όλες τις ενδόμυχες σκέψεις, καταγράφει όλες τις πικρίες, τις χαρές, τις απόψεις της και μας τις παραθέτει για να μπούμε στο πετσί αυτής της κυρίας με κεφαλαία. Έχει τονίσει επανειλημμένως και τις αδυναμίες της και τα τρωτά της σημεία καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο αυτήν την βιογραφία ένα καθαρό και αληθινό προσωπείο, χωρίς κερί όπως έλεγαν για κάποιον γλύπτη όταν αυτός φρόντιζε να μην κουκουλώνει τα σημεία ενός αγάλματος για να βγει τέλειο, είναι μία έκφραση που νομίζω πως κουμπώνει άριστα σε αυτήν την γυναίκα. Η ευαισθησία της, η αισθητική της, η λεπτότητα των τρόπων της και το χιούμορ που την αντιπροσώπευε προκύπτουν από κάθε σελίδα αυτής της τόσο πλούσιας σε λεπτομέρειες βιογραφίας. Το κείμενο διανθίζεται με σχέδια ενός από τους μεγαλύτερους εν ζωή σχεδιαστές μόδας της σύγχρονης εποχής, τον Καρλ Λάγκεφερλντ και μας προσκαλεί εμμέσως πλην σαφώς να γνωρίσουμε την Κοκό και να την κάνουμε δική μας, μέσα από τις εικόνες που προσεγγίζουν το ακατέργαστο της μορφής της. Είναι όλα τα σχέδια ασπρόμαυρα ακριβώς όπως η ίδια επέλεξε να κινηθεί χρωματικά, ο Λάγκερφελντ έμεινε λοιπόν πιστός στα θέλω της.


Κλείνοντας αυτό το παράθυρο της ζωής της Κοκό Σανέλ που για αυτήν είναι αρκετό μιας και σε όλη της την ζωή αρκέστηκε στα λίγα και καλά, είναι συγκινητικό και συνάμα διδακτικό να διαβάσουμε με προσοχή και να μελετήσουμε μία μία τις γραμμές καθώς τα διδάγματα που άφησε ως παρακαταθήκη πέρα από τα γνωστά σε όλους μας σχέδια της είναι κάτι παραπάνω από θησαυρός, σας καταθέτω δύο από τις πολλές της ρήσεις. Δήλωνε λοιπόν: «Η περιποίηση της ομορφιάς πρέπει ν’αρχίζει από την καρδιά και την ψυχή, αλλιώς τα καλλυντικά δεν χρησιμεύουν σε τίποτε». Και κάτι ακόμα: «Μόνο μ’ αυτό που δεν διδάσκεται μπορείς να επιτύχεις».

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Θάνος Λίποβατς, "Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού", εκδ. Πόλις


Ο λόγος περί του κακού δεν είναι μια ακαδημαϊκή πραγματεία, όπως θα απαιτούσε ο θετικιστικός Λόγος΄ αφορά εμένα και κάθε Άλλον εντελώς προσωπικά. Μετά τη γραφή του κειμένου, δεν μπορώ να είμαι ο ίδιος με ό,τι ήμουν πριν, ενώ το ίδιο ισχύει για τον αναγνώστη.

Ο Λόγος περί του κακού αποτελεί, για έναν συγγραφέα, μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Το αντικείμενο της σκέψης και η ανάλυσή του δεν αποτελούν εδώ κάτι αδιάφορο για το υποκείμενο της γραφής και για τους αναγνώστες, γιατί τους αφορά άμεσα.
Το αντικείμενο είναι απέραντο και δείχνει διαρκώς νέες όψεις, ενώ η βιβλιογραφία είναι απεριόριστη.
Ο λόγος περί του κακού δεν είναι μια ακαδημαϊκή πραγματεία, όπως θα απαιτούσε ο θετικιστικός Λόγος΄ αφορά εμένα και κάθε Άλλον εντελώς προσωπικά.
Μετά τη γραφή του κειμένου, δεν μπορώ να είμαι ο ίδιος με ό,τι ήμουν πριν, ενώ το ίδιο ισχύει για τον αναγνώστη.
Επέλεξα συνειδητά να περιορίσω το αντικείμενο σε ό,τι θεώρησασημαντικότερο για τον δικό μου προβληματισμό, πρακτικά και θεωρητικά.
Κατόπιν έλαβα υπόψη μου τι θα έπρεπε ή θα μπορουσε να προβληματίσει το κοινό σήμερα. Προσπάθησα να εντοπίσω τα σημεία εκείνα που καθιστούν το κακό αντικείμενο της απώθησης, της απάρνησης ή της απόρριψης, και τα οποία το δικαιολογούν, το ωραιοποιούν και το λατρεύουν.
Το κακό είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο αλλά και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας.
Το Πρώτο Μέρος αναφέρεται στη φιλοσοφική και θεολογική προσέγγιση του κακού από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα.
Εντοπίζει τις έννοιες που αποτελούν τον ορίζοντα για την κατανόηση των μορφών του.
Η θέληση, ο Νόμος, η Αγάπη και η Ελευθερία συγκροτούν εδώ τις συντεταγμένες του χώρου μέσα στον οποίο παίζεται το παίγνιο του ομιλούντος και επιθυμούντος όντος με τον πεπερασμένο και με τον άπειρο Άλλο.
Το Δεύτερο Μέρος επικεντρώνεται στο κορύφωμα της νεωτερικής κλασσικής φιλοσοφίας, στον γερμανικό ιδεαλισμό και στην υπέρβασή του.
Παρουσιάζονται τρία κλασικά κείμενα αναφορικά με το κακό: του Kant, του Schelling και του Kierkegaard , σε κριτικό διάλογο με τη σκέψη του Hegel.
Όλοι αυτοί οι στοχαστές διαλέγονται δε με τη θεολογία, συνεχίζοντας την αρχαία και τη μεσαιωνική παράδοση. Οι κεντρικές έννοιες είναι εδώ ο Νόμος, η Ελευθερία, το Υποκείμενο, η Ύπαρξη.
Το Τρίτο Μέρος εντοπίζεται στη θέση της ψυχανάλυσης αναφορικά με το κακό στην ύστερη νεωτερικότητα. Ο Freud μετέθεσε το κέντρο βάρους της συζήτησης στις έννοιες του Ασυνείδητου, των Ορμών και των Φαντασιώσεων. Ο Lacan, από την άλλη, ανέδειξε παραπέρα τη σημασία της Γλώσσας, του Άλλου, της Έλλειψης, της Επιθυμίας και του Πράγματος.
Το Τέταρτο Μέρος επιχειρεί τη σύνθεση των τεσσάρων Λόγων (Discours) οι οποίοι «συν-θέτουν» το κείμενο. Αποτελεί τη μορφή μιας «Com-position», όπως αυτή της μουσικής φούγκας με τέσσερις φωνές.
Οι επαναλήψεις είναι θεμελιακό στοιχείο και τελούνται συνειδητά. Οι τέσσερις Λόγοι είναι: η θεολογία, η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία της ύπαρξης, η ψυχανάλυση. Η σύνθεση επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα, ιδιαίτερα το Άγχος, την Επιθυμία, τη θέληση και την Αγάπη.
Το Πέμπτο Μέρος αναφέρεται στην ανανέωση της θεολογίας του 20ού αιώνα και στον διάλογο ανάμεσα στην καθολική και την προτεσταντική θεολογία. Η συζήτηση διεξάγεται γύρω από τις έννοιες Δημιουργία, Λύτρωση, Αυτονομία και Ελευθερία, της σχέσης Αγάπης ανάμεσα στα πρόσωπα, το εσχατολογικό βασίλειο της Δικαιοσύνης και της Ειρήνης του Θεού.
Βασικό διακύβευμα είναι ο εντοπισμός του διαλεκτικού χαρακτήρα της σχέσης των υποκειμένων με την κοινωνία και την πολιτική, και η αντιμετώπιση του κακού στην ύστερη νεωτερικότητα.


Το Έκτο Μέρος, εντοπίζεται στο κακό μέσα στο πλαίσιο του Πολιτικού στον 20ό αιώνα. Το ανοίκειο χαρακτήρισε εδώ το Πολιτικό πρώτα με το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ, αλλά η διάλυση των αξιών και των ταυτοτήτων που τα συνόδευσε υπάρχει και σήμερα με άλλο τρόπο, και συγκαλύπτεται από τις αυταπάτες της προόδου και του πολιτισμού.

Αποσπάσματα: 
[...] Το υποκείμενο ως άτομο καλείται από τον απόλυτο Άλλο να εκτελέσει μια θεμελιακή επιλογή: να αντιμετωπίσει την περατότητα και την έλλειψη. Αλλά το πεπερασμένο υποκείμενο δεν μπορεί να το κάνει αυτό μέχρι τέλους, και έτσι καθίσταται ένοχο και υπόχρεο απέναντι στον Άλλο.
Η ενοχή και το χρέος είναι, έτσι, το ίδιον του ατόμου.
Το θεμελιακό, καταστατικό χρέος συνεπάγεται τότε, για το υποκείμενο, να αποκτήσει συνείδηση της περατότητάς του. Αυτό το χρέος είναι συμβολικής τάξεως, σε αντίθεση με την ενοχή, που είναι φαντασιακής φύσεως. (Ωστόσο, στα γαλλικά και στα γερμανικά κείμενα, αυτές οι δύο διαστάσεις συγχέονται συχνά μεταξύ τους.) Για τον Kierkegaard, σημαίνει ότι, στον βαθμό που επιλέγω τον εαυτό μου ως υπόχρεο, αναγνωρίζω το απόλυτο νόημα της ύπαρξής μου.
Το υποκείμενο όμως συγκαλύπτει την αναγνώριση της συμβολικής και της πραγματικής έλλειψης πίσω από την υποταγή στα ιδεώδη και τους διδασκάλους που τα ενσαρκώνουν, οι οποίοι έτσι έχουν υπερβεί δήθεν την περατότητα και την έλλειψη.
Δημιουργείται εδώ το ψευδές χρέος, η ενοχή, ως το αποτέλεσμα μιας απόφασης που ενέχει τον Ορθό Λόγο και την θέληση, αλλά γύρω από μια φαντασιακή έλλειψη. Γίνεται έτσι η πηγή του μίσους, του υπερ-εγώ, του ανταγωνισμού με τον Άλλο, και οδηγεί στη διακήρυξη μιας αυτοαναφορικής, ναρκισσιστικής αυτονομίας, στην οποία το υποκείμενο δεν φροντίζει να αναγνωρίσει την περατότητά του.
Το ψευδές χρέος, η ενοχή, είναι αρχικά συλλογική, όπως σε όλες τις πρωτόγονες, φυλετικές κοινότητες και ομάδες. Καταλήγει δε στη λογική του θύματος και της θυσίας: ένα μετωνυμικό κομμάτι του Όλου επωμίζεται το χρέος και το βάρος όλων και θυσιάζεται στον ψευδή Άλλο για να τον σαγηνεύσει.
Έτσι, ο κλειστός, φαντασιακός κύκλος της παραδοσιακής ζωής βρίσκει ξανά την ισορροπία του. Τούτος ο διαστροφικός μηχανισμός του θύματος – φετίχ οφείλει ακριβώς να αποκαλυφθεί ως τέτοιος: αυτός ήταν ο στόχος των προφητών στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Ο μηχανισμός του θύματος εξακολουθεί να υπάρχει, ωστόσο, και στη νεωτερική μορφή των θυμάτων της ιδεολογίας.
Η αλήθεια του θύματος οφείλει να διατυπωθεί μέσα από την αποκάλυψη της ασυνείδητης γνώσης περί αυτού, και εν συνεχεία να ανακοινωθεί ως συνειδητή γνώση σε όλους, ως κριτική των μύθων και της ιδεολογίας και ως πράξη που απορρέει από αυτήν.
Ο Ορθός Λόγος αναδύεται εδώ ως κριτική και προσφέρει το μέτρο, το κριτήριο, για να διαχωριστεί το καταστατικό χρέος από το ψευδές χρέος της ενοχής, καθώς και για να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισής τους. […]
 
(Κεφάλαιο Τέταρτο: Το χρέος. 1. Το χρέος και η ενοχή του Ατόμου)
 
[...] Για τον
Kierkegaard, η ύπαρξη είναι μια «αντικειμενική αβεβαιότητα». Το υποκείμενο κατασκευάζει αρχικά μια ψευδή βεβαιότητα ως μια αφηρημένη υποκειμενικότητα, αγνοώντας κάθε αλλότητα και αλλονομία. Αισθάνεται έτσι, μπροστά σ’ έναν κύριο, έναν ψευδή Άλλο, μια ψευδή ενοχή, και κατατρύχεται από αμφιβολίες. Απορρίπτει δε ότι μια αληθής βεβαιότητα θα μπορούσε ν’ απορρέει από την αναγνώριση του θεμελιακού του χρέους, όπως και μια νέα γνώση.
Καταλήγει έτσι να αναπαράγει τις θυσίες συνέπεια της συνηθισμένης βεβαιότητας μέσα στην τρέχουσα καθημερινότητα. Το υποκείμενο παραμένει προσκολλημένο σ’ ένα ψευδές χρέος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το κακό δίνει στο χρέος αντικειμενικό χαρακτήρα, είναι το αίτιο του αληθούς χρέους.
Το κακό, σε αντίθεση με το καλό, δεν ενέχει μια δική του αλήθεια, είναι όμως κάτι το αντικειμενικά υπαρκτό (όχι με τη μυθική σημασία του δαίμονα).
Το καλό, ως η αλήθεια του απόλυτου, είναι για το πεπερασμένο υποκείμενο ο αληθής απόλυτος Άλλος, που το καλεί να αναπαραγάγει το ίδιο καλό: το άνοιγμά του απέναντι σε κάθε Άλλον.
Αντίθετα, το κακό είναι ένα κλείσιμο και η απόρριψη κάθε έργου και κάθε γνώσης του καλού. Το υποκείμενο καλείται να θέσει/παραγάγει το καλό και να το αντι-θέσει στο κακό΄ με αυτό τον τρόπο, δίνει έμμεσα μια «αλήθεια», έναν «λόγο ύπαρξης» στο κακό. [...]
 
(Κεφάλαιο Τέταρτο: Το χρέος. 2. Το κακό)
 
---
Ο
 Θάνος Λίποβατς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα όπου τελείωσε το Λεόντειο Λύκειο το 1960. Από το 1962 ακολούθησε σπουδές φυσικής επιστήμης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Δυτ. Βερολίνου. Στη συνέχεια (1968-73) ακολούθησε σπουδές κοινωνιολογίας, οικονομίας και φιλοσοφίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το 1973 πήρε το δίπλωμα Κοινωνιολογίας.
Την περίοδο 1973-78 ήταν επιστημονικός βοηθός (διδάσκων) στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου και παράλληλα ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές ψυχολογίας. Το 1978-82 ήταν ερευνητής σε προγράμματα κοινωνιολογικής έρευνας στο Παρίσι και το 1979-81 επιστημονικός βοηθός στο τμήμα Ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο VIII (Vincennes- Saint Dennis) του Παρισιού.
Το 1981 υποστήριξε διδακτορική διατριβή στο τμήμα Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου (Dr. Phil.). Το 1982-87 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Όλντενμπουργκ. Το 1986 υποστήριξε υφηγεσία στο τμήμα Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου.
Τον Οκτώβριο του 1987 εκλέχθηκε αναπληρωτής καθηγητής στην έδρα πολιτικής ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 1991 είναι τακτικός καθηγητής.
Έχει δημοσιεύσει βιβλία και πολλά άρθρα στα ελληνικά, γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά και έχει δώσει σειρά διαλέξεων.
Επιστημονικά έργα: "Η απάρνηση του πολιτικού", Αθήνα 1988· "Η ψυχοπαθολογία του πολιτικού", Αθήνα 1990· "Ζητήματα πολιτικής ψυχολογίας", Αθήνα 1991· "Δοκίμιο για την ιδεολογία" (μαζί με τον Ν. Δεμερτζή), Αθήνα, 1994· "Ενάντια στο ρεύμα: Για μια κοινωνία πολιτών", Αθήνα 1995· "Ψυχανάλυση, φιλοσοφία, πολιτική κουλτούρα. Διαπλεκόμενα κείμενα", Αθήνα 1996, "Δημοκρατικός Λόγος, Ψυχανάλυση, Μονοθεϊσμός", 2001.. Επίσης, "Diskurs und Macht. J. Lacans Begriff des Diskurses", Marburg, 1982· "Die Verleugnung des Politischen", Berlin, 1986· "Politik des Psyche", Wien, 1998, "Der Fortschritt in der Geitstigkeit und der Tod Gottes", Wurzburg, 2005.


πηγή: http://tvxs.gr/


Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Πέθανε σε ηλικία 86 χρόνων ο αμερικανός συγγραφέας Γκορ Βιντάλ



Χαρακτηρίστηκε από τις καυστικές παρατηρήσεις του για την πολιτική



Ο Γκορ Βιντάλ, ο συγγραφέας που χαρακτηρίστηκε από τις καυστικές παρατηρήσεις του για την πολιτική, το σεξ και την αμερικανική κουλτούρα, πέθανε την Τρίτη  σε ηλικία 86 ετών. 

«Ο Βιντάλ πέθανε στο σπίτι του στο Χόλιγουντ, αφού παρουσίασε επιπλοκές από \πνευμονία», γράφουν οι Los Angeles Times, επικαλούμενες τον ανιψιό του Μπερ Στιρς.

Ο Γκορ Βιντάλ γεννήθηκε στο Γουεστ Πόιντ της Νέας Υόρκης και πήγε σε πολύ ακριβά ιδιωτικά σχολεία, αλλά ποτέ στο πανεπιστήμιο. Άρχισε να γράφει σε ηλικία 19 ετών όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Αλάσκα, περιγράφοντας τις εμπειρίες του από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τρίτο του βιβλίο, "The City and the Pillar" ("Η Πόλη και ο Στυλοβάτης"), προκάλεσε αναταραχή και έντονες αντιδράσεις το 1948 όταν κυκλοφόρησε γιατί περιείχε για πρώτη φορά ανοικτές περιγραφές του ομοφυλόφιλου βασικού ήρωά του. 

Ο Βιντάλ ήταν εγωπαθής και καυστικός, αλλά ταυτόχρονα ευφυής και καλαίσθητος.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που περιέγραφε τον εαυτό του: «Είμαι ακριβώς αυτό που φαίνομαι. Δεν υπάρχει μέσα μου ένας ζεστός, αξιαγάπητος άνθρωπος. Κάτω από την ψυχρή εξωτερική εμφάνιση, αν σπάσεις τον πάγο, θα βρεις παγωμένο νερό».

Είναι γνωστές οι έντονες διαμάχες και αντιπαραθέσεις με άλλους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με τον Νόρμαν Μέιλερ και τον Γουίλιαμ Μπάκλεϊ. Μάλιστα ο πρώτος είχε χτυπήσει τον Βιντάλ πριν από την εμφάνισή τους σε τηλεοπτική εκπομπή. 
Ο Βιντάλ είχε χαρακτηρίσει τον Ερνεστ Χεμινγκγουέι «αστείο» και τον Τρούμαν Καπότε «βρωμερό ζώο». 

Ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει τον εγωκεντρισμό του. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Esquire το 2008 είχε δηλώσει πως οι άνθρωποι εντυπωσιάζονται όταν μαθαίνουν ότι είχε φιλικές σχέσεις με διασημότητες όπως η Τζάκι Κένεντι και ο Γουίλιαμ Μπάροους.

«Οι άνθρωποι διατυπώνουν ανάποδα την πρόταση...Θα έπρεπε να λένε πως αυτοί είχαν επιδιώξει να με γνωρίσουν». 
Μετά τις πρώτες του επιτυχίες, η συγγραφική του καριέρα παρέμεινε στάσιμη ίσως λόγο του θέματος του τρίτου βιβλίου του. Μέχρι την δεκαετία του '60 ασχολήθηκε με κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια. Ξαναήρθε στην επιφάνεια με τα έργα
του "Julian" "Washington D.C." "Myra Breckenridge" και γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το "Lincoln".

Η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο "United States" κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ το 1993.

Ο Βιντάλ ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός και επικριτικός απέναντι στην αμερικανική πολιτική και τους πολιτικούς της χώρας του, θεωρώντας πως χαρακτηρίζονται από τη διαφθορά και ευθύνονται για τον θάνατο της "αμερικανικής αυτοκρατορίας".

Είχε περιγράψει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη χώρα του βαρετού και την πατρίδα του άχρωμου. Από το 1960 ζούσε στην Ιταλία, απ΄όπου επέστρεψε το 2003 όταν πέθανε ο επί 50 χρόνια σύντροφός του Χάουαρντ Οστιν.