Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Tόμας Μπέρνχαρντ: Διόρθωση - Εκδόσεις: Εξάντας




Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς

Εξαιρετικά ακραίος συγγραφέας - τόσο ως προς τα θέματα όσο και ως προς την τεχνοτροπία του - ο Αυστριακός Τόμας Μπέρνχαρντ δεν έπαψε να μας αιφνιδιάζει με τις κυμάνσεις των φράσεων, με τις επιλογές των χαρακτήρων, με τον οργανωμένο ως την παραμικρή λεπτομέρεια θόρυβο της πρόζας του. Ακολουθώντας από μικρός (όπως μας βεβαιώνει στην Αυτοβιογραφία του) την αντίθετη, πάντα, κατεύθυνση - ακολουθώντας την ατραπό της περιπέτειας και της εαυτοσκοπίας προκειμένου να προσεγγίσει το αίνιγμα της ύπαρξης - ο Μπέρνχαρντ θα εγκαταλείψει τη μουσική, και την ποίηση εν συνεχεία, και θα αφοσιωθεί στη συγγραφή αυτών των παράξενων με την πρώτη ματιά (αλλά τόσο καλά διευθετημένων και τόσο επιδέξια επεξεργασμένων) μυθιστορημάτων, που φαίνονται να αποτελούν κρίσιμες μεγεθύνσεις και αδιάκοπες εκπτύξεις ορισμένων θραυσμάτων του χρόνου.
Οι ήρωές του είναι (πάντα) οι λεγόμενοι εκκεντρικοί - άνθρωποι προικισμένοι ποικιλοτρόπως, υπερευαίσθητοι, συνήθως εύποροι, κυριευμένοι από αναπάντεχες έμμονες ιδέες, προσηλωμένοι σε κάποιο σχέδιο είτε εντελώς απραγματοποίητο είτε ολέθρια μεγαλεπήβολο, αν και κοινωνικά άχρηστο. Οι ήρωες αυτοί (πότε ένας μεγαλοφυής πιανίστας, πότε ένας ιδιόρρυθμος φιλόσοφος, πότε ένας ψυχικά διαταραγμένος μουσικολόγος) εμπλέκονται, οικειοθελώς, σε καταστάσεις που τους υπερβαίνουν οδυνηρά, που τους εξαντλούν, που τους συντρίβουν εντέλει. Ωστόσο, πριν από την συντριβή αδράχνουν την ευκαιρία (την οποία και προσφέρουν στον αφηγητή) για ένα αδυσώπητο "κατηγορώ" των κοινωνικών, πολιτισμικών και οικονομικών συνθηκών που επικρατούν γύρω τους. Το μεγαλείο, αλλά και η τρέλα, του δικού τους έργου, του δικού τους οράματος, της δικής τους υψωμένης στον υπερθετικό τελειομανίας, συγκρούεται με τον σωρό ερειπίων και τους μηχανισμούς επιβολής της αμβλύνοιας που δεσπόζουν στην εποχή μας. Οι ήρωες του Μπέρνχαρντ είναι διαρκώς εξόριστοι, και καταδικασμένοι σε μιαν αφόρητη διαλεκτική αγάπης/μίσους με ό,τι τους περιβάλλει.
Στη Διόρθωση, ο Ρόιτχαμερ (που έχει σπουδάσει φυσικές επιστήμες στο Κέιμπριτζ, έχει κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία και έχει προλάβει να μισήσει, όπως αρμόζει, τους γονείς του) κυριεύεται, σιγά σιγά στην αρχή και μετά απότομα, από την ιδέα να σχεδιάσει και να εγείρει ένα κτίσμα στη μέση ενός δάσους: τον "κώνο", κάτι που ποτέ πριν δεν έχει επιτευχθεί στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, και που θα είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη του (ερήμην της) αδελφή του. Ο Ρόιτχαμερ έχει αποφασίσει ότι αυτό το οικοδόμημα της αντιστοιχεί απολύτως, και επί τρία χρόνια καταπιάνεται με το σχεδιασμό του έργου (κρατώντας σημειώσεις επί σημειώσεων) και αφιερώνει άλλα τρία στις οικοδομικές εργασίες. Τα πάντα γίνονται πυρετωδώς, εκπονείται πάντα η θεωρητική και φιλοσοφική τους αιτιολόγηση, κάθε λεπτομέρεια διυλίζεται, εξετάζεται και επανεξετάζεται, ο μηρυκασμός και ο αναμηρυκασμός κάθε στοιχείου είναι χαρακτηριστικό του Ρόιτχαμερ (όπως άλλωστε και του Μπέρνχαρντ).
Ο "κώνος" θα αποπερατωθεί. Η αδελφή του Ρόιτχαμερ θα πέσει νεκρή μόλις τον αντικρίσει. Ένας ολόκληρος κόσμος σωριάζεται. Και τα πράγματα πρέπει να διορθωθούν. Ο Ρόιτχαμερ κληροδοτεί τον "κώνο" στην πολιτεία, με τον όρο να αφεθεί και να γίνει ένα με τη φύση~ κληροδοτεί τα χειρόγραφά του σε έναν φίλο του - τον αφηγητή της Διόρθωσης - ο οποίος θα αναλάβει να τα αποκαταστήσει, να τα "διορθώσει". Τέλος, προβαίνει ο ίδιος στην ύστατη διόρθωση των πραγμάτων, στην αυτοκτονία του - την αυτοκτονία ως υπέρβαση των αλλεπάλληλων σφαλμάτων της ζωής, ως άρση του θανάτου, ως απόλυτη μέθοδο αποκατάστασης της ουσίας μας και λύτρωσής μας~ την αυτοκτονία ως ακαριαία συμφιλίωση με τον εσώτερο εαυτό μας. "Πηγαίνουμε πάντοτε υπερβολικά μακριά, για να μην έρθουμε υπερβολικά κοντά", γράφει ο Μπέρνχαρντ. "Πραγματοποιούμε πάντοτε ό,τι επιχειρήσαμε, η ανοικτιρμοσύνη απέναντι σε όλα και προπάντων απέναντι στον εαυτό μας ως τα ακρότατα όρια, χωρίς να περάσουμε τα όρια, έφη Ρόιτχαμερ. Πάντοτε όλα ως τα ακρότατα όρια, δεν δειλιάζουμε μπροστά σ' αυτό, όπως δεν δειλιάζουμε και μπροστά στο θάνατο. Μια μέρα, σε μια και μοναδική στιγμή, περνούμε τα ακρότατα όρια, μα η χρονική στιγμή δεν ήρθε ακόμα. Γνωρίζουμε τη μέθοδο, μα δεν γνωρίζουμε τη χρονική στιγμή".
Καθήκον του ανθρώπου, κατά τον Μπέρνχαρντ, απόλυτο μέλημά του και ακόπαστη μέριμνα είναι η διαφύλαξη της ιδιαιτερότητας, από την πρώτη κιόλας στιγμή που θα νιώσει το σκίρτημά της. Η πάση θυσία επιμονή στην ιδιαιτερότητα αυτή, όποια κι αν είναι, θεωρείται ύψιστο (αν και ούτως ή άλλως αποτυχημένο) γνώρισμα ανθρωπινότητας. Η διαρκής αποφυγή οτιδήποτε ή οποιουδήποτε τείνει να μας απομακρύνει από την ιδιαίτερη ουσία μας, και από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων σχεδίων μας, είναι ό,τι μας δίνει υπόσταση. Όλα τα άλλα είναι υποχώρηση, δειλία, όλεθρος. Αλλά και η προσήλωση σε αυτό που μας απαρτίζει και μας συνέχει, η μανιακή αφοσίωση στο έργο της ζωής μας (είτε πρόκειται για ένα δοκίμιο, είτε για ένα κτίσμα) είναι εξίσου συνθλιπτική. Στον μπερνχαρντικό κόσμο δεν υπάρχει διέξοδος, ενδεχομένως μονάχα αυτή που επέλεξε ο ίδιος ο συγγραφέας: η μετατροπή της οδύνης και της απελπισίας σε έργο ακραίο, ιδιότροπο, σχεδόν ερμητικό και σχεδόν υβριστικό, αλλά γεμάτο μουσική και σκλήθρες ανελέητου φιλοσοφικού στοχασμού. Ο Μπέρνχαρντ ξεκινάει από το "προς-τα-έξω" και οδηγείται στο "προς-τα-μέσα", για να αντλήσει δυνάμεις και να εφορμήσει πάλι στο "προς-τα-έξω". Είναι ένα είδος αντι-Μπέκετ (εξίσου απεγνωσμένος, βέβαια, και εξίσου σπαρακτικά χιουμορίστα).



Η μουσική του Μπέρνχαρντ (μια μουσική απαράμιλλα μεταγραμμένη στη γλώσσα μας από τον Βασίλη Τομανά) στη Διόρθωση είναι πιο σκληρή αλλά και πιο πλούσια από ποτέ, καθώς ο συγγραφέας ακροβατεί ανάμεσα στην εκμηδένιση και την επίτευξη, ανάμεσα στην παλλόμενη δημιουργικότητα και την άκαρδη ματαιότητα, ανάμεσα σε υψηλούς φιλοσοφικούς στοχασμούς και κατεβατά ύβρεων, ανάμεσα σε ό,τι υπάρχει και σε ό,τι πια έχει ανεπανόρθωτα χαθεί, ανάμεσα στο ανέφικτο, την επιτέλους πραγμάτωση του ανέφικτου, και τη συντριβή που έπεται μιας τέτοιας πραγμάτωσης.
"Πρέπει να προσεγγίσουμε και να πραγματοποιήσουμε και ν' αποπερατώσουμε το τερατώδες, και ο καθένας έχει στη ζωή του ένα τέτοιο τερατώδες, ή ν' αφεθούμε να μας εκμηδενίσει αυτό το τερατώδες πριν ακόμα μπούμε μέσα σ' ένα τέτοιο τερατώδες. Έτσι διστάζουν οι άνθρωποι πάντοτε σ' ένα ορισμένο σημείο της ζωής τους, και μάλιστα πάντα στο αποφασιστικό σημείο της ζωής τους, που σχετίζεται μ' αυτό, για το αν πρέπει να πλησιάσουν το τερατώδες της ζωής τους ή αν πρέπει ν' αφήσουν να τους εκμηδενίσει αυτό το τερατώδες πριν το πλησιάσουν. Οι περισσότεροι προτιμούν ν' αφήσουν να τους εκμηδενίσει αυτό το τερατώδες παρά να το πλησιάσουν επειδή η φύση τους δεν είναι μια φύση που μπορεί να πλησιάσει και να πραγματοποιήσει και ν' αποπερατώσει το τερατώδες τους, αλλά είναι μια φύση που θα εκμηδενιστεί από ένα τέτοιο τερατώδες πριν το πλησιάσουν".
Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα σπουδαίο βιβλίο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου