Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Περικλής Σφυρίδης. Το πάρτι και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Εστία




Καθώς τέλειωσα εγώ με τα δικά μου, βλέπω τον Αλμπέρτο Ναρ να σηκώνεται και ν' αγκαλιάζει τον άλλον Αλμπέρτο, που λέγεται στο επώνυμο Στοκ, και να γίνονται οι δυο τους ένα σύμπλεγμα καημού και πίκρας. Ανοίγω κι εγώ τα χέρια μου και τους περικλείω εντός μου και τους ρωτώ: "Πέστε μου αδέλφια, γιατί δεν θέλω να φύγω κι εγώ με την απορία, εσείς που τώρα πετάτε πάνω από το παρελθόν, παρόν, ίσως και μέλλον, καθώς επιβιώνετε εν τοις ουρανοίς, ποιος ο λόγος, γιατί και για ποιους έγινε αυτός ο πόλεμος, αυτή η συμφορά, τώρα που το Νταχάου, το Άουσβιτς και Μπέργκεν Μπέλσεν έγιναν τουριστικά αξιοθέατα μιας φρίκης ανομολόγητης;"

Απόσπασμα από το βιβλίο


Μου ζητήσατε να σας μιλήσω...

Κρυσταλία Πατούλη

Μου ζητήσατε να σας μιλήσω για "τη δημιουργική εμπειρία της γραφής από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο"...» ο πεζογράφος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικός και ανθολόγος Περικλής Σφυρίδης, "εξομολογείται" στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, με αφορμή το βιβλίο του Το πάρτι και άλλα διηγήματα, των εκδόσεων της Εστίας.


...Επειδή το βιβλίο μου αυτό είναι μια συλλογή διηγημάτων, θα σας πω λίγα λόγια αρχίζοντας από την έμπνευση ενός διηγήματος μέχρι τη δημοσίευσή του σε κάποιο, συνήθως, λογοτεχνικό περιοδικό.

Πράγματι, και τα δώδεκα διηγήματα του βιβλίου μου αυτού έχουν πρωτοδημοσιευτεί από το 2003 έως το 2010 σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Η λέξη, Το δέντρο, Fanζειν, Νέα Εστία, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Δίοδος).
Όταν συγκεντρωθεί ένας αριθμός διηγημάτων που μπορούν να αποτελέσουν μια αξιοπρεπή συλλογή, τότε έρχεται η σειρά του τυπογραφείου, που αποτελεί, βέβαια, μια τυπική διαδικασία.
            Ανήκω στην κατηγορία των έντονα βιωματικών – έως αυτοβιογραφικών –  πεζογράφων, και η έμπνευση του κάθε διηγήματος προϋποθέτει μια συναισθηματικά έντονα φορτισμένη εμπειρία, από το παρόν ή το παρελθόν, δεν έχει σημασία, και ούτε μπορώ να το ελέγξω.

Συνήθως ένα πρόσφατο περιστατικό που με συγκίνησε ανασύρει δια της μνήμης ένα παλιότερο γεγονός που είχε ανεξίτηλα αποθησαυριστεί εντός μου, και αυτό το περίεργο συναίσθημα που μου προκαλούν με αναστατώνει.

Η αναστάτωση αυτή με οδηγεί στο γράψιμο και η «δημιουργική εμπειρία της γραφής», όπως την ονομάσατε, επιδρά λυτρωτικά στον εσωτερικό μου κόσμο. Είναι μια περίπλοκη πνευματική διεργασία που, πιστέψτε με, δεν την κατέχω ακριβώς κι ούτε μπορώ να την εκφράσω με απλά λόγια.
Πιστεύω πως λειτουργεί όπως η «κάθαρση» σε μια ψυχανάλυση. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως όταν γράφω δεν έχω το μυαλό μου στον αναγνώστη και πολύ περισσότερο τις προτιμήσεις της αγοράς βιβλίου – κάτι που κάνουν πολλοί συγγραφείς τις τελευταίες δεκαετίες και κυκλοφορούν ογκώδη συνήθως μυθιστορήματα για μαζική κατανάλωση.

Εγώ προσπαθώ να περάσω στα γραπτά μου την προσωπική μου συγκίνηση κι αν κατορθώσω να συγκινήσω ένα μικρό μέρος του αναγνωστικού κοινού – αλλά και κάποιους με επαρκή λογοτεχνική παιδεία που με ενδιαφέρει – τότε πιστεύω πώς κάτι κατάφερα.

            Ας περάσουμε όμως από τα λόγια στην πράξη. Πάρτε για παράδειγμα το διήγημα Το πάρτι που έδωσε και τον τίτλο στο πρόσφατο βιβλίο μου. Ολόκληρο το διήγημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Ο φίλος μου καπεταν-Θόδωρος από τη Σκύρο (ήρωας και σε αρκετά άλλα διηγήματά μου) φώναζε συχνά την παρέα του (ένα ζευγάρι κτηνοτρόφων, μια Βουλγάρα μετανάστρια, για την οποία ο καπετάνιος έτρεφε κάποια ερωτική διάθεση, τη γυναίκα μου που χρόνια παίζει τον ρόλο της εξ απορρήτου φίλης του, εμένα που έχω το προνόμιο να είμαι ο προσωπικός γιατρός του, και ενίοτε κάποιον περιστασιακό επισκέπτη, τουρίστα ή ντόπιο) για κανένα βραδινό τσιμπούσι.

Τίποτα το ιδιαίτερο, μέχρι τη βραδιά που ήρθε στο «πάρτι» μια όμορφη και σχετικά νέα γειτόνισσά του, Αθηναία σκυριανής καταγωγής (με την οποία ο καπετάνιος διατηρούσε μακροχρόνιο φιλικό δεσμό),  μαζί με δύο φίλες της.

Ήξερα ότι έπασχε από καρκίνο και ότι  είχε πάει στην Αμερική (διέθετε μεγάλη οικονομική άνεση) για θεραπεία πριν από ένα περίπου χρόνο. Μου το είχε τηλεφωνήσει στη Θεσσαλονίκη περίλυπος ο ίδιος ο καπετάνιος, ζητώντας τη γνώμη μου ως γιατρού, για το ποια επρόκειτο να είναι η έκβαση της αρρώστιας της.

Αυτό που πυροδότησε την έμπνευση του διηγήματος είναι ότι η γυναίκα αυτή, που στο διήγημα της έδωσα το όνομα Ζωή (και το πραγματικό της έχει ανάλογο νόημα), ήρθε με το κεφάλι της γουλί (προφανώς από τη χημειοθεραπεία), το έπαιζε άνετη, και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ έπασχε από καρκίνο – μου είχε πει ο καπετάνιος – του πνεύμονα.
Παρόλη την ευθυμία της παρέας που φέρνει το κρασί, εγώ τσάκωσα στο βλέμμα της ένα πετάρισμα από τον φόβο του θανάτου.

Αυτό ανέσυρε από τη μνήμη μου έναν φίλο ζωγράφο, τον Γώγο (έτσι τον ξέραμε και τον λέγαμε στη Θεσσαλονίκη∙ το κανονικό του όνομα ήταν Γιώργος Αναστασιάδης) που ζωγράφισε το πορτρέτο ενός αγαπημένου του μοντέλου (έδωσε στον πίνακα αυτόν και το όνομα του μοντέλου που λεγόταν Βαγγελίτσα) λίγες βδομάδες μετά που η κοπέλα αυτή είχε χειρουργηθεί για όγκο στον εγκέφαλο.

Παρόλο, λοιπόν, που η Βαγγελίτσα το έπαιζε και αυτή άνετη και πόζαρε με τις ώρες για να την ζωγραφίζει ο Γώγος, εκείνος ως πορτρετίστας με έντονη ψυχογραφική ικανότητα, έπιασε τον τρόμο θανάτου στο βλέμμα της και τον «πέρασε» με τη δική του ξεχωριστή τέχνη στον πίνακα.

Κι όλα αυτά μου ήρθαν στο νου όταν ο ζωγράφος και το μοντέλο του έχουν φύγει πια από τη ζωή, αλλά έχω χάσει και τον πίνακα σε μια μεταφορά έργων ζωγράφων της Θεσσαλονίκης, που παρουσίασα σε μια γκαλερί της Κολωνίας.

Φαίνεται ότι αυτό το περίεργο συναίσθημα επικείμενου θανάτου για τη φίλη του ένιωσε το βράδυ εκείνο και ο καπεταν-Θόδωρος, γιατί την επομένη που ήρθε στο εξοχικό μου να με αποχαιρετήσει, επειδή θα αναχωρούσα για τη Θεσσαλονίκη, μου είπε πως είχε την αίσθηση πως ο θάνατος, «ο εξωαποδώ», όπως τον είπε, παρευρισκόταν κι αυτός ως καλεσμένος στο «πάρτι», καθιστός στη μοναδική καρέκλα που είχε μείνει άδεια στο τραπέζι.

Κι όταν τον ρώτησα πώς εκείνος εξηγεί το γεγονός ότι η Ζωή το έπαιζε άνετη, εκείνος με τη θυμόσοφη εγκαρτέρηση που φέρνουν τα χρόνια (ήταν τότε ογδόντα χρονώ και είχε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και τραυματικές εμπειρίες) μου είπε:
«Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς, γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι».

            Βέβαια, στο διήγημα αυτό, το πορτρέτο της Βαγγελίτσας (το έχω σε διαφάνεια υψηλής ποιότητας∙ υπάρχει επίσης και στο βιβλίο μου Δώδεκα ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης, «Ρέκος» 1986, 2η έκδ. 1998) γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο στη δομή του διηγήματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα διηγήματά μου, όπως, για παράδειγμα  στο διήγημά μου «Οι έρωτες και ο θάνατος του Πάνου Παπανάκου» της ίδιας συλλογής, όπου υπάρχουν ενσωματωμένοι και δύο πίνακες του ζωγράφου.

Πολλοί νομίζουν ότι αυτό απορρέει από τις μελέτες που έχω γράψει για τους ζωγράφους  της Θεσσαλονίκης.
Προσωπικά πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι ακόμα.

Όταν γράφω για το έργο ενός ζωγράφου, το κείμενό μου είναι αμιγώς τεχνοκριτικό. Στα διηγήματα που ενσωματώνω πίνακες, το τεχνοκριτικό μέρος μπλέκει αξεδιάλυτα με τη ζωή του ζωγράφου και τη σχέση που είχε αυτή με μένα..

Κι αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα: να έχω συνδεθεί φιλικά πολύ στενά με τον ζωγράφο και το περιβάλλον του και, το δεύτερο, να μας δένουν εκλεκτικές ψυχικές συγγένειες. Έτσι κατορθώνω να διεισδύσω όχι μόνο αισθητικά στο έργο του, αλλά και προσωπικά στη ζωή και στον ιδιαίτερο ψυχικό του κόσμο.

            Με τον ίδιο τρόπο είναι γραμμένα και τα υπόλοιπα διηγήματα του βιβλίου. Όλα δηλαδή έχουν έντονο αυτοβιογραφικό υπόστρωμα. Δεν έχει καμιά σημασία αν κάποια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο κι άλλα σε τρίτο.
Προέρχονται όλα από μια κεντρική συνείδηση, τη δική μου, ανεξάρτητα αν ο ήρωας προσδιορίζεται με την επαγγελματική ιδιότητα του γιατρού (χωρίς όνομα) ή το κεντρικό πρόσωπο λέγεται Πέτρος, που είναι το alter ego μου σχεδόν σ’ όλα τα διηγήματά μου της τριτοπρόσωπης αφήγησης.

Επίσης από τις δώδεκα ιστορίες του βιβλίου οι έξι διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη και οι άλλες έξι στη Σκύρο. Αυτό είναι επόμενο, αφού από το 1994 που βγήκα στη σύνταξη, περνώ τον μισό μου χρόνο στη Θεσσαλονίκη που είναι η πατρίδα μου, και τον άλλο μισό στη Σκύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα μου και, φυσικά, δεύτερη δική μου. Έτσι, σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων περνούν δυο κόσμοι, όπως τουλάχιστον εγώ τους γνωρίζω.

Αυτός του μεγάλου αστικού κέντρου με τα ανάλογα προβλήματα και τους ανθρώπους του προσωπικού μου περιβάλλοντος (τα τελευταία χρόνια ανθρώπους του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού σιναφιού), και ο άλλος του μικρού νησιού, με τους απλούς ανθρώπους (ψαράδες, κτηνοτρόφους, συγγενείς και μετανάστες),  με τα προβλήματα, τις συνήθειές τους, τις αγάπες και τα μίση τους, και κυρίως με την σκληρότητα που δείχνουν στα οικόσιτα ζώα, με εξαίρεση τον καπεταν-Θόδωρο, που η ζωοφιλία του μου ενέπνευσε ορισμένα από τα καλύτερα ζωοφιλικά μου διηγήματα.

            Σωστά παρατηρήσατε ότι ορισμένα διηγήματα του βιβλίου (εγώ θα έλεγα στα περισσότερα) κυριαρχεί μια θυμόσοφη διάθεση πάνω στα βασικά θέματα της ζωής, τον έρωτα και τον θάνατο, που είναι καθοριστικά της πεζογραφίας μου.

Αυτό οφείλεται στην ηλικία. Αλλιώς έβλεπα, αισθανόμουν και έγραφα όταν ήμουν νέος και αλλιώς τώρα ως ξωμάχος της τρίτης ηλικίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πεζογραφική μου πορεία άρχισε με συλλογές ερωτικών διηγημάτων και ακολούθησαν διηγήματα με τραυματικές εμπειρίες από την άσκηση του ιατρικού μου επαγγέλματος. Ύστερα αναβίωσαν μνήμες από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο και ήρθαν τέλος τα ζωοφιλικά μου διηγήματα στα οποία διοχέτευσα την τρυφερότητα που τρέφω γι’ αυτά (η οποία γίνεται θρήνος όταν πεθαίνουν), μια τρυφερότητα, θα έλεγα, της τρίτης ηλικίας.

           Θα κλείσω την μικρή αυτή, σαν εξομολόγηση, κουβέντα μας με το ερώτημα που μου θέσατε: ποιος ο ρόλος του βιώματος στην πεζογραφία μου και ποιος εκείνος της δημιουργικής φαντασίας.

Καθώς ξέρετε, οι πεζογράφοι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στους βιωματικούς και στους συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου. Οι πρώτοι αξιοποιούν τα βιώματά τους ως υλικό των κειμένων τους και είναι ως επί το πλείστον ρεαλιστές.

Οι δεύτεροι βασίζονται στη δημιουργική τους φαντασία. Βέβαια, αυτές οι δύο κατηγορίες δεν χωρίζονται με το μαχαίρι.

Και οι βιωματικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία τους, γιατί δεν καταγράφουν τα γεγονότα (αυτό είναι δουλειά των δημοσιογράφων), αλλά τα αναβιώνουν μέσα από τα δικά τους ψυχικά φίλτρα, δημιουργώντας έναν δικό τους λογοτεχνικό κόσμο που μιμείται τον πραγματικό.

Οι συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου περνούν στα κείμενά τους τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, με μια γραφή ή αφηγηματική τεχνική (πείτε την όπως θέλετε) συνειρμικής, συνήθως, ροής, μέσα στην οποία υπάρχουν διεσπαρμένα τα βιώματά τους.

Στους πρώτους τα πραγματολογικά στοιχεία στα κείμενά τους επισημαίνονται εύκολα. Στους δεύτερους ανιχνεύονται δύσκολα, εκτός κι αν ο αναγνώστης γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα από τη ζωή του συγγραφέα.

Ανήκω, όπως σας έχω ήδη πει, στην κατηγορία των ακραίων βιωματικών συγγραφέων και αντλώ το υλικό μου από την ίδια τη ζωή μου.

Η κ. Σωτηρία Σταυρακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια φιλολογίας στο Α.Π.Θ. και πεζογράφος η ίδια, δημοσίευσε μια μελέτη για την πεζογραφία μου που τιτλοφορείταιΠερικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του  (Εστία, 2011). Μέσα εκεί θα δείτε ότι ορισμένοι κριτικοί αποκάλεσαν τα διηγήματά μου «φέτες ζωής».
Όταν, λοιπόν, η ίδια η ζωή μου προσφέρει όλες τις λεπτομέρειες για να γράψω ένα διήγημα, τότε δεν χρειάζομαι τη βακτηρία της δημιουργικής φαντασίας μου για να το ολοκληρώσω. Όταν, όμως, δεν συμβαίνει αυτό, τότε η δημιουργική φαντασία εισβάλλει δυναμικά στο γράψιμο ενός διηγήματος συμπληρώνοντας τα κενά.

Επειδή όμως τα διηγήματά μου (και τα δύο μυθιστορήματά μου φυσικά) διαθέτουν πάντα αληθοφάνεια, ο αναγνώστης δεν μπορεί να καταλάβει σε ποιο βαθμό τα όσα εξιστορώ υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα και ποια φανταστικά.

Πάντως στο Το πάρτι και άλλα διηγήματα που μας ενδιαφέρει εδώ, η δημιουργική φαντασία είχε ρόλο κομπάρσου.
Αυτά για το έργο μου και με συγχωρείτε για την περιαυτολογία – εσείς μου το ζητήσατε.-"



Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981.

Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό "Διαγώνιος". Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης "Παραφυάδα".

Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού "Το τραμ".

Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο "Παραμυθία Θεσσαλονίκης" για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997).

Στο διήγημα του "Το μυστικό" βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά "Η άλλη όψη" (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): "Καρτέλα ασθενούς" και "Το μπλέξιμο".

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας.

Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της "Εστίας" κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, "Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του" (2011).


πηγή: http://tvxs.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου