Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Τα Αινίγματα του Ν΄γκόρο- Πόλυ Χατζημανωλάκη, εκδόσεις ΡΟΕΣ




Το ταξίδι του Μοκάντο Λέι (Τα Aινίγματα του Ν΄γκόρο, απόσπασμα)

Ο Τζόζεφ, είπε πρώτα μια ιστορία που είχε ακούσει από το Νάντα, τον παππού του.
  «Όταν ο πατέρας μου», είπε ο Νάντα «με οδήγησε έξω από την καλύβα του Μούγκο του σιδηρουργού για να γίνω παραγιός, δεν υπήρχε τίποτε που μπορούσε να εξάψει την παιδική μου φαντασία όσο το ότι θα μπορούσα κι εγώ κάποια στιγμή να φτιάξω τα όπλα των πολεμιστών της φρουράς του Κινανζούι, του αρχηγού μας.
  Μέχρι τότε, από εκεί που έπαιζα με τα άλλα παιδιά, έβλεπα με τα μάτια μου το εργαστήριο που ήταν για μένα το πιο σημαντικό μέρος του κόσμου. Ήξερα πως ο μάστορας και οι βοηθοί του περνούσαν εκεί το περισσότερο μέρος της ημέρας χτυπώντας στο αμόνι μεγάλα κομμάτια ή σφυρηλατώντας λεπτά φύλλα. Η λάμψη της φωτιάς που έβγαινε από την καλύβα με τραβούσε κοντά της. Δεν τολμούσα όμως να την πλησιάσω.
  Ντρεπόμουν τον μάστορα και φοβόμουν τους παραγιούς του. Ένας μάλιστα με είχε απειλήσει, μου είχε πει ότι υπήρχε ένα στοιχειό κρυμμένο στην καλύβα και αν με έβλεπε να πλησιάζω πιο κοντά θα με έριχνε κατευθείαν μέσα στο στόμα του για να με καταπιεί. Τα στοιχειά έχουν αδυναμία στα μικρά παιδιά, ιδιαίτερα αυτά που δεν έχουν ακόμα περάσει την τελετή της ενηλικίωσης και ο μόνος τρόπος που μπορούσε να κάνει ένα παιδί να γλυτώσει από το στόμα του ήταν να μπορέσει να το εξευμενίσει με το τραγούδι του, όπως το κάνει ο ραψωδός της φυλής μας. Με συνοδεία την κορά, την κιθάρα του, μνημονεύει τα κατορθώματα των προγόνων μας. Τσακίζει τη φωνή του για να κάνει να ακουστούν οι ήχοι από τις ασπίδες και τα προγονικά δόρατα που χτυπούσαν μεταξύ τους στους τελετουργικούς χορούς γύρω από τη φωτιά τις νύχτες που γιορτάζαμε το Νκγόμα. Αυτές οι ιστορίες που η εξασκημένη μνήμη του ραψωδού αντλούσε από τις προφορικές ιστορίες που έλεγαν «οι πιο γέροι από τους γέρους» και που μετέφεραν όλη την ιστορία της φυλής «από τότε που ζούσαμε σε ένα νησί και ήμασταν όλοι μάγοι», μιλούσαν για τους νέους που ήταν άξιοι να κατεβάσουν ένα ζωντανό λιοντάρι από τα βουνά, σαν το λιοντάρι που θα σκότωνα με την ομάδα μου για την τελετή της ενηλικίωσης, για τα παλικάρια που μπορούσαν να σκοτώσουν με ένα χτύπημα την πράσινη μάμπα το φοβερό φίδι της σαβάνας και που υπερασπίστηκαν παλιά τη φυλή τους από τις επιθέσεις των γειτονικών φυλών, τότε που οι ξένοι μοράν οι μαύροι κυνηγοί του μελιού είχαν κατέβει από τις κατοικίες τους από ψηλά το όρος Κένυα για να ζήσουν στη δική μας περιοχή.
  Φοβόμουν ότι ο Μούγκο θα βγει από την καλύβα και θα ρωτήσει τι ήμουν άξιος να κάνω για να γίνω παραγιός του και πως θα με στείλει μόνο μου μέσα στο εργαστήρι να αντιμετωπίσω το στοιχειό. Ίσως μου ζητούσε να κυνηγήσω το λιοντάρι ή να μείνω μόνος μου τη νύχτα έξω από το χωριό ακούγοντας τα ουρλιαχτά των λιονταριών και αντιμετωπίζοντας το φόβο μου. Και μπορεί να ήθελα πολύ να δουλέψω με το μάστορα και να ακούω τους ήχους από τα σφυριά στο αμόνι και να δω επί τέλους τα στοιχειά της φωτιάς αλλά ήμουν ένα μικρό φοβισμένο αγόρι. Δεν είχα ακόμα γίνει δεκτός στις τάξεις των πολεμιστών και τα κατάφερνα καλύτερα να τραγουδώ από το να μιλώ. Θα έλεγα τότε στον Μούγκο τραγουδιστά πως ήμουν άξιος να τραγουδήσω στο στοιχειό για το ένα και μοναδικό ταξίδι του Μοκάντο Λέι. Και πως ο Μούγκο που και ο ίδιος συγκινείται πολύ από τα τραγούδια θα καθόταν στην πόρτα της μπάντα του, της καλύβας και θα έλεγε «ωραία, τραγούδησε λοιπόν για αυτό το ένα και μοναδικό ταξίδι του Μοκάντο Λέι και το στοιχειό θα σε ακούσει από μέσα. Και αν δεν θυμώσει θα σε πάρω παραγιό μου». Και εγώ τότε θα άρχιζα με την παιδική φωνή μου να λέω για τον Μοκάντο Λέι που θα έφευγε από το νησί που ζούσε η φυλή του και για να ταξιδέψει. Οι φίλοι του και η οικογένειά του τού έδωσαν από ένα δώρο για το ταξίδι. Πίτες από καλαμπόκι, καρπούς από τα δέντρα, φυλαχτά και στο τέλος ο γητευτής έκανε ένα ξόρκι για να μην θυμώσουν τα πνεύματα των προγόνων, που ο Μοκάντο Λέι θα έφευγε από το χωριό. Τη μέρα που θα έφευγε, για να αποχαιρετήσει όλους αυτούς που του έφεραν τα δώρα, τραγούδησε με την κορά του ένα τραγούδι. Το τραγούδι έλεγε πως πέρα και από τη θάλασσα υπήρχαν χωριά με άλλες φυλές, όπως αυτές των κυνηγών του μελιού που είχαν έρθει παλιά να τους επιτεθούν. Μια από αυτές ήταν οι άνθρωποι πουλιά αυτοί δηλαδή που είχαν φτερά και μιλούσαν μια περίεργη γλώσσα. Αυτοί μπορούσαν να βλέπουν τις ρυτίδες του χρόνου και να ξέρουν το μέλλον και το παρελθόν σαν να συμβαίνουν όλα την ίδια στιγμή. Κανείς από το χωριό δεν είχε ξανακούσει για τους ανθρώπους πουλιά και έκαναν ησυχία για να ακούσουν το τραγούδι του Μοκάντο Λέι. Υπήρχε λέει μια άλλη φυλή που οι άνθρωποι δεν είχαν χέρια γιατί δεν τα χρειάζονταν μια και μπορούσαν να κολυμπούν στη θάλασσα σα ψάρια. Αυτοί δεν είχαν ανάγκη τίποτα και τίποτα δεν μπορούσαν να πιάσουν με τα χέρια τους. Μπορούσαν να ζουν χωρίς τροφή και χωρίς φόβο. Το μόνο που φοβούνταν ήταν μια τεράστια ρουφήχτρα από όπου αδειάζει το νερό των ωκεανών μέχρι η θάλασσα να γίνει στεριά. Τους είπε για ένα στοιχειό που ήταν μισός άνθρωπος μισός δέντρο και μπορούσε να σου ψιθυρίσει, αν ξάπλωνες στη ρίζα του, όποιος κι αν ήσουν, όλη την ατέλειωτη σειρά των ονομάτων της γενιάς σου.
Το τραγούδι του Μοκάντο Λέι δεν τελείωνε ποτέ. Νύχτωσε και ξημέρωσε και οι κάτοικοι άκουγαν για τις χώρες που υπήρχαν στο τραγούδι του Μοκάντο Λέι μαγεμένοι. Κανείς δε σηκωνόταν για να φύγει. Κανείς δεν ένοιωθε την πείνα. Ούτε τα μωρά που ήταν στο βυζί της μάνας τους ήθελαν να θηλάσουν. Οι κάτοικοι αποφάσισαν ότι δεν ήθελαν να αποχωριστούν τον Μοκάντο Λέι. Ήθελαν να μείνουν εκεί για πάντα να τον ακούν να τραγουδά τις ιστορίες του. Ο Μοκάντο Λέι που ήταν καλός άνθρωπος, συνέχισε να τραγουδά.
  Τραγουδούσε τραγουδούσε τραγουδούσε μέχρι που σιγά σιγά η φωνή του θάμπωσε και δεν ήταν πια διάφανη σαν κρύσταλλο. «Συνέχισε και έτσι» του είπαν οι άνθρωποι της φυλής του. Ο Μοκάντο Λέει τραγούδησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες χωρίς να φύγει από τη θέση του μέχρι που η φωνή του έγινε σαν άσπρη πάχνη. «Συνέχισε και έτσι» του είπαν οι άνθρωποι της φυλής του. Ο Μοκάντο Λέι τραγούδησε άλλες τρεις μέρες και τρεις νύχτες χωρίς να φύγει από τη θέση του ώσπου η φωνή του τον σκέπασε ολόκληρο και έγινε σαν ένας άσπρος βράχος. «Συνέχισε κι έτσι» του είπαν οι άνθρωποι της φυλής του. Ο Μοκάντο Λέι λένε πως δεν έχει σταματήσει το τραγούδι του. Οι κάτοικοι φέρνουν δώρα στο βράχο για να ευχαριστήσουν το πνεύμα του που δεν έφυγε ποτέ από το χωριό του.
  Ο Μούγκο σηκώθηκε από τη θέση του, θα πέρασε τη γλώσσα του πάνω από τα χείλη του που είχαν ξεραθεί, και με οδήγησε μέσα στην καλύβα του.»

***

Από "Τα Αινίγματα του Ν΄γκόρο”, της Πόλυς Χατζημανωλάκη, εκδ. ΡΟΕΣ, απόσπασμα.

Τα συγγραφικά δικαιώματα παραχωρούνται στην οργάνωση Kenyan Orphan Project (KOP) για την ενίσχυση της αποστολής της με τα ορφανά παιδιά στην Κένυα  http://kenyanorphanproject.org

Το προσωπικό ιστολόγιο της Πόλυς Χατζημανωλάκη: http://waxtablets.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου