Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Ανταίος Χρυσοστομίδης, "Οι κεραίες της εποχής μου" εκδόσεις Καστανιώτη




“Οι κεραίες της εποχής μου, Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ' ένα δωμάτιο"

(1η προδημοσίευση: protagon.gr)

***

Ζοζέ Σαραμάγκου
Η αμφιβολία είναι εποικοδομητική

Από όλους τους συγγραφείς αυτού του βιβλίου ήταν ο μόνος που είχε κομματική ταυτότητα. Μέλος του Πορτογαλικού Κομουνιστικού Κόμματος. Ένας κομουνιστής, διάσημος και αγαπητός σε όλο τον κόσμο, του οποίου τα βιβλία –σπάνιο πράγμα αυτό, ιδιαίτερα για την εποχή μας– αγαπήθηκαν από ανθρώπους που καμιά σχέση δεν έχουν και δεν θέλουν να έχουν με τον κομουνισμό.

Με τη Μικέλα τον γνωρίσαμε στις 13 Δεκεμβρίου του 2006 στην Πάτρα. Είχε έρθει ως προσκεκλημένος της πόλης της Πάτρας, που εκείνη τη χρονιά είχε φορέσει τα ρούχα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Τον συνόδευε η Πιλάρ, η κατά τριάντα χρόνια νεότερή του γυναίκα, η οποία και θα διάβαζε, συνοδεία μουσικής, το παραμύθι του με τίτλο Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου, το οποίο τότε είχε μόλις εκδοθεί και στα ελληνικά.

Από την αρχή έβλεπες πάνω του τα στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητά του. Έβλεπες, στο πρόσωπο που παρέμενε αγέλαστο ακόμα κι όταν ο ίδιος χαμογελούσε, την αγροτική του καταγωγή, έβλεπες τη διαρκώς ανανεούμενη ειρωνική του διάθεση, συνέπεια ίσως των πολλών εμπειριών που του έδωσε η ηλικία του, έβλεπες τον αναμφισβήτητο δυναμισμό του, έβλεπες τον έρωτά του για την Πιλάρ. Και με τις πρώτες κουβέντες που έλεγε, διέκρινες καθαρό, ξεκάθαρο, και το ιδεολογικό του στίγμα. Του αριστερού που εξακολουθεί να πιστεύει αυτά που πίστευε πάντα, αλλά και που αισθάνεται αδύναμος να κατανοήσει όλα όσα συμβαίνουν σήμερα σε αυτό που ήταν πάντα ο ιδεολογικός του χώρος.

Ένα περίπου μήνα πριν έρθει στην Πάτρα, στις 16 Νοεμβρίου, είχε γιορτάσει τα ογδόντα τέσσερα χρόνια του. Και τα είχε γιορτάσει για πρώτη φορά μετά από χιλιάδες χρόνια στο χωριό του, την Αζινιάγκα. Οι αρχές της Αζινιάγκα είχαν αποφασίσει να τιμήσουν τον νομπελίστα συγγραφέα: είχαν βάλει μια τιμητική πλά­κα μπροστά στο σπίτι στο οποίο έζησε (ένα μικρό ισόγειο σπιτάκι, με μια πόρτα, ένα παράθυρο και μια σειρά από γαλάζια αζου­λέζους) και είχαν σημαιοστολίσει έναν μεγάλο χώρο, που λίγες μέρες πριν πρέπει να λειτουργούσε ως αποθήκη, για να πει δυο λόγια ο διάσημος σε όλο τον κόσμο συγχωριανός τους. Ο φακός του Δημήτρη Κορδελά, ο οποίος είχε βρεθεί εκεί για την περίσταση, αποτύπωσε αποσπάσματα από τον μικρό λόγο που έβγα­λε ο Συγγραφέας. «Τους είχα πει: μην το κάνετε. Πέρασε τό­σος καιρός, όλοι οι δικοί μου έχουν πεθάνει. Τώρα, στο χωριό, ξέρουν όλοι ποιος είμαι, αλλά κανείς δεν με γνωρίζει. Όμως, από τις ευχάριστες εκπλήξεις που δοκίμασα στη ζωή μου, αυτή ίσως είναι η πιο σημαντική. Γιατί πραγματικά δεν το περίμενα...»

Ο φακός αποτύπωσε κι άλλα πράγματα. Το πούλμαν που φτάνει στο χωριό, τον συγγραφέα που κατεβαίνει από το πούλμαν χαιρετώντας το πλήθος που έχει μαζευτεί, και που αμέσως σπεύδει να αγκαλιάσει τη σύζυγό του, ίσως επειδή ήθελε αμέσως με αυτόν τον τρόπο να τη συστήσει, ίσως επειδή ένιωσε για μια στιγμή φόβο και μοναξιά επιστρέφοντας στα πατρικά του χώ­ματα. Κατέγραψε ακόμα τη μικρή αυθόρμητη λιτανεία που σχηματίστηκε, όταν το χωριό τον συνόδευε στον χώρο της εκδήλωσης, ενώ από μακριά ακουγόταν η μικρή παράφωνη μπάντα του χωριού να παίζει κάτι που θύμιζε εμβατήριο αλλά μπορεί να ήταν και τοπικό παραδοσιακό τραγούδι. Κατέγραψε ακόμα πολλά πρόσωπα του χωριού, τις χτενισμένες στα κομμωτήρια γυναίκες που φορούσαν τα καλά τους, τα παιδάκια που καταδιασκέδαζαν το γεγονός. Και κατέγραψε το ίδιο το ύφος του συγγραφέα, ένα ύφος που αποτύπωνε ικανοποίηση, περηφάνια, ειρωνεία, ίσως και κάποια συγκατάβαση.

Μα πώς γίνεται, σε αυτό το μικρό χωριό, από μια φτωχή αγρο­τική οικογένεια, όπου τα βιβλία ήταν ένα άγνωστο αντικείμενο, να γεννηθεί ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο μόνος Πορτογάλος –μα­ζί με τον Πεσσόα– συγγραφέας που έμελλε να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο; Με αυτό το θέμα ξεκινάμε την κουβέντα μας στο εστιατόριο που μας φιλοξενεί, στην παλιά πόλη της Πάτρας.

«Δεν ξέρω αν υπάρχουν εξηγήσεις για πράγματα που αν και μοιάζουν απλά, είναι βαθιά και σύνθετα. Πράγματι, στη ζωή μου υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της ζωής μου και στη στιγμή που ζούμε τώρα. Ο τόπος που γεννήθηκα, οι συνθήκες ζωής μας, η οικογένειά μου, ο κοινωνικός και πολιτισμικός περίγυρος, δεν μαρτυρούσαν καθόλου ποιο θα ήταν το μέλλον μου. Εγώ, παρότι αγαπώ την ελληνική τραγωδία που είναι γεμάτη με παρεμβάσεις του πεπρωμένου, δεν πιστεύω στη μοίρα. Πιστεύω σε κάτι άλλο: πως ό,τι είναι να γίνει δικό μας, θα φτάσει τελικά στα χέρια μας. Θυμάμαι ότι δεκαοκτώ χρονών, σε μια παρέα που συζητούσαμε τι θα θέλαμε να γίνουμε στη ζωή μας, είχα ξαφνικά δηλώσει ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Από πού κι ως πού είχα πει ένα τέτοιο πράγμα; Δεν ξέρω.

»Μάλλον επειδή οι πραγματικοί αναγνώστες γεννιούνται ακόμα και σε αναλφάβητες οικογένειες. Έτσι μόνο εξηγείται το γεγονός ότι, από τα δεκαπέντε μου, αφιέρωνα τον ελεύθερο χρόνο μου τα βράδια διαβάζοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη, την Κάζα Αγκουστίνια. Διάβαζα ό,τι υπήρχε, ακόμα και βιβλία που προφανώς δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω...»

Η εκδήλωση στην Αζινιάγκα γίνεται με αφορμή την κυκλοφορία στα πορτογαλικά του μοναδικού αυτοβιογραφικού βιβλίου που έγραψε, τού Μικρές αναμνήσεις, το οποίο αφηγείται τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του – ουσιαστικά την ιστορία της οικογένειάς του, του χωριού του, της φτωχής κόκκινης επαρχίας του Αλεντέζου. Στην Ελλάδα, μόλις είχε κυκλοφορήσει το Περί φωτίσεως το οποίο αγαπήθηκε αμέσως στη χώρα μας, αφού είμαστε ένας λαός που αρέσκεται πάντα σε ιδέες σαν αυτή περί ψήφου διαμαρτυρίας που εμπνέει το μυθιστόρημα.

Δεν ξέρω αν το εισέπραξε τις λίγες μέρες που έμεινε στην Πάτρα, οι Έλληνες όμως ένιωσαν σχεδόν από την αρχή να τους συνδέουν στενοί δεσμοί με τη λογοτεχνία του Ζοζέ Σαραμάγκου. Νομίζω ότι η πρώτη στενή σχέση δημιουργήθηκε με το «αιρετικό» του βιβλίο Το κατά Ιησούν ευαγγέλιον (1991, στην Ελλάδα το 1997) και δυνάμωσε με αυτό που υπήρξε παντού μεγάλη εμπορι­κή επιτυχία, το Περί τυφλότητος (1995, στην Ελλάδα το 2000). Το πρώτο του όμως βιβλίο που μεταφράστηκε στα ελληνικά ήταν και το πρώτο που τον έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο, το Χρονικό του μοναστηριού (1988).

«Το βιβλίο που μου άνοιξε τις πόρτες διεθνώς ήταν το Χρονικό του μοναστηριού. Γεννήθηκε από μια επίσκεψή μου στη Μάφρα, όπου υπάρχει ένα παλάτι και ένα μοναστήρι. Είχα πάει ­εκεί με φίλους. Είχα ήδη δημοσιεύσει, δύο χρόνια πριν, το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο Η γη του Αλεντέζου, είχα δηλαδή ένα μικρό παρελθόν ως συγγραφέας. Κοιτάζοντας την τεράστια εκείνη πρόσοψη είπα μεγαλόφωνα: Θα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα γι’ αυτό. Πιστεύω πως ορισμένα πράγματα πρέπει να λέγο­νται μεγαλόφωνα και μπροστά σε μάρτυρες, γιατί σου δημιουργείται έτσι μια υποχρέωση, να πραγματοποιήσεις αυτό που έχεις ανακοινώσει.

»Η γη του Αλεντέζου δημοσιεύτηκε όταν ήμουν πενήντα οκτώ χρονών, κι όταν εκδόθηκε το Χρονικό του Μοναστηριού ήμουν εξή­ντα. Συνήθως, στα εξήντα τους, οι συγγραφείς έχουν δώσει τον κύριο όγκο του έργου τους, ενώ εγώ είχα πίσω μου δύο μόνο βιβλία. Και σκέφτομαι πως είμαι τυχερός που είχα μια μακριά ζωή. Αν είχα πεθάνει, όπως πολλοί πεθαίνουν στα εξήντα και κάτι, ίσως να με αποτιμούσαν μόνο σε σχέση με το Χρονικό του Μοναστηριού. Σίγουρα δεν θα με αποτιμούσαν ως τον συγγραφέα που έγινα στη συνέχεια. Επομένως, στην πραγματικότητα ανήκω στη νέα γενιά συγγραφέων, αφού το ουσιαστικό μέρος του έργου μου γράφτηκε μετά το 1990. Είναι περίεργη η ζωή. Μερικές φορές ούτε εγώ ο ίδιος πιστεύω αυτό που συνέβη».

Είναι εύκολο να ξεκινήσεις να γράφεις στα είκοσι πέντε σου, πολύ δύσκολο να αρχίσεις στα πενήντα οχτώ σου. Δεν έχεις το άλλοθι της αφέλειας, το άλλοθι της αθωότητας. Έχεις απόλυτη συνείδηση του τι είναι ζωή, του τι είναι λογοτεχνία. Του το λέω. Και τον ρωτώ πόσο εύκολα πήρε μια τέτοια απόφαση, να αρχίσει να ερμηνεύει σε αυτή την ηλικία τον κόσμο.

«Δεν ξέρω αν στην περίπτωσή μου ισχύει κάτι τέτοιο. Μια μηλιά, όταν γεννιέται, δεν ξέρει αν θα βγάλει μήλα, ή αν θα είναι καλή μονάχα για να ρίχνει τη σκιά της. Δεν πιστεύω ότι ένας συγγραφέας ξεκινάει λέγοντας στον εαυτό του: “Ο κόσμος είναι εκεί, και τώρα, εγώ, θα τον ερμηνεύσω”. Δεν γίνεται έτσι. Εγώ τουλάχιστον δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση. Να ήταν, από την άλλη μεριά, μια ακαταμάχητη δύναμη αυτή που με οδήγησε στη συγγραφή; Όχι, ούτε αυτό. Δεν πιστεύω όσους λένε ότι αν αναγκάζονταν να σταματήσουν να γράφουν, θα πέθαιναν. Δεν είναι αλήθεια. Αν μια μέρα ο γιατρός μου έλεγε κοίτα δεν μπορείς να γράφεις άλλο, δεν θα έγραφα, τελεία και παύλα. Διότι, κατά βάθος, όπως έλεγα και πριν, εξακολουθώ να πιστεύω στην αρχή πως ό,τι είναι δικό μου, θα έρθει τελικά στα χέρια μου. Επομένως είμαι ευχαριστημένος με ό,τι έρχεται. Γι’ αυτό, ίσως, κανένα από τα βιβλία μου δεν γεννήθηκε προγραμματισμένα, δεν έχω καμιά σχέση με τον Μπαλζάκ που σημείωνε μια σειρά από τί­τλους βιβλίων που θα έγραφε, ή με τον Κανέτι που ενώ ήθελε να γράψει οκτώ μυθιστορήματα, τελικά έγραψε μόνο ένα. Όλα μου τα βιβλία, και κυρίως τα μυθιστορήματα, γεννήθηκαν από εκλάμ­ψεις, από φαεινές ιδέες που εμφανίστηκαν ξαφνικά. Ποτέ δεν κάθισα να σκεφτώ τι θα γράψω, ποια πλοκή πρέπει να ακολουθήσω, τι να βάλω εδώ και τι να βάλω εκεί. Πάντα γινόταν μια έκρη­ξη στο κεφάλι μου, που ήταν συνήθως το θέμα μαζί με τον τίτλο του. Ο τίτλος, για μένα, είναι κεφαλαιώδους σημασίας».

Περπατάμε στην αρχαία Ολυμπία. Μας εκμυστηρεύεται ότι σε προηγούμενο ταξίδι του στην Ελλάδα είχε επισκεφτεί τους Δελφούς, κι ότι αυτή είχε υπάρξει μια από τις πιο έντονες εμπειρίες της ζωής του. Λέει ότι ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους πείστηκε να έρθει στην Πάτρα, ήταν η προοπτική της επίσκεψης στην Αρχαία Ολυμπία.

Είμαστε μια μεγάλη παρέα: η Πιλάρ, η (εξαιρετική) μεταφρά­στριά του Αθηνά Ψυλλιά που κάνει αγόγγυστα συνεχώς τη διερ­μηνέα, η Αναστασία Ταμουρίδου που τον έπεισε να έρθει στην Ελλάδα, ο σκηνοθέτης, ο οπερατέρ, η Μικέλα, εγώ. Μόνο μια στιγμή θα απομακρυνθεί από κοντά μας για να επικοινωνήσει μόνος με τον χώρο, στο στάδιο. Κατά τα άλλα είναι μαζί μας, κοι­τάζει με μεγάλο ενδιαφέρον τις πεσμένες κολόνες, ρωτάει, σχολιάζει, αστειεύεται.

Κάποια στιγμή με ρωτάει για το όνομά μου. Με ρωτάει αν είναι ένα κοινό όνομα. Του εξηγώ πως όχι, πως είναι ένα αρχαιοελληνικό όνομα και πως, εγώ προσωπικά, δεν ξέρω άλλον με το όνομα αυτό. Με ρωτάει πώς αποφάσισαν οι δικοί μου να με ονο­μάσουν Ανταίο, του εξηγώ ότι εκείνη την εποχή ο πατέρας μου διάβαζε ένα βιβλίο του Στάλιν για την αναγκαστική κολχοζοποίηση, κι ότι μεταξύ άλλων ο «πατερούλης» έλεγε ότι οι κομουνιστές πρέπει να είναι σαν τον μυθικό Ανταίο, να αντλούνε δύναμη από τη γη, να την καλλιεργούν, να παίρνουν τους χυμούς της. Με κοιτάζει, κουνάει το κεφάλι του και λέει:

«Η μόνη σχέση που είχε ο Στάλιν με τη γη είναι ότι έχωσε σ’ αυτήν χιλιάδες αθώους κομουνιστές».

Τον κοιτάζω έκπληκτος. Και δεν κρύβω την έκπληξή μου. Είναι δυνατόν να λέει τέτοια πράγματα ένα μέλος του Κ.Κ. Πορτογαλίας;

Με κοιτάζει με τη σειρά του ξαφνιασμένος.

«Γιατί; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο;»

Του εξηγώ ότι το Κ.Κ. Πορτογαλίας ήταν πάντα το πιο δογματικό, το πιο φιλοσοβιετικό κόμμα της Ευρώπης. Κι ότι, όταν βρισκόμασταν, ως στελέχη του «Ρήγα» και του ΚΚΕ Εσωτερικού, σε διάφορες διεθνείς συναντήσεις, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, οι Πορτογάλοι κομουνιστές, που αναγνώριζαν μονάχα το «ορθόδοξο» ΚΚΕ ως κομουνιστικό κόμμα, απέφευγαν όχι μόνο να μας μιλήσουν αλλά ούτε καν να μας χαιρετήσουν, αν τύχαινε να βρεθούμε μαζί π.χ. σ’ έναν ανελκυστήρα.

«Δεν τα ξέρω αυτά που μου λες. Αυτό που ξέρω είναι ότι, προσωπικά, δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα, πάντα έλεγα και έγραφα αυτά που θέλω. Και νομίζω πως δογματισμός είναι ο δικός σου, που χαρακτηρίζεις τόσο εύκολα δογματικό ένα ολόκληρο κόμμα. Σε κάθε κόμμα υπάρχουν δογματικοί, και μη δογματικοί».

Η συζήτηση γίνεται σε άψογα ιταλοϊσπανικά. Ισπανικά εκείνος, ιταλικά εγώ. «Αυτό τους έλειπε», του απαντώ, «να δημιουργούσαν διεθνές σκάνδαλο λογοκρίνοντας ένα Νόμπελ! Είναι απολύτως σίγουρος ότι την ίδια αντιμετώπιση έχει ένα απλό, ανώνυμο μέλος του κόμματος; Μπορεί, για παράδειγμα, να μιλήσει έτσι ο οποιοσδήποτε, μέσα σε κομματική συνέλευση, για τον Στάλιν;»

«Φυσικά», απαντάει, αλλά έχω την εντύπωση ότι ούτε ο ίδιος πιστεύει στην απάντηση που δίνει. Η κουβέντα τελειώνει εκεί, με την Πιλάρ να μας φωνάζει να πάμε να δούμε τη λεγόμενη Οικία του Νέρωνα.

Ο διάλογος εκείνος στην Ολυμπία επέστρεψε, από τότε, πολλές φορές στο μυαλό μου. Μήπως, αν και είχα διαβάσει τόσα μυθιστορήματά του, τον είχα αδικήσει με εκείνη την έκπληξή μου; Είχε η γραφή του κάτι που να θύμιζε σοσιαλιστικό ρεαλισμό, κάτι που να θύμιζε συγγραφείς της μπρεζνιεφικής Σοβιετίας; Όχι, δεν είχε. Ήταν μια γραφή ασθμαίνουσα, πυκνή, που δεν προσπαθούσε να είναι σώνει και καλά ευχάριστη, μια γραφή μοντερνιστική, χωρίς ίχνος λαϊκισμού και εύκολης λαϊκότητας.

Με τον τρόπο του το είχε πει και ο ίδιος στην κουβέντα μας στην Πάτρα.

«Ποτέ δεν υπήρξα δογματικός. Είμαι ένας άνθρωπος που θεω­ρεί ότι το σφάλμα έχει κάτι το θετικό, ότι η αμφιβολία είναι εποικοδομητική. Και κάθε φορά που μιλάω γι’ αυτό το θέμα μνημονεύω την περίφημη επιστολή του Ένγκελς σε μια κυρία που έγραφε ένα μυθιστόρημα και η οποία του είχε ζητήσει συμβουλές για θέματα ιδεολογίας. Ο Ένγκελς της απάντησε περίπου το εξής: “Όσο λιγότερο εμφανής είναι η ιδεολογία, τόσο το καλύτερο [...]”

»Βεβαίως τα βιβλία μου επιδέχονται και μια πολιτική ανάγνωση. Πέρα από τις όποιες λογοτεχνικές αρετές τους, θεωρώ ότι έχουν και μια πολιτική θέση, με την έννοια ότι ο αναγνώστης ξέρει από ποια οπτική βλέπω τον κόσμο. Δεν θέλω να είναι υπερβολικά έκδηλο, δεν θέλω να γράφω βιβλία-μανιφέστα, δεν είναι αυτή η δουλειά μου, θέλω όμως να είναι σαφής η θέση μου, η θεώ­ρησή μου για τον κόσμο».

Άλλωστε, ο ίδιος, μέχρι τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, δεν έπαψε να εναλλάσσει τη συγγραφική του δραστηριότητα με ταξί­δια στις τέσσερις γωνιές της γης για να βοηθήσει με την παρουσία του ένα κίνημα, για να ρίξει τους προβολείς σε μια αδικία. Είναι γνωστές οι θέσεις του υπέρ των Παλαιστινίων και κατά των ισραηλινών κυβερνήσεων, τις πρακτικές των οποίων δεν δίστασε να παρομοιάσει με τις ναζιστικές πρακτικές, ή υπέρ των Ζαπατίστας του κομαντάντε Μάρκος στο Μεξικό, ή των τριών αριστε­ρών προέδρων της Λατινικής Αμερικής, ή κατά της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ.

«Μα είναι δημοκρατία αυτή στην οποία ζούμε; Είναι δημοκρατικό ένα σύστημα που από τον πολίτη απαιτεί μονάχα ένα πράγμα, την ψήφο του; Μας συμβαίνει κάτι τρομερό: στο πλαίσιο αυτού του συστήματος είμαστε ταυτόχρονα θύματα, συνένοχοι και ένοχοι.

»Πιστεύω ότι το σύστημα που έχουμε είναι μονάχα εν μέρει δημοκρατικό. Διότι δεν μπορούμε να μιλάμε για αληθινή δημοκρατία αν δεν τεθεί το ζήτημα ποιος τελικά έχει την εξουσία. Ναι, έχουμε ελευθερία λόγου αλλά, κατά τη γνώμη μου, περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών. Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα είδος νέου ολοκληρωτισμού. Είναι ο φασισμός της εποχής μας. Χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε, να ξαναδούμε τι σημαίνει διεθνισμός, τι σημαίνει ελευθερία».

Τι όμως σημαίνει Αριστερά, γι’ αυτόν, σήμερα; Ο Σαραμάγκου δεν κρύβει την αμηχανία του.

«Δεν ξέρω. Όταν διαλύθηκε η ΕΣΣΔ, μετά από αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός, όλα τα κομουνιστικά κράτη άλλαξαν όνομα, σύμβολα. Σήμερα βλέπει κανείς μια Αριστερά καλλωπισμένη, και δεν ξέρεις αν οι παλιοί κομουνιστές εξακολουθούν να είναι κομουνιστές. Άλλες φορές, πάλι, είναι προφανές ότι άλλαξαν: παράδειγμα η Κίνα. Η Κίνα κυβερνάται από ένα κόμμα που αυτοαποκαλείται ακόμα κομουνιστικό, κι όμως έχει εγκαταστήσει τον σκληρότερο καπιταλισμό που υπήρξε ποτέ. Μπροστά του η βιομηχανική επανάσταση της Αγγλίας ωχριά. Μπορεί άραγε κανείς να πει ότι η κυβέρνηση στη σημερινή Κίνα είναι Αρι­στερή; Ούτε κατά διάνοια».

Κι όταν η Όλγα Σελλά από την Καθημερινή τον ρωτάει στη συνέντευξη Τύπου που δίνει στην Πάτρα αν θεωρεί τον εαυτό του αισιόδοξο ή απαισιόδοξο, εκείνος απαντά σαν γνήσιος Αριστερός:

«Λένε ότι απαισιόδοξος είναι ένας ενημερωμένος αισιόδοξος, και ότι ο ανενημέρωτος αισιόδοξος είναι απλώς ένας ηλίθιος. Οι πληροφορίες που έχουμε καθημερινά μας αναγκάζουν να είμαστε απαισιόδοξοι. Ο Γκράμσι έλεγε να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας, και αισιόδοξοι στη βούλησή μας. Εγώ είμαι με τον Γκράμσι».

Η Μικέλα, η Αθηνά και εγώ ζήσαμε τον Ζοζέ Σαραμάγκου για τρεις ολόκληρες μέρες. Μαζί, με κάποια διαλείμματα, όπως αυτά του μεσημεριανού ύπνου, από το πρωί ως το βράδυ. Τον είδαμε να ερωτοτροπεί με την Πιλάρ σαν δεκαεξάχρονος μαθητής, ντροπαλός και ταυτόχρονα σίγουρος για τον εαυτό του, τον είδαμε να θυμώνει διότι η μακαρονάδα που είχε παραγγείλει δεν έφτασε ποτέ, τον είδαμε να μιλάει σε δημοσιογράφους, τον είδαμε να κάνει τον παρουσιαστή («μπορεί τώρα που με γνωρίσατε ως παρουσιαστή, όταν θα διαβάσετε το επόμενο βιβλίο μου να πείτε, σίγουρα δεν είναι κακός ως συγγραφέας αλλά είναι πολύ καλύτερος ως παρουσιαστής»), τον είδαμε να απομονώνεται, τον είδαμε να κάνει χιούμορ, τον είδαμε να συζητάει για το πώς θα αποδοθεί στα ελληνικά η γυναίκα-θάνατος του μυθιστορήματος Περί θανάτου, τον είδαμε να σκύβει και να κόβει ένα λουλούδι για να το δώσει στην Πιλάρ.

Η αίσθηση ότι δεν κατάφερα να τον γνωρίσω, να τον καταλάβω.

Μένει το έργο του. Τον αναγνωρίζω στην εκπληκτική εκείνη αρχή του Περί τυφλότητος όταν ξαφνικά, σε ένα φανάρι, ένας άνθρωπος τυφλώνεται και μολύνει στη συνέχεια τον αστυφύλακα που τον πλησιάζει. Τον αναγνωρίζω σε εκείνο το υπέροχο διήγημα με τίτλο Ο Κένταυρος από τη συλλογή Η ιστορία της άγνω­στης νήσου. Τον αναγνωρίζω στην ειρωνική ματιά που ρίχνει στην Ιστορία με το Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας. Τον αναγνωρίζω σε αυτή την αναζήτηση της ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου που έδωσε με ντοστογιεφσκικό σχεδόν τρόπο στο Ο άνθρωπος αντίγραφο. Τον αναγνωρίζω στον τρόπο με τον οποίο κοροϊδεύει τον φόβο μας του θανάτου στο Περί θανάτου. Τον αναγνωρίζω στην πολιτική σκέψη που αφήνει να ξεδιπλωθεί στα δύο Τετράδια, στα οποία συγκέντρωσε τα κείμενα που είχε γράψει για το blog του. Τον αναγνωρίζω στο αιρετικό πνεύμα που διατρέχει το τελευταίο του μυθιστόρημα, το Κάιν.

Τον Αύγουστο του 2009 αποφασίζει να αποχαιρετήσει τους φίλους του που παρακολουθούν το blog του. Θέλει να κρατήσει τις τελευταίες δυνάμεις του για να γράψει το Κάιν.

Μετά το αποχαιρετιστήριο αυτό κείμενο, έγραψε τελικά κι άλλα για το blog του. Την τελευταία καταχώρηση την έκανε στις 2 Ιουνίου, δεκαέξι μέρες πριν από τον θάνατό του. Δύο μόνο λέξεις: «Ευχαριστώ, Μανκέλ».

Ο Μανκέλ ήταν ο μόνος διάσημος συγγραφέας που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» που επιχείρησαν να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας και πλήρωσαν την πρωτοβουλία τους αυτή με αρκετούς νεκρούς.

Μου αρέσει το κείμενο που ακολουθεί. Όχι γιατί είναι από τα καλύτερα κείμενά του – τα δύο Τετράδια έχουν να επιδείξουν πολύ καλύτερα κείμενα. Όμως σε αυτό το κείμενο, στον ρεαλισμό αλλά και στο χιούμορ που το διακρίνει, βρίσκεται ο Σαραμάγκου που θυμάμαι:

Λέει η παροιμία πως δεν υπάρχει ούτε καλό ούτε κακό που να κρατά για πάντα, το οποίο ταιριάζει γάντι στο έργο της γραφής που τελειώνει εδώ και στον δράστη της. Κάτι καλό θα βρει κανείς σε τούτα τα κείμενα, και γι’ αυτό, χωρίς ματαιοδοξία, με συγχαίρω, κάτι στραβό θα έχω κάνει σε άλλα και γι’ αυτό το ελάττωμα απολογούμαι, μόνο και μόνο όμως επειδή δεν τα έκανα καλύτερα, γιατί διαφορετικά, συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορούσαν να είναι. Οι αποχαιρετισμοί καλύτερα να είναι σύντομοι. Δεν είμαστε στην όπερα για να βάλουμε τώρα ένα ατελείωτο αντίο, αντίο. Αντίο λοιπόν. Μέχρι κάποια άλλη μέρα; Ειλικρινά, δεν το νομίζω. Ξεκίνησα καινούργιο βιβλίο και θέλω να του αφιερώσω όλο τον χρόνο μου. Σύντομα θα δείτε γιατί, αν ­όλα πάνε καλά. Στο μεταξύ θα έχετε τον Κάιν.

Υ.Γ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν χρειάζεται να είμαι τόσο ριζοσπαστικός. Αν κάποια φορά αισθανθώ την ανάγκη να σχολιάσω, να πω τη γνώμη μου για κάτι, θα έρθω να χτυπήσω την πόρτα του Τετραδίου, που είναι ο τόπος όπου μου αρέσει περισσότερο να εκφράζομαι.

Τον ακούω, παρ’ όλα αυτά, να μας εκμυστηρεύεται στην Πάτρα: «Έχω ένα χαρακτηριστικό, που ίσως σας κάνει εντύπωση· στις γιορτές είμαι πάντα μελαγχολικός. Όχι από ζήλια, επειδή οι άλλοι περνάνε καλά κι εγώ όχι. Απλώς δεν διασκεδάζω. Οι γιορτές έχουν κάτι το επίπλαστο, που τελικά με αφήνει αδιάφορο και απομονωμένο.

»Έζησα μια ήσυχη ζωή. Ποτέ δεν ένιωσα την επιθυμία να το ρίξω έξω. Πάντα ένιωθα περισσότερο την ανάγκη της σιωπής».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου