Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ευγενία Μπογιάνου, «Κλειστή Πόρτα», εκδόσεις Πόλις


Παρουσίαση
Ο Χριστόφορος δεν μπορεί να αντισταθεί στο κουδούνισμα του τηλεφώνου και στο γεμάτο ποτήρι. Η Δόμνα αποποιείται το παρελθόν. Η Έλλη συνομιλεί με τη μάνα της. Ο Παρασκευάς μυρίζει τον ιδρώτα στο μπλε πουκάμισο του άλλου. Η Μάγια δίνει κρέας ψητοπωλείου στα σκυλιά. Ο Κώστας ερωτεύεται την όμορφη. Ο ζωγράφος δεν θα προδώσει ποτέ τη γυναίκα του τελάρου. Η γριά γκρεμίζει τον τοίχο της φυλακής της. Η Σμαράγδα βλέπει επιτέλους το ψυγείο της γεμάτο. Ο πατέρας της αφήνει πάντα το φως της λάμπας αναμμένο. Η δασκάλα στηρίζεται στα γέρικα πόδια της και πάει.

Έντεκα διηγήματα για τους ανθρώπους του διπλανού σύμπαντος. Για τις ζωές της ανωνυμίας που διασταυρώνονται μεταξύ τους, που επηρεάζουν η μία την άλλη χωρίς να συναντηθούν ποτέ. Έντεκα διηγήματα για το πραγματικό κάτω από την πραγματικότητα. Έντεκα ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι η ιστορία του καθενός.

Παρουσίαση της Βένας Γεωργακοπούλου στη Lifo 

Η τελευταία συλλογή διηγημάτων της Ευγενίας Μπογιάνου εκπλήσσει ευχάριστα μες τη μεστή απλότητά της.
Το έχει αυτό το καλό ο Νίκος Γκιώνης των εκδόσεων Πόλις. Διευκολύνει την ψευδαίσθησή μας ότι παρακολουθούμε, κουτσά-στραβά, το ληξιαρχείο γεννήσεων της ελληνικής λογοτεχνίας και ελάχιστα από τα προικισμένα νεογέννητα μάς ξεφεύγουν. Σχεδόν κάθε χρόνο μάς προσφέρει τουλάχιστον έναν-μία νέο-α συγγραφέα που αξίζει. Στους Κάλλια Παπαδάκη, Σταυρούλα Σκαλίδη και Χρήστο Οικονόμου των αμέσως προηγούμενων χρόνων πρόσθεσε φέτος τη Βασιλική Πέτσα (για την οποία έγινε δικαίως ντόρος) αλλά και την Ευγενία Μπογιάνου, που θα ‘λεγα ότι δεν την πρόσεξαν όσο της αξίζει.

ΕΜΕΝΑ ΑΥΤΗ ΚΥΡΙΩΣ με εντυπωσίασε, διότι δεν δήλωνε «εδώ το καινούργιο, το προχωρημένο, το σοφό, το άγριο, το αιρετικό, το ψαγμένο, το βαθυστόχαστο» βιβλίο. Η συλλογή διηγημάτων της Κλειστή Πόρτα από τις πρώτες σελίδες της σε εκπλήσσει με την απλότητα του ύφους. Λες, μπα, κι εγώ μπορώ να γράψω έτσι. Αμ, δε. Οι σύντομες, καθόλου πρωτότυπες φράσεις της, που δεν φοβούνται να επαναληφθούν, είναι ό,τι χρειάζονται τα πρόσωπά της για να αποκτήσουν μέγεθος, παρουσία, πειθώ, να μας σύρουν στον κόσμο και τις περιπέτειές τους, να μας επιβληθούν. Και κάτι ακόμα: η Μπογιάνου δεν ηθικολογεί, δεν κρυφοπολιτικολογεί - κι ας είναι Αριστερή. Γι’ αυτό και οι ιστορίες της -κάποιες από αυτές καθόλου άσχετες με την κρίση, κι ας γράφτηκαν δυο χρόνια πριν- μπορούν να αγγίξουν τον καθένα σε μια Ελλάδα διχασμένη κι έτοιμη να βρει παντού εχθρούς, να ρίξει και κάνα γιαούρτι.
Η ψηλόλιγνη νέα γυναίκα που έχω απέναντί μου έχει μια ωριμότητα και μια ηρεμία που δεν λείπουν ακόμα και από τα πιο ακραία διηγήματά της. «Φαίνονται έτσι λιτά, αλλά είναι δουλεμένα κείμενα. Δεν είναι απλό πράγμα η λιτότητα, δύσκολα κατακτιέται. Μακάρι να τα έχω καταφέρει. Έχω μια εύκολη πρώτη γραφή, αλλά μετά δουλεύω πολύ πάνω στη γλώσσα. Μου αρέσει να υπάρχουν στη λογοτεχνία σαφήνεια και ξεκάθαρη πρόθεση. Ακόμα και ως άνθρωπος, τα πολλά στολίδια τα αποφεύγω», λέει.

Η 44 ΧΡΟΝΗ ΕΥΓΕΝΙΑ ΔΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Πριν οκτώ χρόνια, το πρωτόλειό της, πάλι διηγήματα, πέρασε «απαρατήρητο», όπως παραδέχεται (Το Μυστικό, εκδόσεις Ροές). «Έχω εξασκηθεί στην απόρριψη. Ειδικά όταν γράφεις διηγήματα, πρέπει να έχεις πολύ γερές αντοχές», λέει. Περίεργο, εφόσον όλο και περισσότερα διηγήματα, ελληνικά και ξένα, με πιάνω να απολαμβάνω. Το ίδιο ισχύει και για την Ευγενία, που αυτή την εποχή ζει ανάμεσα στις τρεις συλλογές του Ρέιμοντ Κάρβερ που έβγαλε το Μεταίχμιο.

Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑ είναι η φωτογραφία. Όταν κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα το 1987, φωτογραφία σπούδασε, στούντιο διαφημιστικής φωτογραφίας είχε επί χρόνια. Μέχρι που η κρίση χτύπησε τον χώρο αλλά και η λογοτεχνία σήκωσε απαιτητική κεφάλι. «Πάντα έγραφα περιστασιακά, ημερολόγιο, πράγματα σκόρπια από δω και από ‘κει. Αλλά δεν παίρνεις εύκολα την απόφαση να γράψεις πιο σοβαρά και ίσως να εκδώσεις», εξηγεί η Ευγενία. «Όσο πιο πολύ διάβαζα κι έμπαινα στη λογοτεχνία, τόσο περισσότερο ήθελα να κάνω κι εγώ κάτι».

ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ η ερώτηση αν η πρώτη τέχνη της επηρέασε τη δεύτερη. Διστάζει λίγο, αλλά «ναι», απαντά, «πολλές φορές έχω μια εικόνα στο μυαλό μου και θέλω να τη διηγηθώ με λέξεις, να τη φωτίσω με έναν άλλο τρόπο». Κάποιο παράδειγμα από το βιβλίο; «Μια γυναίκα μέσα σε ένα σουβλατζίδικο, καλοκαίρι, ιδρωμένη από την κορφή μέχρι τα νύχια, να κόβει και να τυλίγει γύρο...», λέει. Είναι η Μάγια από την Τιφλίδα, που έχει βαφτίσει ένα διήγημα. Τα πρόσωπα, όμως, της Μπογιάνου κυκλοφορούν ελεύθερα από ιστορία σε ιστορία, τόσο που κάποιοι διάβασαν το βιβλίο και σαν μυθιστόρημα.
Η ίδια διαφωνεί. «Αυτή η σκυταλοδρομία χαρακτήρων δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Όταν, όμως, ολοκλήρωσα την πρώτη ιστορία, του άρρωστου πατέρα που θα ‘θελε να έχει -και δεν έχει- δίπλα του την κόρη του, σκέφτηκα να δω και τη δική της πλευρά. Κι αυτό το παιχνίδι μου άρεσε, να πιάνω πρόσωπα κάπως περιθωριακά σε ένα διήγημα και να λέω και τις δικές τους ιστορίες. Αλλά δεν είχα στο μυαλό μου μυθιστόρημα, διηγήματα ήθελα να γράψω και διηγήματα έγραψα».

ΟΛΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΕΣ, σκοτεινές. Όταν διάβασε τα διηγήματα η 16χρονη κόρη της, «πολλά χρέη, ρε μαμά...», της είπε. «Τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή, ρίξε μια ματιά γύρω σου να δεις τι γίνεται», ήταν η απάντηση της Ευγενίας. «Ζω την κρίση στο πετσί μου, βλέπω γύρω μου δυστυχία, αγωνία και κοινωνική κατάθλιψη. Οι κυβερνήσεις δεν μου εμπνέουν πια καμιά εμπιστοσύνη, οι ίδιοι που δημιούργησαν το χρέος καλούνται να δώσουν λύση. Πείτε το ουτοπικό, πείτε το αφέλεια, αλλά ελπίζω σε μια ενωμένη Αριστερά που, σ’ αυτές τις ακραίες καταστάσεις, θα κάνει την υπέρβαση και θα ξεπεράσει τις διαφορές της».

ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΥΓΗ και παρηγοριά η τέχνη. Και μεγάλη της «τύχη», όπως λέει, τα παιδιά της. Εκτός από τη δύσκολη 16χρονη, τη διεκδικούν ακόμα ένας γιος, που δίνει Πανελλήνιες, και μια τετράχρονη μικρούλα από τον δεύτερο γάμο της με τον ποιητή και δημοσιογράφο Κώστα Καναβούρη. Ξυπνάει στις 6:30 το πρωί για να γράψει. «Συνέχεια με κυνηγάει ο χρόνος», λέει. «Νομίζω ότι, αν είχα περισσότερο, θα μπορούσα να κάνω όχι πιο πολλά, αλλά πιο σοβαρά πράγματα».


Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Vicolo del Precipizio, Remo Bassini, edizioni Perdisa Pop



Cortona è una cittadina toscana di origine etrusca di straordinario fascino e incantevole bellezza per i turisti che spesso ne rimangono talmente attratti che decidono di andarci ad abitare o trovano casa nelle sue vicinanze (a Camucia, ad esempio, come era accaduto al compianto Guido Almansi giunto al suo secondo matrimonio e alla prima figlia). Questo avviene spesso per i turisti, in particolar modo per quelli di origine anglosassone. Non è certo la stessa cosa per i suoi abitanti “indigeni” e autoctoni che, invece, la tentazione di fuggirne la provano spesso e volentieri.
In Che sarà, una canzone scritta da Franco Migliacci e composta da Jimmy Fontana nel 1971 perché fosse presentata al Festival di Sanremo di quell’anno, poi portata a un successo imperituro da José Feliciano nel corso del tempo, infatti, si può sentir cantare esplicitamente:

«Paese mio che stai sulla collina / Disteso come un vecchio addormentato; / La noia
l’abbandono il niente / Son la tua malattia / Paese mio ti lascio / io vado via // Che sarà / che sarà / che sarà / Che sarà della mia vita / chi lo sa! // So far tutto o forse niente / da domani si vedrà / E sarà quel che sarà»
Il paese “che sta sulla collina disteso come un vecchio addormentato” è proprio Cortona, patria di santi e di asceti, luogo di devozione e di arte (l’Annunciazione del Beato Angelico si trova là,), di mitico cibo campagnolo (soprattutto olio d’oliva), di pace e di raccoglimento. Sarà vero? Il protagonista di questo testo narrativo di Remo Bassini, Tiziano, ex-scrittore in proprio ed ora ghostwriter di vasta fama per conto di un importante agente letterario torinese, non è propriamente d’accordo. Per lui e per lungo tempo, Cortona è stato un “bastardo posto” (per citare il titolo di un precedente e pregevole romanzo dello stesso autore ispirato nel titolo a una nota canzone di Francesco Guccini). Dopo aver studiato a Firenze (dove ha ricevuto la prima quanto più forte e micidiale scottatura nel campo dell’amore) e non aver completato gli studi in Lettere moderne, Tiziano ha scritto una raccolta di racconti paesani, I racconti della vecchia osteria (titolo molto maupassiantiano), che ha avuto un buon successo di pubblico (quindicimila copie vendute) e di critica. La lettura del manoscritto lo ha fatto notare a un agente letterario tra i più importanti in Italia che lo ha fatto trasferire a Torino dove si è servito di lui per “risuolare” o “rattoppare” o riscrivere talvolta in modo radicale opere di scrittori famosi in crisi (spesso perenne) di ispirazione. In cambio di buone somme di danaro, s’intende. Ma scrivere al posto degli altri gli ha impedito di concentrarsi sulle opere proprie e dopo il buon esordio di giovinezza Tiziano non ha pubblicato più nulla.
Se sente il bisogno ora in un luglio assolato ma non torrido in cui molti nodi sembrano venire al pettine. Il rapporto con il padre Felice, da lui accusato di aver tradito la madre con una vedova, la signora Gloria del cui frantoio era l’amministratore-contabile e di avergli preferito il figlio di lei, Mariano, additandoglielo continuamente come esempio. Il ragazzo del quale era stato il miglior compagno di scuola e di giochi sarebbe diventato una sorta di suo chiodo fisso fino a desiderarne la morte e a litigare aspramente venendo alle mani con lui in una stradina, vicolo del Precipizio, centrale nella toponomastica della vecchia Cortona. Il rimorso per aver lasciato marcire il rapporto sentimentale con Cristina, una dolce ragazza epilettica conosciuta a Torino con la quale aveva trascorso un periodo di nove mesi un po’ noiosi e che lo aveva stancato troppo presto. Il desiderio feroce e mai attenuato di Magda, terza figlia del suo professore di tesi, che lo aveva tradito dopo che lui l’aveva lasciato travolto da impeti incontenibili di gelosia furiosa (ma spesso motivata).
Tiziano è un composto instabile di rimorsi e di impuntature, pieno di aspirazioni insoddisfatte e di slanci spesso nobili ma incerti, ossessionato dal passato paesano di cui vorrebbe liberarsi e che non riesce a superare. Per questo motivo, anche la possibile relazione con la penalista Alice, dolce dirimpettaia del quarto piano reduce da un doloroso divorzio, non decolla: troppo poca fiducia in sé da parte dello ”scrittore fantasma”, troppa aggressiva dolcezza da parte sua.
Ma, a parte le vicende interiori dello scrittore che vuole finalmente fare chiarezza su se stesso trasformandole in un testo dall’andamento vagamente narrativo, ci sono le storie della campagna toscana a farla da padrone nel corpo del testo. Storie tristi e finite male come quella di Tito, seduttore della giovane Andreina che lo denuncia per violenza carnale in quanto ancora minorenne e che si suiciderà per la vergogna; quella della stessa Andreina che sposerà un muratore manesco e geloso in maniera patologica, Vasco Cengetti, che finirà con lo strangolarla dopo aver simulato una scena adulterina con il fratello minore, sorta di remake fiorentino della vicenda di Paolo e Francesca; quella dello iettatore Lucarone che porta sfortuna a tutti quelli che incontra così come era accaduto alla sua mamma, vedova di ben tre mariti…
Tiziano non scrive più da tempo, eppure continua a mantenere accesa in sé la fiamma della scrittura. Crede davvero in quello che le ha detto una volta una sua amica psicologa torinese e tifosa della Juventus (lui, invece, resta tifoso – nonostante tutto – della “sua” Fiorentina):
«”Uno scrittore deve vivere come se scrivesse anche quando non scrive”, gli ha detto, e nemmeno troppo tempo fa, una sua amica psicologa, conosciuta in un bar durante una discussione calcistica. Si erano sfottuti, non poteva che finire così tra un tifoso della Fiorentina e una della Juventus. “Anche se hai smesso di scrivere, le pagine della tua vita trattale bene”, gli ha ripetuto la psicologa appassionata di calcio» (p. 18).
Ma, ovviamente, tutto questo è più facile a dirsi che a farsi. Tiziano scrive ma non vive e quando vive non riesce a scrivere – i conti con la sua esistenza passata non riesce a farli se non scrivendo per darsi ragione degli errori che ha commesso nella speranza di non commetterne più.
La sua infanzia felice all’ombra della mamma e della sua madrina Mimma, la donna cui è rimasto attaccato più a lungo di tutte le figure femminili della sua esistenza, l’amore per il cinema, la solitudine ricercata e anche un po’ coccolata, la capacità di ricreare letterariamente gli episodi ascoltati nel corso di lunghe serate trascorse con gli amici in osteria o in giro per le campagne cortonesi, tutto questo si trasforma nella materia di quello che dovrebbe diventare il suo secondo libro – Vicolo del Precipizio, per l’appunto. Ma il libro, dopo una lunga serie di appassionate sedute di scrittura, si ferma e Tiziano torna a Cortona, dal padre avvilito e dalla madre malata di Alzheimer. Non è chiaro il perché. Forse perché la scrittura ha raggiunto il suo scopo che era quello di produrre la necessaria catarsi ricercata proprio attraverso il suo precipitare sulla pagine e diventare parola, verità (sia pure putativa). Perché la Verità è ciò che Tiziano cerca da sempre senza trovarla mai se non nell’oblio in cui ha voluto avvolgere la sua esistenza passata. Di lui, Lucetta, la segretaria dell’agenzia letteraria per cui lo scrittore lavora ormai da tempo e che quasi sicuramente è innamorata di lui, dirà quasi giunti alla conclusione della storia:
.
«Però deve fare molta attenzione a lui, il grande capo è stato chiaro con lei: “Tiziano è un grande ghostwriter, il migliore che lavora per me, a volte cambia talmente il connotato di un libro che alla fin fine poi quel libro è più suo che dell’autore, lui, in ogni caso, non rivendicherà mai nulla, perché per Tiziano il successo è una cosa cretina. Però bisogna fare attenzione a lui…” Le ha infatti spiegato che “Tiziano, come collaboratore, è pericolosissimo, un po’ perché s’innamora di libri che commercialmente non valgono un cazzo, e quindi non vuole mettersi in testa che i migliori autori sono quelli che danno agli editori e alla gente ciò che la gente e gli editori vogliono, e un po’ perché parla troppo» (p. 183).
Tiziano rivela cioè un po’ troppi segreti di bottega e ciò ne fa una sorta di mina vagante. Rinunciando a finire di scrivere il “suo” libro, rompe con le regole del gioco in cui pure è molto bravo e rientra nel silenzio, in attesa – forse – di tempi migliori.
Bassini compone in Vicolo del Precipizio un affresco vivido e fresco della vita di provincia, racconta storie possibili e “scellerate” con gusto e con passione, cerca di evitare il rischio della nostalgia e di un autobiografismo troppo stringente con risultati sovente felici e soprattutto non si nega alla gioia di narrare.
E’ merito non da poco.

Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία, Shahriar Mandanipour, Εκδόσεις Πατάκη


Της Βίκυς Βασιλάτου-Σαρρή

Ο πολυβραβευμένος Ιρανός συγγραφέας, Shariar Mandanipour, μας διηγείται μια ερωτική ιστορία με πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό.
Το μυθιστόρημά του, που διαβάζεται σε πολλά επίπεδα, αλλά που ποτέ δεν πέφτει σε τέλμα και διατηρεί μια αμεσότητα και μια -καλώς εννοούμενη- ελαφρότητα, καθηλώνει τόσο με την ιδιαιτερότητά του όσο και με την πρόσκλησή του σ’ ένα αξιόλογο λογοτεχνικό γαϊτανάκι.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, συνειδητοποίησα ότι -τελικά- το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του βιβλίου δεν είναι η ιστορία αγάπης αυτή καθ’ αυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να την εξιστορήσει. Κύριος στόχος του μυθιστορήματος είναι ο ήρωας-συγγραφέας, Σαχριάρ, να υποδείξει τα ποικίλα προβλήματα που προκύπτουν και αντιμετωπίζει με μεγάλο σθένος ένας ιρανός συγγραφέας για να ξεφύγει από το ευνουχιστικό βλέμμα της λογοκρισίας του Υπουργείου Πολιτισμού.
Με άλλα λόγια, μας περιγράφει μια εμπόλεμη πνευματική κατάσταση που παίρνει σάρκα και οστά στο χαρτί χάρη στις ευδιάκριτες, τυπογραφικές εναλλαγές που γίνονται στο κείμενο: με σκούρους χαρακτήρες ανακαλύπτουμε την ιστορία αγάπης μεταξύ της Σάρας και του Ντάρα· τα σημεία που υποπτεύεται ο Σαχριάρ ότι δεν θα περάσουν από τα αυστηρά κριτήρια της λογοκρισίας είναι διαγεγραμμένα, ενώ με νορμάλ χαρακτήρες, διαβάζουμε τις παρατηρήσεις και σκέψεις του, το πώς θα επιθυμούσε να διηγηθεί κάποια γεγονότα και αισθήματα, και τους διαλόγους του με τον λογοκριτή, Πορφύρη Πετρόβιτς (που δεν είναι παρά μια ξεκάθαρη αναφορά στον σατανικό ανακριτή της υπόθεσης Ρασκόλνικοβ στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο οποίος και στην προκειμένη περίπτωση αντιπροσωπεύει τον νόμο και το κράτος).
Μέσα στις 525 σελίδες του μυθιστορήματός του, βασικό μέλημα του Mandanipour είναι να καταπιαστεί με τη λογοκρισία και να καταφέρει ν’ αποδείξει την τρέλα ενός συστήματος που θαρρείς και αγνοεί απολύτως τη δύναμη της φαντασίας του αναγνώστη. Δια στόματος του Σαχριάρ, ο συγγραφέας κάνει μια ενδιαφέρουσα και αρκετά ειρωνική κριτική της ιρανικής λογοκρισίας, ενώ παράλληλα αποτίνει φόρο τιμής στους Πέρσες ποιητές και στους συγγραφείς που πρέπει ν’ αποδείξουν τη λογοτεχνική τους δεξιοτεχνία ανατρέχοντας στους θησαυρούς της φαντασίας τους και στα κρυφά μονοπάτια του μυαλού τους ώστε να υπονοήσουν με μεγάλη μαεστρία τον ερωτισμό, χωρίς να ανατρέξουν σε απαγορευμένο ή διεγερτικό λεξιλόγιο παρά μόνο σε ποιητικές φόρμες που έχουν ως πηγή έμπνευσης τη φύση, τα φρούτα και τα λουλούδια.


Το Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία, που από τη μία φλερτάρει με την πραγματικότητα και από την άλλη με τη φαντασία, είναι η απτή απόδειξη ότι τίποτα δεν μπορεί να βάλει φραγμούς στη δημιουργικότητα των συγγραφέων, τη φαντασία των αναγνωστών, τον πόθο των ερωτευμένων και τη δίψα για ελευθερία.
Αυτό το μυθιστόρημα, με έκανε να ονειρευτώ. Να σκεφτώ. Να γελάσω. Να ταξιδέψω και να μάθω έναν άλλον, διαφορετικό πολιτισμό. Να γνωρίσω μια χώρα που ζει στην καταπίεση, γεύεται τη Λογοτεχνία και την Τέχνη με παρωπίδες, βιώνει την καθημερινή βαναυσότητα σε όλα τις τα επίπεδα. Βιώνει εν ολίγοις τον παραλογισμό ενός απολυταρχικού καθεστώτος, ενός καθεστώτος που έρχεται σε ρήξη με τη Δύση και σε απόλυτη δυσαρμονία με την εποχή μας. Το Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία διηγείται μια ιστορία που όχι μόνο με μάγεψε με τη ανατολίτικη ομορφιά της, αλλά που μου έδωσε τροφή για να θέλω ν’ ανακαλύψω και να προσπαθήσω να κατανοήσω ακόμα περισσότερο την ιρανική κουλτούρα.

Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία
Shahriar Mandanipour
Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου,
Sara
Khalili
Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012
Τιμή: € 7,00, σελ. 525




Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Winterreise. La traversata occidentale, di Manuel Cohen


Nota al testo poetico Winterreise. La traversata occidentale, di Manuel Cohen edizioni CFR, vincitore del Premio Nazionale di Poesia Franco Fortini.

di Rosa Salvia





Dopo quello che si è sofferto dal Novecento in poi nel nostro mondo occidentale non c’è quasi più nulla da soffrire. Questa riflessione mi è venuta spontanea leggendo il poemetto in ottave decisamente fedele alla rima e all’endecasillabo WINTERREISE La traversata occidentale, di Manuel Cohen, il quale guida noialtri lettori a prendere coscienza fino in fondo, per poi liberarcene, delle storture dolorose legate al tramonto dell’Occidente, così come il filo di Arianna guida Teseo ad uscire dal labirinto.
Cohen è capace di stare a ridosso delle cose; è affidabile, sicuro, affabilmente interlocutorio, e difficilmente contestabile. Da una vocazione di tale natura deriva l’ampiezza e la varietà del suo viaggio poetico che si lega alla vis profetica di Pasolini con uno sguardo amaro, pungente, talora sornione oppure altamente indignato come nella terza sezione del testo. Il poeta si sforza sempre di procedere da dentro, in un sano quanto efficace empirismo eretico.
Recentemente ho letto un bel saggio di Andrea Cortellessa La poesia che si fa, imperniato sulla poetica di Giovanni Raboni, ma con una lettura ampia e rigorosa del Novecento poetico italiano dal 1959 al 2004. Cortellessa parla di orecchio interno che può appartenere soltanto, fra i critici ( e Cohen è raffinato critico), a chi conosca appunto dall’interno le logiche, non spontanee, non creaturali, ma tecniche ed empiriche, materiali della creazione artistica. Cohen sa bene che la grande nemica della poesia e di qualsiasi discorso sulla poesia è l’astrattezza. E così insiste sulla sua consistenza oggettuale, di organismo vivente, di entità tangibile che è sempre e soltanto se stessa. E anche il suo stile, le sue scelte linguistiche vanno nel senso della concretezza, che consente una sicura efficacia comunicativa. Al contempo, e qui bisogna porre attenzione alla natura multiforme della sua poesia, i versi asciutti, concisi, sono pur densi di allusioni e di accenti lirici. A tal proposito ne cito alcuni: deserta, vuota notte / l’attesa che consuma / chi beve, a prua, chi fuma / deriva dalle rotte / di sensi, si frantuma / a un vento di novità / la vela, calamità / che cresce, soffia spuma.
Il poeta trasmette emozioni ancora vive, ancora sanguinanti come se riesca a risalire una corrente invisibile, a far ruotare la freccia del tempo, per conciliare la geometria dell’oggetto che non può più mutare, col sottosuolo della nostra coscienza: nulla accade – nulla in questa sera / occidentale nelle piazze esternata / detta sotto i portici – differita / svelata tra sorrisi – a dito indicata / o accanto vista passare – umiliata / nel dire – fuggire, come chi s’accomiata / dagli sguardi nella distanza del tramvai / che – se la notte cade – corre verso il mare.
Ancora, ciò che mi ha altresì coinvolto di questa raccolta è la sottile pacata ironia che pervade molte pagine, vero e proprio gioco dell’intelligenza per citare le Cosmicomiche di Italo Calvino. A mio avviso anche il poeta, come lo scrittore, dovrebbe esser capace di sorridere e di far sorridere. Calvino ne era convinto, ma in poesia è impresa assai ardua. Cohen ci prova e, a mio parere, spesso ci riesce:c’è già qualche baricco della poesia / che tiene corsi di pratica del verso / abicì metrica rima prosodia / c’è, sì, qualche neoricco – non s’offenda / non è il caso – che insegna come fare / presto e bene a scrivere e pubblicare / e sono tanti poi, li vedi, li senti / a citazioni – a saccheggini – intenti.
Concludendo, il poemetto di Manuel Cohen è una coraggiosa, limpida testimonianza contro una realtà piatta, banalizzata, priva di profondità e sostanzialmente insensata, è una incisiva risposta a un mondo la cui violenza, in tutte le sue forme, ha determinato l’avvento di stereotipati e cinici comportamenti di massa nonché, ahinoi, lo scempio delle nostre istituzioni politiche.



«Εγκώμιο της απραξίας», του Φρανσουά Ζυλλιέν, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης


Ο Ευρωπαίος άνθρωπος της πράξης λέει: για να είμαι αποτελεσματικός, πρέπει να θέσω έναν ξεκάθαρο στόχο και να αναζητήσω τα μέσα που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίησή του με τον πιο άμεσο τρόπο. Στην κινεζική σκέψη – όπως την παρουσιάζει ο Φρανσουά Ζυλλιέν, ένας από τους διαπρεπέστερους σινολόγους της εποχής μας – η αποτελεσματικότητα νοείται διαφορετικά. Το νέο του βιβλίο «Εγκώμιο της Απραξίας» κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.




Ο Κινέζος στρατηγός δεν θέτει στόχους ούτε καταστρώνει σχέδια. Αυτό που κάνει είναι να προσπαθεί να ανιχνεύσει και να εκμεταλλευτεί την εσωτερική δυναμική της
κατάστασης· να συντονιστεί με τη φυσική πορεία των πραγμάτων, ώστε να κάνει τις
συνθήκες να δουλέψουν για λογαριασμό του.
 
Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, τότε δρα κανείς με αληθινή αποτελεσματικότητα, όταν απλώς υποβοηθά αυτό που θα συμβεί ούτως ή άλλως. Όταν το αποτέλεσμα της δράσης του προκύπτει αβίαστα, ανεπαίσθητα, σαν από μόνο του.
 
Γιατί το μέγιστο κατόρθωμα είναι να ενεργήσεις έτσι ώστε να φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να καταφέρει αυτό που εσύ πέτυχες. Χωρίς αντίσταση, χωρίς κίνδυνο, χωρίς κόπο.

O συγγραφέας

Ο François Jullien (1951) σπούδασε φιλοσοφία στην École Normale Superieur του
Παρισιού και σινολογία στα πανεπιστήμια του Πεκίνου και της Σαγκάης. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Paris VII-Denis Diderot. Με το έργο του, και χάρη στη διπλή ιδιότητα του φιλόσοφου και του σινολόγου, επιχειρεί τη συστηματική αντιπαραβολή ευρωπαϊκής και κινεζικής σκέψης. Μέχρι σήμερα, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.

Σημαντικότερα έργα του: Procès ou création (1989)· La propension des choses (1992)· Figures de l'immanence (1993)· Fonder la morale (1995)· Traité de l'efficacité
(1997)· L'ombre au tableau (2004). Στα ελληνικά κυκλοφορεί το Από την Ελλάδα στην Κίνα (Εξάντας 2002).

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – «Προοπτικές»

Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης εγκαινιάζουν τη νέα τους εκδοτική σειρά,
με τίτλο «Προοπτικές», προτείνοντας καταξιωμένα, ευσύνοπτα και προσιτά
βιβλία, για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη, πάνω σε θέματα που –έμμεσα ή άμεσα–
κυριαρχούν στις συζητήσεις, τόσο τις δημόσιες όσο και τις ιδιωτικές.

πηγή: http://tvxs.gr

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

8½ (Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα) - Βασίλης Βασιλικός, εκδόσεις Παπαζήση

            του Γιώργου Βότση
Υπάρχει ένα ερώτημα, που σίγουρα δεν έχει απασχολήσει τους πολλούς. Γιατί η λαϊκή αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία μας, και γενικότερα για την τέχνη, αν και πέρασε από τότε μισός περίπου αιώνας;
Στις μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις, τα «εξόριστα κείμενα» του Βασίλη Βασιλικού, που παρουσιάζονται σε δύο πολυσέλιδους τόμους υπό τον συμβολικό τίτλο , αποτελούν χρήσιμη κοινωνικά προσφορά των Εκδόσεων Παπαζήση: στον ιστορικό του μέλλοντος, στους εραστές της ιστορικής αλήθειας, της νέας, κυρίως, γενιάς και ευρύτερα στη συλλογική ιστορική συνείδηση. Καθότι αυτά τα έργα στην πρώτη και εξόχως πρωτότυπη έκδοσή τους εκείνα τα χρόνια, με εκδότη τον ίδιο το συγγραφέα, υπό τον τίτλο  και τότε, με διάσπαρτα τα λιγοστά αντίτυπα, κινδύνευαν να χαθούν και θα ’ταν απώλεια.
Έτσι όπως η χούντα μάς έκανε κοσμοπολίτες, το ’φερε η μοίρα να βοηθήσω τον έκτοτε φίλο μου Β.Β. να εκδώσει στη διετία 1969-1970 τις ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές του, που δεν περιλαμβάνονται ατόφιες στους τωρινούς δύο τόμους με «τις πρόζες, τις μυθοπλασίες, τα ντοκουμέντα» κατά τον υπότιτλο. Σταχυολογώντας, πάντα, και μάλιστα το ίδιο εξαίρετο ποίημα στις δυο παραλλαγές του, από τη συλλογή λάκα-σούλι, που προβάλλεται στα οπισθόφυλλα των δυο τόμων.
Διαβάζω του δεύτερου τόμου:
Όλα θα ξεχαστούν. Μια μέρα
αγκαλιασμένοι θα βρεθούμε
οι απόδημοι κ’ οι εδώδιμοι,
οι αντιστασιασθέντες κ’ οι νεκρόφιλοι.
Θα πούμε: «Ό γέγονε, γέγονε·
ο νεκρός κείται στον πάνω όροφο».
Κ’ εσύ, πτωματολόγος εξ επαγγέλματος,
θα σκύψεις ξανά πάνω στα εξόριστα
κείμενα, ξανά αγνοώντας
την απόδημη οδύνη
για την ενδημική συμφορά.
Μετακινούμενος τότε από το Παρίσι στη Ρώμη και τούμπαλιν, ο Β.Β. στην εναγώνια αναζήτηση εκδοτικού μηχανισμού έφθασε κι ως το τυπογραφείο της ελληνοκυπριακής εφημερίδας Το Βήμα, στις φτωχογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, όπου εργαζόμουν περιστασιακά για την επιβίωση. Καθισμένοι δυο μεσημέρια σε μια παμπ, κάναμε μαζί τις τελικές διορθώσεις στα τυπογραφικά δοκίμια και επιλέξαμε τα στοιχεία για τους τίτλους και το χρώμα του χαρτονιού για τα εξώφυλλα.
Τόσος, λοιπόν, μόχθος, χρόνος και έξοδα για να τυπωθούν τα βιβλιαράκια των εκδόσεων , που κυκλοφορούσαν συνηθέστατα χέρι με χέρι.
Ο διευθυντής του Βήματος Γιώργος Πεύκος, που καμάρωνε ότι ήταν στέλεχος, όχι του ΑΚΕΛ, με την ευρύτατη επιρροή στην Κύπρο, αλλά του Βρετανικού Κ.Κ., που σε ολομέλεια χωρούσε σ’ ένα γήπεδο, είχε επιφυλάξεις: «Δεν καταλαβαίνω, κουμπάρε, τι σόι αντίσταση υπηρετεί αυτός ο Βασιλικός και γιατί θεωρείται αριστερός, αφού πουθενά δε μιλάει για το κόμμα-οδηγητή, που θα ξεσήκωνε το λαό».
«Κουμπάρε» με προσφωνούσε, γιατί δεν άξιζα προφανώς το «σύντροφε», παρά τις διώξεις, την «παρανομία» στην Αθήνα και τις ερήμην καταδίκες, αφού ούτε εγώ ανήκα στο Κόμμα.
Δεν ήταν μόνο που δεν πρόβαλλε το Κόμμα ο Βασίλης. Στα κείμενά του αποκαλύπτεται και επικίνδυνος αιρετικός, καθότι ανένταχτος κομματικά και επίμονα αντιδογματικός στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Δεν έχανε ευκαιρία να μιλάει για την Πράγα του 1968 και τη Βουδαπέστη του 1956, για τα δεινά των αντιφρονούντων ανάμεσα στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες και για τις προκλητικά φιλικές σχέσεις με το χουντικό καθεστώς των κρατών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Με ευαίσθητες κεραίες για όσα συγκλόνιζαν τότε την ανθρωπότητα –σε πρώτο πλάνο, το ανεπανάληπτο έπος του Βιετνάμ και η ένοπλη αντίσταση στα πρότυπα του Τσε Γκεβάρα, στις στυγνές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής– ο Β.Β. μόνος απρόσβλητος και από την πλημμυρίδα του μαοϊσμού, που χρωμάτισε έντονα τον Γαλλικό Μάη του ’68 και ατόνησε από τα αδιέξοδα της εξέγερσης κι αναχαιτίστηκε από την παλινόρθωση του γαλλικού αυταρχισμού.
Αεικίνητος στην Ευρώπη ο Β.Β., στα κείμενά του δεν φανατίζεται και δεν θεωρητικολογεί. Αφουγκράζεται, παρατηρεί, φωτογραφίζει και καταγράφει με εκπληκτική διεισδυτικότητα και αμεροληψία, προσωποποιημένη και πολυπρόσωπη τη μίζερη μοίρα της ελληνικής εμιγκράτσιας – διευρυμένης, ώστε μαζί με τους αυτοεξόριστους της δικτατορίας να περιλάβει και τους μετανάστες μας στην Πράγα και στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στις σκανδιναβικές χώρες, και τους πολιτικούς πρόσφυγες που αναζήτησαν καταφύγιο στη Δύση.
Ακαταπόνητος και επιμελής χρονικογράφος, ο Β.Β. αναδεικνύεται έτσι στον κορυφαίο ρεπόρτερ της εμιγκράτσιας. Παρότι τα γεγονότα συχνά είναι αλλοιωμένα και τα πρόσωπα με ψευδώνυμα. Ο ιστορικός θα δυσκολευτεί ίσως να αναγνωρίσει τον Φιλίνη πίσω από τον Ζήση και την αφεντιά μου σαν Γλαύκο, αλλά όχι και να δει τον Μίκη Θεοδωράκη σαν Ρωμανό το Μελωδό, τη Μαρία Φαραντούρη σαν ψάλτρια και το μαραγκό της Καισαριανής Αντώνη Καλογιάννη σαν πρώτο μπουζούκι.
Το ιδεολογικό στίγμα του Β.Β. στην τότε χαοτική πανσπερμία της Αριστεράς –όπου όσο μακρύτερα από την Ελλάδα, τόσο πιο αδιάλλακτος επαναστάτης, χωρίς επίγνωση ότι όσο αριστερά κι αν βρίσκεσαι, πάντα θα υπάρχει κάποιος αριστερότερα– δεν είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στα κείμενά του. Με τις επιλογές, πρωτίστως, των ντοκουμέντων: το μεγαλείο του Αλέκου Παναγούλη, μέσα από το πορτρέτο του συντρόφου του Νίκου Ζαμπέλη, και ένα μεγάλο τμήμα από το δοκίμιο του Ρεζίς Ντεμπρέ Μαθαίνοντας από τους Τουπαμάρος. «Δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο να μεταφέρω ολόκληρο το βιβλίο, γιατί θεωρούσα επείγον να υπάρξει η πεμπτουσία του», γράφει ο Βασιλικός, αποκαλύπτοντας την ενδόμυχη ελπίδα του να βρουν και στην Ελλάδα μιμητές οι Τουπαμάρος, για τους οποίους η επαναστατική διαδικασία δεν είναι φλυαρία και ηρωικές εξάρσεις, αλλά ταυτίζεται με την καθημερινότητα και γίνεται τρόπος και σκοπός ζωής. Αλλά και με την προβολή της ανοικτής πάλης στα προδρομικά πολιτικά θρίλερ του (κυριαρχούν τώρα στη λογοτεχνική αγορά) με τους τίτλους Το ψαροντούφεκο και Δολοκτονία.
Η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, γιατί η αντίσταση επί χούντας δεν ενέπνευσε τη λογοτεχνία, αναδύεται γλαφυρά και πειστικά από τη θλίψη που διαχέεται στα «εξόριστα» κείμενα του Β.Β. Διότι, παρά τις μυριάδες των διαδηλωτών στις μεταδικτατορικές επετείους του Πολυτεχνείου, παρά τις Νομικές και τα Πολυτεχνεία, παρά τα πλήθη στις κηδείες του «Γέρου» και του Σεφέρη, παρά τις χιλιάδες των βασανισμένων, των φυλακισμένων και των εξορίστων, παρά τις σποραδικές έστω βόμβες και τον ηρωισμό των ομάδων της ένοπλης πάλης, παρά τον μεγάλο Αλέκο Παναγούλη και παρά τις αντιστασιακές οργανώσεις όλου του φάσματος, μαζική αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε. Και πολύ περισσότερο αντίσταση «παλλαϊκή» και «πανεθνική», όπως τη θέλησε η μυθοπλασία της κομματικής προπαγάνδας.
Ποιος ξέρει, λέει και ενδεχομένως θα ’λεγε και στο σημερινό μας χάλι, ο διανοούμενος του προλεταριάτου και ο προλετάριος της διανόησης, όπως τον θέλει ο Β.Β, ποιος ξέρει, αν έχει γεράσει το κύτταρο της φυλής μας και γι’ αυτό ο λαός μας δεν ξεσηκώνεται.



Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1968-1970
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
421 σελ.
Τιμή € 19,17

Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1971-1973
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
447 σελ.
Τιμή € 19,17


πηγή: http://www.diastixo.gr

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Madreferro di Laura Liberale edizioni perdisapop




Ho letto molte cose carine e anche belle, ultimamente, oltre ad altre meno interessanti che non ho recensito, ma Madreferro va nella categoria “letteratura” più di ogni altra. Un romanzo a flusso in cui desideravo imbattermi da tempo, una prosa raffinata e pregna, necessaria, potente di lessico e frasi, senza mai affettazione. Letteratura, appunto. Che scava. E si fa leggere lentamente, quasi una pagina alla volta, come un ruminare di parole e soprattutto un colpire di aggettivi compiuti, compienti. Come bere finalmente senza essersi accorti di quanta sete si aveva, come un bel film dopo ore di televisione.
Non succedono grandi fatti in questa storia: una scrittrice torna nella sua cittadina di origine dopo qualche anno di assenza e ritrova un filo di congiunzione tra tutti i segni della sua infanzia che aveva subìto senza capire, dando finalmente nome e consapevolezza al trasudo violento e cattivo che respira da quei luoghi. La sopraffazione sull’innocenza, il sacrificio per la perpetuazione di un potere malvagio, una cospirazione marcia di paese, la caccia alle streghe, mai quelle cattive. E nel Perturbante con tinte di Fantastico questo brevissimo lavoro coglie appieno la sensazione dell’heimlich freudiano e il familiare respinge, strugge, pare ingiusto. Un’atmosfera opprimente dove il candore pare destinato a soccombere, e il bene può sopravvivere solo se si allontana da lì, dalla cancrena omertosa. E nella consapevolezza di questo, la protagonista ricostruisce il suo passato con coraggio, combaciando a se stessa, abbracciando la propria madre. Bella prova di una scrittrice vera, Laura Liberale.



Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Pronta in bilico - Natalia Paci, edizioni Sigismundus




Storia di tragicomiche precarietà

Nota di Anna Elisa De Gregorio su Pronta in bilico di Natalia Paci, edizioni Sigismundus 2012.

Una faccia di clown divisa in due da un trucco sapiente (di parole): una mezza bocca rivolta all’insù ride da un lato, dall’altro una lacrima scende sulla gota. Ecco come riassumere in un’immagine vagamente romantica la “leggerezza che pesa” di Natalia Paci: entriamo in un mondo di inusuali filastrocche, limerickcalembours,nonsense, che ci costringono a pensare, fra una rima e l’altra, fra un’assonanza e l’altra, fra un sorriso e l’altro, al disagio del vivere, ai problemi del nostro tempo. È infatti una giovane figlia del nostro tempo l’autrice (alla sua prima prova) di questo snello volume di poesie dal titolo significativo Pronta in bilico, che ben ne anticipa il percorso. Scrive giustamente Renata Morresi nella divertita prefazione, scritta in perfetto sin-patos con lo stile dell’autrice: ‹‹La disarmante semplicità di Pronta in bilico porta il linguaggio della comunicazione alle sue conseguenze estreme: lo tira fino all’osso, fino al contrario di se stesso››.
Poiché poesia è esperienza, quasi tutti i componimenti esprimono l’assoluta precarietà (filo conduttore del libro) che, oggi più che mai, circonda e ammala tutti e nella quale tutti ci riconosciamo, pur se “raccontata” in prima persona. In particolare nella prima sezione, di certo la più significativa, Commentario precario, dove Natalia Paci, forte (o, meglio, debole) del suo lavoro di avvocato e delle sue conoscenze in campo legislativo, con una costante “cifra” ironica e un po’ amara, narra le disavventure di questa attività mescolata ad un “quotidiano” altrettanto precario, sia con i suoi versi, sia con epigrafi esplicative, tratte direttamente da articoli di leggi vigenti: ‹‹Ho perso la licenza/ poetica. Un licenziamento in regola/ d’arte: impugnabile entro/ sessanta giorni dalla perdita/ dell’ispirazione.// Chiederò il risarcimento/ del danno/ un equo compenso/ per le figure fatte/ (retoriche ovviamente)./ Un’indennità in versi:/ tutte le strofe perse/ da quel giorno/ all’effettiva reintegra/ in me stessa/ con un minimo/ di cinque enjambement.// Certo, dovrò ricominciare/ da zero/ dalla pagina bianca./ la poesia è dura/ ma non stanca››. Questo componimento, riportato per intero ad esclusione dell’esergo (che è parte dell’articolo diciotto dello Statuto dei lavoratori), è esemplare della scrittura di Paci e delle sue capacità di manovrare parole per esprimere sentimenti: qui possiamo leggere, oltre alla fatica del districarsi nel mondo inquinato del lavoro, una dichiarazione d’amore per la scrittura in un alternarsi di doppi sensi fra il linguaggio burocratico e quello poetico, fra amarezza e sorriso, ribellione e ironia. Questo giocare, solo apparentemente lieve e con il garbo, che sempre lo accompagna, si fa apprezzare sempre di più andando avanti nella lettura delle altre sezioni. In Acrobazie domestiche sono nascoste le poesie più belle “tra il cuore e la mente” e, fra queste, la poesia che dà il titolo al libro: ‹‹…Su un filo di luce/ non perdo di vista/ il mio punto di vista/ impronta di riferimento/ impressa sempre dentro/ pronta in bilico/ sulla punta della lingua.//Funambula inesperta/ sonnambula incerta/ incontro ostacoli di percorso/ in agguato lungo il mio dorso/ costola dopo vertebra/ nelle vene dentro il ventre/ sulla strada – non asfaltata -/ tra il cuore e la mente››
L’ultima sezione (“un po’ a sorpresa, ma ben compresa”, si potrebbe dire, con una rima da contagio nello stile di Natalia Paci) è composta di Haiku (poesie per cinque dita), dove l’autrice mostra il suo lato meno difeso, meno costruito, dove il cuore ha la meglio sulla mente, perché, al fondo, l’ironia fa parte della timidezza e ne è buona maschera: ‹‹Sono sola ora/ ho vissuto in un giorno/ ogni inverno››.
In armonia con lo spirito del libro e con l’uso continuo dell’ understatement è il disegno di copertina (una ragazza con la testa staccata dal corpo e rovesciata all’ingiù) in tratti lievi, ironici, un po’ infantili, adatti ad un moderno cartoon, di Cristina Maria Ferrara, che firma anche i disegni a suggello finale del libro, dove si ripetono studi di mani che trattengono una matita o coprono un volto. Quasi una firma a due, perché con le mani si fa poesia (poiein), si disegna e si nascondono i segreti dello sguardo “speciale” dell’artista.

ΜεταΠοίηση - Διηγήματα, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Εκδόσεις Κέδρος




Ένα σύμπαν αποτελούμενο από δώδεκα διηγήματα που αποτυπώνουν την επιλογή πορείας προς την αναζήτηση της ετερότητας στην περιοχή του ανείπωτου, συνθέτει με το νέο του βιβλίο ΜεταΠοίηση (Εκδόσεις Κέδρος 2012), ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Ιστορίες που κρύβουν τον νόστο για μία πατρίδα ουτοπική, καταγραφές αναμνήσεων με χαρακτήρα άλλοτε εξομολογητικό κι άλλοτε συναρπαστικό, ήρωες που οι όροι «Άλλος» ή «Άλλοι» προσπαθούν να προσδιορίσουν τηνδιαφορετικότητα του δικού μας Άλλου στον ορίζοντα της ύπαρξής μας, δίνοντας νόημα και επιβεβαιώνοντας τη συνάρτησή μας μαζί τους.

 Της Πωλίνας Γουρδέα

 «Έρχεται και γεμίζει ένα κενό η κάθε νέα ζωή. Κι αν είσαι πλήρης, πρέπει να το δημιουργήσει για να ριζώσει τα νύχια της και να στεριώσει καλά».
Δημοσθένης Παπαμάρκος, ΜεταΠοίηση, Ρίψασπις, σελ.29

 Γεννημένος στη Μελεσσίνα Λοκρίδας το 1983. το Δημοσθένης Παπαμάρκος, που αυτή την εποχή κάνει το διδακτορικό του στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία στο Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης παρουσιάζει στα δώδεκα διηγήματα της συλλογής, σύγχρονες ιστορίες με εμφανή ωστόσο τη σφραγίδα της ιστορικότητας στο βάθος του χρόνου. Κάποιοι από τους τίτλους είχαι ενδεικτικοί: “Σαρκώζα”, “Γκρίχου”, “Σποδός”, “Καΐνα”, “Ρίψασπις” κ.α.λειτουργούν ως σημεία αναφοράς και ως πρόκληση για τη μνήμη του αναγνώστη και χαρίζουν στο βιβλίο μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα την κρίσιμη αυτή περίοδο για τη χώρα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου έτυχε της εξαιρετικής τιμής να παρουσιαστεί στα τέλη Μαίου από το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών της Οξφόρδης.
 Ο τίτλος ΜεταΠοίηση κάτω από την επιφάνεια όψη του, που σημαίνει αλλαγή της μορφής ή της σύνθεσης κάποιου πράγματος με σκοπό να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο, υποδηλώνει την υπόγεια εξύμνηση του μύθου που κρύβεται μέσα σε κάθε κείμενο με έντονο το στοιχείο της ποιητικότητας. Η ποίηση είναι αυτό που έρχεται μετά, αυτό που ακολουθεί το πλέγμα των γεγονότων και γεμίζει το κενό της ερμηνείας με ζωή.
 Αναζητώντας την οικειότητα
 Μέσα από τα κείμενα του Παπαμάρκου μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τον διάλογο γύρω από την επερώτηση για την ξενότητα ή καλύτερα τις ρίζες της φιλοσοφίας του Άλλου. Η συνάντηση με το αλλότριο στοιχείο τονίζει τη σχέση μεταξύ του Εγώ και του Άλλου, ενός Άλλου που δεν ψάχνει κατανόηση ή συγχώρεση παρά μονάχα οικειότητα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ήρωες του μιλούν στο πρώτο ενικό. Και φυσικά, πρόκειται για οικειότητα που σχετίζεται με όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούμε ξένα μέσα μας και κατ‘ επέκτασηγύρω μας.
 Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος είναι άμεση και εμπλουτισμένη με λέξεις ανθρώπων που αναπολούν και νοσταλγούν τη σχέση με το έτερο στοιχείο. Μια σχέση που αποτελεί, μέσα από τα κείμενα της ΜεταΠοίησης, συνάντηση μοναδικής σημασίας, μιας και που αυτή συνιστά το αντίθετο του αδιάφορου τρόπου με τον οποίο αναφέρονται συνήθως στον Άλλον. Το βιβλίο αυτό είναι μια υπενθύμιση της σημασίας που έχει για τον άνθρωπο η επίγνωση της βαθύτερης γνώσης που προκύπτει από μία τέτοιου είδους συνάντηση με το “συγγενικό” μας Άλλο. Ταξιδεύοντας λοιπόν, ανάμεσα στις σελίδες τηςΜεταΠοίησης ο αναγνώστης θα βρει μία πατρίδα όπου ο αδελφός - ξένος θα δείχνει πάντα τον δρόμο της πιο οικείας πατρίδας, της ετερότητας.
«Εμένα οι δικοί μου είχανε όλοι σκοτωθεί.
Εμένα δικός μου ήταν ο Νίκος. Ετούτοι όλοι ήτανε ξένοι».
Δημοσθένης Παπαμάρκος, ΜεταΠοίηση, Ferrum, σελ.81

 ΒΙΟ
 Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε στη Μαλεσσίνα Λοκρίδας το 1983. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα “Η αδελφότητα του πυριτίου”, εκδ. Αρμός 1998 & “Ο τέταρτος ιππότης”, εκδ. Κέδρος 2001 και τη συλλογή διηγημάτων “ΜεταΠοίηση”, εκδ. Κέδρος 2012.
Για το πρώτο του μυθιστόρημα του απονεμήθηκε το βραβείο Νεανικός Ικαρομένιππος.
Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και διαμένει.

 INFO
ΜεταΠοίηση, Διηγήματα
 Δημοσθένης Παπαμάρκος
 Εκδόσεις Κέδρος 2012
 Σελ. 120, Τιμή € 10

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

''Τζόζεφ Άντον'' ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ, Εκδόσεις Ψυχογιός




Σε μια εποχή που η παγκόσμια κοινότητα έχει προβληματιστεί από τις έντονες ακόμη και βίαιες διαμαρτυρίες των μουσουλμάνων για την πολυσυζητημένη σατιρική ταινία για τον Μωάμεθ, με διαδηλώσεις ακόμη και στην Αθήνα, ο ιρανικής καταγωγής Βρετανός συγγραφέας Σαλμάν Ρούσντι λύνει τη σιωπή του. Με το νέο του βιβλίο που έχει τίτλο Τζόζεφ Άντον και κυκλοφόρησε παγκοσμίως, -στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός- ο διακεκριμένος συγγραφέας για πρώτη φορά αναφέρεται στην οδυνηρή περίοδο της ζωής του, που αναγκάστηκε να ζήσει με άλλη ταυτότητα, για να προστατευθεί από τους φανατικούς μουσουλμάνους διώκτες του. Μια εμπειρία που ο ίδιος έζησε πολύ νωρίς, εν έτει 1989 και με αφορμή το διάσημο βιβλίο του “Σατανικοί Στίχοι” (1988).

 Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

 Ο Σαλμάν Rούσντι που έχει τιμηθεί με σημαντικότατα διεθνή βραβεία όπως το Booker των Booker και το The Best of the Booker ενώ οι The Times τον έχουν συμπεριλάβει στον κατάλογο με τους 50 σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945 μέχρι σήμερα, δίνοντάς του τη δέκατη τρίτη θέση, είχε αρνηθεί πολλές φορές στο παρελθόν να μιλήσει γι αυτή την τρομερή προσωπική του περιπέτεια , επικαλούμενος συγκινησιακούς λόγους. Που, εδώ που τα λέμε, μάλλον δεν θα ήταν και οι μοναδικοί… Τώρα όμως το βιβλίο του κάνει το γύρο του κόσμου και όπως σχολιάζουν οι ξένοι κριτικοί, η πραγματική αυτή ιστορία υπερβαίνει κατά πολύ οποιοδήποτε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ως γνωστό, η ζωή ξεπερνά τη λογοτεχνία…

 Τα γεγονότα εκείνης της περίοδου και ο σάλος που είχε δημιουργηθεί στο μουσουλμανικό κόσμο με αφορμή του βιβλίο, θυμίζουν σε υπερβολικό βαθμό τις πρόσφατες αντιδράσεις για την ταινία. Θα έλεγε μάλιστα κανείς, πως κυριολεκτικά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μόνο που εκείνη τη φορά στο επίκεντρο όλης της οργής βρισκόταν ένας και μοναδικός άνθρωπος, ο Σαλμάν Ρούσντι.

 Σατανικοί στίχοι: Ένας συγγραφέας σε επικήρυξη

 Στις 14 Φεβρουαρίου του 1989, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, ο Σαλμάν Ρούσντι δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιον δημοσιογράφο του BBC ο οποίος του ανακοίνωσε ότι είχε «καταδικαστεί σε θάνατο» από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί. Τότε άκουσε για πρώτη φορά τη λέξη φετφά. Στο ραδιοσταθμό της Τεχεράνης ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Χομεϊνί είχε αποκαλέσει το βιβλίο “βλάσφημο για το Ισλάμ” και ζήτησε την καταδίκη του Σαλμάν Ρούσντι σε θάνατο. Ο διάσημος συγγραφέας ήταν επικηρυγμένος. Σύμφωνα με τη φετφά, οποιοσπδήποτε μουσουλμάνος συναντούσε τον Ρούσντι μπορούσε να τον εκτελέσει. Για τη θανάτωσή του μάλιστα προσφερόταν και …αμοιβή!

 Η ιστορία επαναλαμβάνεται….

Στο επόμενο διάστημα βίαια επεισόδια ξέσπασαν έξω από βιβλιοπωλεία που είχαν το βιβλίο “Σατανικοί Στίχοι” , κάποια από αυτά έπεσαν θύματα βομβιστικών ενεργειών, ενώ απειλήθηκε η ζωή πολλών ανθρώπων που είχαν σχέση με την έκδοση του βιβλίου είτε ήταν μεταφραστές, είτε ήταν εκδότες. Ομάδες φανατικών ισλαμιστών σε πολλές χώρες της Δύσης εκδήλωσαν την αγανάκτησή τους παραδίδοντας τα αντίτυπα του βιβλίου στην πυρά! Στη διάρκεια των συμπλοκών πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Το βιβλίο απαγορεύτηκε σε μια πλειάδα μουσουλμανικών κρατών, όπως στο σύνολο της Ινδίας, Μπανγκλαντές, Σουδάν, Νότια Αφρική, Σρι Λάνκα, Κένυα, Ταϊλάνδη, Τανζανία, Ινδονησία, Σνγκαπούρη, Βενεζουέλα, Πακιστάν.

 Ο Σαλμάν Ρούσντι ο Τζόζεφ Κόνραντ και ο Άντον Τσέχωφ

 Στο βιβλίο του ο Σαλμάν Ρούσντι μιλά για την περιπέτεια ενός συγγραφέα, ενός διάσημο προσώπου, που υποχρεώνεται να ζήσει στην παρανομία και να μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα και με τη διαρκή παρουσία ένοπλων φρουρών ασφαλείας. Του ζήτησαν να διαλέξει ένα ψευδώνυμο που θα χρησιμοποιούσε η αστυνομία για την προστασία τιου. Και΄τοτε εκείνος θυμήθηκε τους αγαπημένους του συγγραφείς Τζόζεφ Κόνραντ και Άντον Τσέχοφ και έκανε συνδυασμό με τα ονόματά τους: Τζόζεφ Άντον.

Για περισσότερα από εννιά χρόνια ο Ρούσντι και η οικογένειά του κρυβόντουσαν και ζούσαν κυνηγημένοι. Ο Σαλμάν Ρούσντι δεν φαίνεται να ωραιοποιεί τα γεγονότα και δεν διστάζει να αυτοσαρκάζεται και να αποκαλύπτει τον εαυτό του, παρουσιάζοντας κάποιες φορές την εικόνα ενός δειλού που έχει φτάσει να φοβάται ακόμα και τη σκιά του. Ένας συγγραφέας που κρύβεται πίσω από το έπιπλο μιας κουζίνας στην Ουαλία για να αποφύγει έναν βοσκό, ενώ κλείνεται στην τουαλέτα για να αποφύγει έναν υδραυλικό και έναν καθαριστή. Εξομολογείται πως είχε μετατραπεί σε μια φαλσταφική φιγούρα, ένα άθλιο και αξιολύπητο υποκείμενο, υπέρβαρο, που κάπνιζε ασταμάτητα, κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και καυγάδιζε με μια σειρά από συζύγους που η μία διαδεχόταν την άλλη. Μιλά επίσης για τους δεσμούς φιλίας που δημιουργήθηκαν με τους φρουρούς -προστάτες του αλλά και τον αγώνα που έκανε για να κερδίσει τη συμπαράσταση και τη συμπάθεια κυβερνήσεων, κρατικών υπηρεσιών, εκδοτών, δημοσιογράφων και συνεδάλφων του συγγραφέων. Και βέβαια για το πως κέρδισε ξανά την ελευθερία του.

 Μια αυτοβιογραφία κατά …σατανική σύμπτωση

 Εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα και για μια ακόμη φορά τολμηρό το αυτοβιογραφικό βιβλίο του ιρανικής καταγωγής συγγραφέα, που κατά …σατανική σύμπτωση κυκλοφορεί σε μια εποχή που ο ισλαμικός φονταμενταλισμός έχει αναζωπυρωθεί, όπως, πέρα από την περίφημη ταινία, μαρτυρούν και οι εξελίξεις στην εγγύτερη περιοχή, είναι μια έμπρακτη μαρτυρία υπεράσπισης στην ελευθερία της σκέψης και αποτελεί, αν μη τι άλλο μια απόδειξη ότι ο … Τζόζεφ Άντον, κατά κόσμο Σαλμάν Ρούσντι, παρά το φόβο του μπροστά σε …υδραυλικούς και καθαριστές παραμένει ένας θαρραλέος άνθρωπος και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας.



 ΒΙΟ

 Ο ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ γεννήθηκε στη Βομβάη το 1947, μετανάστευσε στην Αγγλία το 1961 και σήμερα ζει στην Αμερική. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με σημαντικότατα βραβεία, όπως το Booker των Booker και το The Best of the Booker, που του απονεμήθηκαν για το μυθιστόρημα ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ενώ ο ίδιος, το 2007, χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας για την προσφορά του στη λογοτεχνία. Τα έργα του Ρούσντι πάντα ξεσηκώνουν θύελλα κριτικών και συζητιούνται από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν: ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΤΑΝΟΥ, που βραβεύτηκε το 1995 με το Whitbread Prize και το 1996 με το Ευρωπαϊκό Αριστείον Λογοτεχνίας, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ, που αποτέλεσε το εκδοτικό γεγονός του 1999, ΑΝΑΤΟΛΗ-ΔΥΣΗ, Ο ΧΑΡΟΥΝ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ, ΣΑΤΑΝΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, που έχει τιμηθεί με τα βραβεία Whitbread και Premio Pedrocchi, το ΠΑΡΑΦΟΡΑ, ΣΑΛΙΜΑΡ Ο ΚΛΟΟΥΝ, που ήταν υποψήφιο για το βραβείο Booker 2005, το ΟΝΕΙΔΟΣ, που τιμήθηκε με το γαλλικό βραβείο Meilleur Livre Etranger, Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ καθώς και Ο ΛΟΥΚΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.



INFO

 Τζόζεφ Άντον

 ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ

 Μετάφραση: Έλλη Συλλογίδου

 Εκδόσεις Ψυχογιός

 Σελ. 576, Τιμή € 19,90



Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Φάρεναιτ 451 - Ray Bradbury, εκδόσεις Άγρα




Το κλασικό αριστούργημα του Ρέυ Μπράντμπερυ Φάρεναιτ 451, που πρωτοεκδόθηκε στην Αμερική το 1953.κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε νέα μετάφραση του Βασίλη Δουβίτσα.

Διεθνώς καταξιωμένο, με περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα σε κυκλοφορία, το κλασικό μυθιστόρημα του Ρέυ Μπράντμπερυ Φάρεναιτ 451 είναι μια ιστορία για τη λογοκρισία και για τους ανθρώπους που την αψηφούν – ένα βιβλίο εξίσου επίκαιρο σήμερα με την εποχή που πρωτοεκδόθηκε, περίπου πριν από εξήντα χρόνια.
 Το σύστημα ήταν απλό. Όλοι το καταλάβαιναν. Τα βιβλία έπρεπε να καούν, μαζί με τα σπίτια όπου ήταν κρυμμένα.

Ο Γκάυ Μόνταγκ ήταν πυρονόμος και η δουλειά του ήταν να βάζει φωτιά. Το απολάμβανε να βάζει φωτιά. Επί δέκα χρόνια έκανε αυτή την εργασία και δεν τον προβλημάτισε ποτέ η ευχαρίστηση που ένιωθε κατά τις νυχτερινές επιδρομές ή η χαρά του όταν έβλεπε τις σελίδες να παραδίνονται στις φλόγες… Δεν τον προβλημάτιζε τίποτε έως ότου συνάντησε ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που του μίλησε για το παρελθόν, για τον καιρό που οι άνθρωποι δεν φοβόταν  Και κατόπιν συνάντησε έναν καθηγητή που του μίλησε για το μέλλον, για τις μέρες που οι άνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται. Αίφνης, ο Γκάυ Μόνταγκ συνειδητοποίησε τι έπρεπε να κάνει…
 Η ρωμαλέα και ποιητική πρόζα του Μπράντμπερυ και η ασυνήθιστη διορατικότητά του όσον αφορά τις δυνατότητες της τεχνολογίας συνδυάζονται και συνθέτουν μια προφητική αφήγηση για την υποδούλωση του δυτικού πολιτισμού τα μήντια, στα ναρκωτικά και στον κομφορμισμό – μια αφήγηση εφάμιλλη του 1984 του Όργουελ και του Θαυμαστός καινούργιος κόσμος του Χάξλεϋ.
“Μια ιστορία που αναστατώνει τον αναγνώστη καθώς εξερευνά το τι συμβαίνει όταν η άγνοια – στην πιο ακραία μορφή της – θεωρείται αρετή». The Times
Με τη νέα έκδοση του Φάρεναιτ 451 προσφέρεται δωρεάν ένα τετρασέλιδο κείμενο του Ray Bradbury με τον τίτλο Πάρε με κοντά σου που δημοσιεύτηκε στοNewYorker την 4η Ιουνίου 2012, μία ημέρα πριν από το θάνατο του συγγραφέα στο Λος Άντζελες στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία ενενηνταενός ετών, κατά τη διέλευση της Αφροδίτης από τη Γη. Είναι το τελευταίο κείμενο που δημοσίευσε εν ζωή.

ΡΕΫ ΜΠΡΑΝΤΜΠΕΡΥ

 Βιογραφικό

Ο Ρέϊ Μπράντμπερυ (Ray Bradbury) γεννήθηκε στο Ουωκήγκαν του Iλλινόι το 1920. Η οικογένειά του μετακόμισε στο Τουσόν της Αριζόνα και το 1934 εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου ο Ρέυ τελείωσε το γυμνάσιο. Μιά και δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του, για οικονομικούς λόγους, πουλούσε εφημερίδες για να ζήσει και συνέχισε μια συνήθεια από το Ιλλινόι για τη μόρφωσή του: επισκεπτόταν τις δημόσιες βιβλιοθήκες.
Ο Μπράντμπερυ έγραφε από πολύ νεαρή ηλικία και είκοσι ετών είδε την πρώτη του ιστορία να δημοσιεύεται στο περιοδικό
 WeirdTales. Έκτοτε δημοσιεύτηκαν περίπου 500 διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ποιήματά του. Τα περισσότερα από τα βιβλία που τον έκαναν διάσημο, όπως Τα χρονικά του Άρη[TheMartianChronicles, 1950], Ο εικονογραφημένος άνθρωπος[TheIllustratedMan, 1952], Κρασί από πικραλίδα [DandelionWine, 1957], Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα δω [SomethingWickedThisWayComes, 1962] και βέβαια το Φαρενάιτ 451, είχαν τη φόρμα του μυθιστορήματος. 
Για αρκετά χρόνια συνεργάστηκε στο σενάριο τηλεοπτικών εκπομπών
 Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει [AlfredHitchcockPresents]και Η ζώνη του λυκόφωτος[TheTwilightZone], ενώ το 1953 υπέγραψε το σενάριο για την κινηματογραφική διασκευή του Μόμπυ Ντικ από τον Τζων Χιούστον. Ανέβασε ο ίδιος στη σκηνή δύο από τα θεατρικά του έργα, έγραψε δύο μιούζικαλ, δύο καντάτες διαστημικής θεματολογίας, σε συνεργασία με τον Lalo Schrifrin και τον Jerry Goldsmith, και συνεργάστηκε σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων, με τίτλοIcarusMongolfierWright, η οποία προτάθηκε για Όσκαρ το 1962
Το 1963 ήταν σύμβουλος για την κατασκευή του περιπτέρου των ΗΠΑ στη Διεθνή Έκθεση της Νέας Υόρκης, ενώ παρείχε συμβουλές κατά την ανέγερση του Disney World και σε άλλα πολεοδομικά έργα. Σε μια από τις προσεληνώσεις πληρώματος του Apollo, οι αστροναύτες βάφτισαν έναν από τους κρατήρες της Σελήνης Dandelion, προς τιμήν του μυθιστορήματος DandelionWine. ΤοSomethingWickedThisWayComes μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη και η σειρά του για την καλωδιακή τηλεόραση, RayBradburyTheater, έλαβε επτά βραβεία. ΤοΦαρενάιτ 451 γυρίστηκε ταινία από τον Francois Truffaut το 1966.

Παντρεμένος από το 1946 με τη Marguerite, την οποία γνώρισε σε ένα βιβλιοπωλείο, έζησε μαζί της έως το θάνατό της, το 2003, και από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερις κόρες. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1999, τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι. Τιμήθηκε με διάφορες διακρίσεις, μεταξύ άλλων και από την αμερικανική και τη γαλλική κυβέρνηση, ενώ το 2000 του απένειμε μετάλλιο το Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίων της Αμερικής για την εξέχουσα συνεισφορά του στην αμερικανική λογοτεχνία. Υποστήριξε με πάθος σε όλη του τη ζωή το θεσμό των ανοιχτών δημόσιων βιβλιοθηκών, ως παράγοντα μόρφωσης όλων των ανθρώπων.
 Πέθανε στο Λος Άντζελες στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία 91 ετών, κατά τη διέλευση της Αφροδίτης από τη Γη.



Μετάφραση: Βασίλης Δουβίτσας
Εκδόσεις Άγρα 2012
Σελ. 280, Τιμή € 17,50

Leonora Sartori, La forma incerta dei sogni, Edizioni Piemme





I ricordi hanno sempre una forma – quelli di Leonora detta Leo in famiglia sono presenti alla sua mente sotto forma di adesivi che sintetizzano in un’immagine vicende storiche di lotte civili, di battaglie morali vinte con la forza della volontà e della solidarietà, di momenti entusiasmanti poi trasformatisi in cocenti delusioni.
L’adesivo che fa scattare la molla dei ricordi di Leo riguarda la vicenda dei “sei di Sharpeville”, una cittadina del Sudafrica in cui nel corso di tumulti per l’ingiustificato aumento del prezzo degli affitti il consigliere comunale nero Dlimini fu ucciso nel 1984 da una persona rimasta non identificata e di cui furono accusati sei partecipanti innocenti alla manifestazione.
La storia della lotta contro l’apartheid in Sudafrica si fonde con i suoi ricordi d’infanzia e le vicende della sua famiglia “alternativa” in cui il babbo e la madre cercavano di evitare in ogni modo l’adesione ai modelli tradizionali borghesi e continuavano a investire le loro migliori energie in lotte politiche destinate, nella maggior parte dei casi, a una sconfitta e a una delusione perenni:
«Fare la lotta era un rituale. Mi sentivo come il guerriero di una tribù, scalciavo e fendevo l’aria con i pugni mentre lui faceva versi di battaglia. Quando giocavamo, ci spostavamo in salotto, una stanza spoglia, in cui c’erano solo il pianoforte di mia mamma e un tappeto grigio. A mio papà non piacevano i mobili. Amava le stanze sgombre e spaziose: in quella sala, infatti, si sarebbe potuta fare una gara in bicicletta. “Elena, cos’altro hai preso? Cos’è questa abitudine di comprare cose che non servono?“ diceva mio papà guardando l’armadio nuovo. Poi aggiungeva: “Dovevo vivere nei boschi, io!”. E si metteva a fare la scimmia in giro per casa. Io prima ridevo, poi, se non smetteva, prendevo paura. Mio papà amava le canzoni con dentro la parola rivoluzione e diceva sempre che la gente era tendenzialmente stupida e omologata. Tutti, tranne lui e noi, che eravamo i suoi estimatissimi figli. Anche su mia mamma aveva qualche dubbio delle volte» (pp. 5-6).
Anche la protesta a favore dell’innocenza dei “sei di Sharpeville” diventa con il passare del tempo una forma di recupero della memoria dell’infanzia e dei tempi in cui tutto le appariva come un gioco tremendamente serio. Leo si immerge nel passato e da esso recupera una sorta di viaggio nel tempo che ha il sapore della verità rivissuta e ritrovata, della felicità provata allora:
«Ma il Sudafrica mi parve senza identità, talmente inutile da chiamarsi solo “parte finale di un continente”. Come se io, anziché abitare in Italia, avessi vissuto in un paese chiamato genericamente Sud Europa. In ogni modo quel paese non m’ispirava fiducia: gente che si ammazzava, uomini in prigione e immense distese di terra senza nome. A me piacevano i luoghi sicuri in cui si poteva correre e saltare sotto l’occhio vigile della mamma. Preferivo nascondermi dentro a Happy DaysSaranno famosi o al magico mondo dei Puffi. Mi piaceva fingere di fare la segretaria o la maestra in un luogo immaginario in cui tutto era in ordine e i calzini raggruppati per colore» (p. 31).
Alla storia di Leo ragazzina e dei suoi genitori si intrecciano, come tanti flashback emersi dal telone opaco di ciò che è stato, le storie dei Sei. Mojalefa Reginald “Ja Ja” Sefarsa, Reid Malebo Mokoena, Theresa Machabane Ramashamole, Duma Joshua Khumalo, Oupa Moses Diniso, Francis Manentsa Mokhesi, altrettante vittime di un regime violento e assurdo, fatto di segregazione, morte e torture atroci ai limiti della sadica gratuità dei carnefici di un passato remoto.
Il romanzo della Sartori è anche la storia della loro resistenza nel carcere, di fronte al terrore di morire e di soffrire atrocemente per il dolore inflitto loro perché confessassero qualcosa che non avevano mai commesso. E’ anche la storia della loro presa di coscienza, del loro accorgersi di essere cittadini di razza inferiore e, per questo, destinati all’emarginazione e al massacro, del loro trovarsi a contatto con un mondo altro, folle e disumano.
L’incontro e l’intreccio delle vite di Leo con quelle dei Sei mostra un mondo che lentamente si rivela al lettore come qualcosa a parte, come l’”arida stagione bianca” del tentativo disperato di impedire il trionfo della verità e della giustizia (il suo simbolo non a caso sarà il grido “Mandela friii” – p. 125). Tutto questo rivissuto con gli occhi di una bambina diventata grande che vuole saperne di più di ciò che è stata e che va a cercare nel corso del suo tempo di adulta il senso che ebbero quelle lotte contro la segregazione e l’ingiustizia per la sua crescita morale e umana. A un certo punto, chiederà al padre ormai anziano e anche lui in vena di ricordi di tempi migliori:
« “ […] Ma papà, non ti sei mai chiesto che faccia avessero questi sei? In fondo ti sei sbattuto parecchio per loro”. “Non ha importanza, erano un principio. La faccia in questi casi non conta. Loro erano degli eroi”» (p. 153).
La forma incerta dei sogni ha, quindi, tutti i caratteri del “romanzo di formazione” mescolato e rafforzato dal reportage storico-giornalistico e dal pathos di una memoria nello stesso tempo straziante e felice. I Sei ne diventano il simbolo e il progetto narrativo: le loro storie che si innestano in quella dell’Io narrante mostrano l’altra faccia della medaglia di un mondo che allora si considerava libero e civile ma che non lo è ancora diventato. Il Sudafrica di questo libro è quindi una sorta di categoria dello spirito dove il male e la morte vengono sconfitti da uomini di buona volontà di cui oggi non si ricorderebbe più nessuno se non ci fosse la parola della narrazione a permettere che questo non succeda.
_____________________________

I libri degli altri è il titolo di una raccolta di lettere scritte da Italo Calvino tra il 1947 e il 1980 e relative all’editing e alla pubblicazione di quei libri in catalogo presso la casa editrice Einaudi in quegli anni che furono curati da lui stesso. Si tratta di uno scambio epistolare e di un dialogo culturale che lo scrittore intraprese con un numero notevolmente alto di intellettuali e scrittori non solo italiani e che va al di là delle pure vicende editoriali dei loro libri. Per questo motivo, intitolare una nuova rubrica in questo modo non vuole essere un atto di presunzione quanto di umiltà – rappresenta la volontà di individuare e di mettere in evidenza gli aspetti di novità presenti nella narrativa italiana di questi ultimi anni in modo da cercare di comprenderne e di coglierne aspetti e figure trascurate e non sufficientemente considerate dalla critica ufficiale e da quella giornalistica corrente. Si tratta di un compito ambizioso che, però, vale forse la pena di intraprendere proprio in vista della necessità di valutare il futuro di un genere che, se non va “incoraggiato” troppo (per dirla con Alfonso Berardinelli), va sicuramente considerato elemento fondamentale per la fondazione di una nuova cultura letteraria…(G.P)

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ο ΕΞΩΣΤΗΣ (επανέκδοση) Νίκος Καχτίτσης Εκδόσεις Κίχλη




Όσοι είχαν ξεχάσει τον Νίκο Καχτίτση έφτασε η στιγμή να τον θυμηθούν και εκείνοι που δεν τον γνωρίζουν ήλθε η ώρα να τον μάθουν. Η πρόσφατη επανέκδοση του εμβληματικού του πονήματος Ο Εξώστης από τις εκδόσεις Κίχλη προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία γνωριμίας, κυρίως για τους νεότερους, με μια λογοτεχνία που σήμερα παραμένει αθέατη για το ευρύ κοινό, όπως η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, που δεν την βλέπουμε όλες τις μέρες του μήνα, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Μια λογοτεχνία αστραφτερή σαν φρεσκοκομένο και άψογα φινιρισμένο διαμάντι, υποδόρρεια ειρωνική όπως οι λεπτές φλέβες κάτω από το δέρμα, μια λογοτεχνία που μοιάζει να έχει γραφτεί κεκλεισμένων των θυρών όπως ζει ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, αλλά στην πραγματικότητα υπήρξε μια λογοτεχνία ανοικτή στα μεγάλα ριζοσπαστικά λογοτεχνικά ρεύματα που φύσηξαν στην Ευρώπη κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και αφομοιώθηκαν δημιουργικά από λίγους μοναχικούς και ευαίσθητους δέκτες, που στην εποχή τους υπήρξαν περιθωριακοί για το mainstream της ελληνικής λογοτεχνίας.




 Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

 Ο Νάνος Βαλαωρίτης σε λογοτεχνικό του άρθρο με τίτλο “Μετά τον Πόλεμο” που είχε δημοσιευτεί το 1996 στο London Magazine και για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μεταφρασμένο στα ελληνικά στο Book Bar τον Μάρτιο του 2011 αναλύει με σπάνια ενάργεια το φαινόμενο της “Ανατρεπτικότητας στην ελληνική λογοτεχνία” και τους εκπροσώπους της. Εκεί εισάγει, τον μάλλον άγνωστο στην ελληνική κριτική ανάλυση, όρο της Μετα-αποικιακής Λογοτεχνίας που χαρακτηρίζει την ελληνική συγγραφική δημιουργία και επισημαίνει τον κομβικό ρόλο που έχουν οι Μετα-αποικιακές περιθωριακές λογοτεχνίες στο παγκόσμιο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει:“Το τεράστιο πλεονέκτημα της περιθωριακών και ιδιαίτερων λογοτεχνιών είναι πως μπορούν να «γεννήσουν» συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, ο Κάφκα, ο Πεσσόα, ο Καβάφης, προσωπικότητες των οποίων η πνευματική διαύγεια και ανατρεπτικότητα, διαπερνά το Ευρωπαϊκό λογοτεχνικό κατεστημένο  και ακτινογραφεί ολόκληρο τον πολιτισμό. Σε αυτά τα περιθωριακά έργα των περιθωριακών λογοτεχνιών είναι ο ίδια η μορφή που οδηγεί στην ουσία, στο περιεχόμενο”.

 Στο πλαίσο του ίδιου άρθρου, όπου αναφέρεται σε μια πλειάδα Ελλήνων ανατρεπτικών και σπουδαίων λογοτεχνών που έμειναν παραγκωνισμένοι από το “στενόμυαλο” κυριάρχο (mainstream) ελληνικό λογοτεχνικό κατεστημένο, μιλά και για τον Νίκο Καχτίτση: “Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση Έλληνα συγγραφέα της διασποράς υπήρξε ο Νίκος Καχτίτσης, που σήμερα έχει ευρύτατα …ξεχαστεί. Το μυθιστόρημα Ο εξώστης για έναν παρανοϊκό Βέλγο εγκληματία πολέμου, ο οποίος κρύβεται στην Κεντρική Αφρική, χαρακτηρίζεται από σπουδαία ποιητική ένταση και ραφιναρισμένη αίσθηση του χιούμορ. Διαθέτει αυτό που ο Roland Barthes χαρακτήριζε ως «writerly writing»”. Πράγματι, διαβάζοντας σήμερα τον “αιρετικό” και υπεράνω της εποχής του “Εξώστη” δικαιούμαστε να σκεφτούμε πως πιθανόν, ο Νίκος Καχτίτσης, αν είχε ζήσει πειρσότερο, πέθανε μόλις 44 ετών, μπορεί να είχε εξελιχθεί σε μια από τις εμβληματικές μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας.

 Πολλοί συχνά εμείς οι δημοσιογράφο, σε συνεντεύξεις που κάνουμε με συγγραφείς ρωτάμε αν “Υπάρχουν βιβλία που μπορούν να μας αλλάξουν”. Πράγματι Ο Εξώστης του Νίκου Καχτίτση (1926-1970) είναι ένα από αυτά. Κεντρικός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου είναι ο επονομαζόμενος Στοππάκιος Παπένγκους, ένας βαθύπλουτος αρχαιοπώλης, κάτοικος μιας κάποια φανταστικής πόλης Γάνδης του Βελγίου, που παρουσιάζεται πολιορκημένη στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ήρωας έχει μεταναστεύσει και ζει στην Αφρική, ακολουθώντας ίσως τα βήματα ενός άλλου Ρεμπώ, κυνηγημένος από φρικτές τύψεις για εγκλήματα που διέπραξε ως δοσίλογος, παρά το γεγονός ότι έχει και κάποιες αμφιβολίες. Στις 160, που ήταν στην αρχική του έκδοση(1964), σελίδες του αφηγήματος, ο αναγνώστης δεν πληροφορείται αν ο Στοππάκιος διέπραξε ή όχι τα εγκλήματα για τα οποία βασανίζεται με ενοχές. Ούτε άλλωστε είναι αυτό το ζητούμενο. Σπινιάροντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα αλλά και δεξιοτεχνία σε ένα αφηγηματικό τούνελ που θυμίζει το καφκικό τοπίο της Δίκης, αλλά είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, ο Καχτίτσης συνθέτει μια συναρπαστική, βαθειά ποιητική ιστορία, που απογειώνει τη γλώσσα και έχει δεχτεί τις επιρροές όχι μόνο του Κάφκα, αλλά και του Ντοστογιέφσκι, του Τζέιμς Τζόυς αλλά και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη τους οποίους ο ίδιος θαύμαζε και είχε ως λογοτεχνικά πρότυπα καθώς και του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού. Μια ιστορία που παραπέμπει ευθέως σε αυτό που επισημαίνει στο άρθρο του ο Νάνος Βαλαωρίτης για τις περιθωριακές και ιδιαίτερες λογοτεχνίες, ότι “Είναι η ίδια η μορφή που οδηγεί στην ουσία, στο περιεχόμενο”.

Στη αφήγηση προβάλλει επίσης ευδιάκριτα, το περιβάλλον του αποκλεισμού που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σχέση του Καχτίτση με την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με την παγκόσμια. Ένα στοιχείο εμφανώς κοινό με τον Κάφκα, για τον οποίο ο Καχτίτσης είχε δηλώσει το γνωστό “Ϋπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα”, αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: Το χιούμορ. Η αφήγηση του Καχτίτση παρά το γεγονός ότι εμφανίζει τα στοιχεία του αδιέξοδου, του αποκλεισμού και της ενοχής, δεν έχει το αγχωτικό και σκοτεινό περιβάλλον του Κάφκα. Βαθειά κρυμμένα χαρακτηριστικά της είναι το λεπτό χιούμορ, ο σαρκασμός και μια σχεδόν οργιαστική αίσθηση παιχνιδιού! Που κάποιες στιγμές γίνεται υπερρεαλιστικού επιπέδου….

 Στον Εξώστη είναι εμφανής η πνευματική συγγένεια του συγγραφέα με την μεταπολεμική σχολή του εσωτερικού μονολόγου, Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Δέλιος, Τάκης Σινόπουλος, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Παυλόπουλος κ.ά., τα έργα των οποίων συνθέτουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική πλευρά της ελληνικής λογοτεχνίας και αξίζει να μελετηθούν περισσότερο. Μανιώδης επιστολογράφος ο Νίκος Καχτίτσης επεσήμανε για τον Εξώστη σε επιστολή του στον Γ. Παυλόπουλο : Στο ΒιΒΛιο χω πιχειρήσει ν δώσω τν τμόσφαιρα νς ξενοδοχείου [...], τν τροπικ τμόσφαιρα, τν τμόσφαιρα τς πολιορκίας, τν τμόσφαιρα το σπιτιο νός, στ Γάνδη, κα διαίτερα το γραφείου του, πο βλέπει πρς να φθινοπωριν κπο,κ.λπ. — λα κάτω π να μυδρ φς, κα ρώμενα πλαγίως κάπως, κα χι κατευθείαν”. Αυτό το πλάγιο και λοξό φως του Εξώστη είναι που φτάνει στον αναγνώστη μέχρι σήμερα, διαπερνώντας τα πυκνά σύννεφα της εποχής και τον χρόνο.

 Η ποιοτικά επιμελημένη επανέκδοση του Εξώστη από τις εκδόσεις Κίχλη, συνποδεύεται από εικαστικά σχέδια της Εύης Τσακνιά, εκτενές χρονολόγιο του Βίκτωρα Καμχή, ερμηνευτικό δοκίμιο του Γιάννη Δημητρακάκη και προλογικό σημείωμα της Γιώτας Κριτσέλη και του Βίκτωρα Καμχή. Επίσης υπάρχει κείμενο της εκδότριας της Κίχλης, Γιώτας Κριτσέλη, με τίτλο “Ο Ε.Χ. Γονατάς, ως επιμελητής του Εξώστη” όπου γίνεται λόγος για τις αλλαγές που έχουν γίνει στην έκδοση, χάρη στο δακτυλόγραφο του Καχτίτση που βρέθηκε στο αρχείο του Ε.Χ. Γονατά.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από το ΒΙΒΛΙΟ

 Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ.Π…, πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πένα. [...]

 Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου. Αν είναι από υπαιτιότητα άλλου, τόσο το καλύτερο. Περιττό να τονίσω ότι δεν πρέπει να ενοχοποιηθεί κανένας από τους υπηρέτες μου, παρόλο που θα είχαν το δικαίωμα να με σπάσουν στο ξύλο γιατί ομολογουμένως τους έχω πρήξει το συκώτι με τις παραξενιές μου. Αλλά ακόμα κι αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο από τα σοφά πουλιά της αστυνομίας, που έρχονται στην αποικία για να τρώνε έξι φορές την ημέρα, δικαιολογώ τους δολοφόνους μου προκαταβολικά, γιατί όχι μόνο μου αξίζει, όπως θα αποδείξω παρακάτω, αλλά και έχω απόλυτη ανάγκη από κάποιο λυτρωμό. Να μην ξεχάσω να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος. Το χειρόγραφό μου θα το αφήσω σε εμφανή θέση, πάνω στο προσκέφαλό μου, ή μέσα από τα τζάμια της βιβλιοθήκης, ώστε να βρεθεί οπωσδήποτε. Όχι, θα το αφήσω καλύτερα στη θυρίδα μου της τραπέζης, μαζί με τις ομολογίες. Μπορεί να το στείλω στις αρχές, μέσα σε σφραγισμένο φάκελο, με την παράκληση ν’ ανοιχθεί όταν θα έχω πεθάνει. Πάντως θα ιδώ τι θα κάνω. [...]



 INFO

 Ο ΕΞΩΣΤΗΣ (επανέκδοση)

 Νίκος Καχτίτσης

 Επίμετρο: Γ. Δημητρακάκης, Γ. Κριτσέλη, Β. Καμχής

 Σχέδια: Εύη Τσακνιά

 Εκδόσεις Κίχλη 2012

 Σελ. 232, Τιμή € 15,50