Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Τα νερά στα μάτια σου – Σόνια Ζαχαράτου, εκδόσεις Τόπος

Ένας από τους ελάχιστους έρωτες που η μνήμη τους αντέχει στο πέρασμα των αιώνων είναι αυτός του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού με τον νεαρό Αντίνοο. Το αφήγημα Τα νερά στα μάτια σου περιγράφει το ακραίο πάθος και τη σαρωτική δύναμη αυτού του έρωτα, που συγκλόνισε έναν αυτοκράτορα. Παρακολουθεί τους δύο εραστές στην απροσδόκητη γνωριμία τους, στις μακρινές περιπλανήσεις τους, στις μεθυστικές απολαύσεις τους, στις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους, στις νυχτερινές, ερωτικές, έναστρες διαδρομές τους, στην άκρατη ζήλια και την καταστροφή που αναπόφευκτα επιφέρει. Και ταξιδεύει τον αναγνώστη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: στη Βιθυνία, στην αρχαία Ρώμη και στην αρχαία Αθήνα, στην Ελευσίνα και στα Ιερά Μυστήρια, στην Αίγυπτο και στη μεταφυσική σιωπή της ερήμου, στα νερά της Μεσογείου και του Νείλου.
            Τα νερά στα μάτια σου είναι μια βαθιά ερωτική εξομολόγηση, ένα αισθησιακό αφήγημα, που λαμβάνει υπόψη τη μία εκδοχή θανάτου του Αντίνοου, την αυτοκτονία, καθώς υπάρχει και η εκδοχή της δολοφονίας του από τον περίγυρο του Αδριανού.
Απόσπασμα απο το βιβλίο
Πόλεμος για δύο ήταν κι αυτός, υπόγειες φωνές, βουβές φωνές, κόκκινα φιλιά, μαύρα φιλιά, λόγια μισά, λόγια σκοτεινά, σκοτεινές και οι αντανακλάσεις του ιδρώτα μας στο απέναντι θαμπωμένο κάτοπτρο.
            Άδειαζε το φεγγάρι το γαλάζιο του στα λευκά σεντόνια και στα γιασεμιά τού παραθύρου, άδειαζαν και ξαναγέμιζαν παλίρροιες πόθου κι έρωτα τα σώματά μας που μοσχοβολούσαν απολλώνια δάφνη και θυμάρι, τα σώματά μας που έκρυβαν θύελλες πάθους και μαζί παγίδες απόγνωσης.
            Το πρόσωπό σου δεν ήταν αυτό που έως τότε ήξερα, την αλαζονική σου έκφραση δεν την είχα ξαναδεί και δεν μπορώ να την ξεχάσω, την κουβαλώ πάντα σε μια γωνιά μου.
            Εσύ δεν ήσουν εσύ, ήσουν ο τιμωρός, εγώ δεν ήμουν εγώ, ήμουν ο ικέτης, ήμασταν δυο ξένοι σε μια μάχη που οι όροι της όμως συνεχώς ποδοπατιώνταν κι ανατρέπονταν, όπου γινόσουν εσύ ο ικέτης κι εγώ ο τιμωρός, σε μια μάχη μέχρις εσχάτων…
(…)
Την επομένη, χωρίς να σηκώσεις το βλέμμα για να με κοιτάξεις, χωρίς να μου απευθύνεις καν το λόγο, μου χάρισες ένα χρυσαετό.
Δεν σε ευχαρίστησα.
Σου είπα μόνο

«αφιέρωμα κάνω τον χρυσαετό, Αδριανέ, στων
ματιών σου τα νερά. Αφιέρωμα στο θαύμα των νερών σου»

Η Σόνια Ζαχαράτου είναι δημοσιογράφος. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Εργογραφία:
Ο εχθρός μου, θεατρικό, εκδ. Μπαρτζουλιάνος, 2012
Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα, ιστορικό αφήγημα, εκδ. Εξάντας, 2011
Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα), μυθιστόρημα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009
Πανσέληνος παρά κάτι, πεζοποιήματα, εκδ. Αστάρτη, 1989

Συμμετοχή στη συλλογική έκδοση Μάρμαρα του Παρθενώνα– Ιστορία μίας κλοπής ή η κλοπή της Ιστορίας  (2ο βραβείο για την ελληνική γλώσσα από την Asociacion Cultural Helenica «Nostos» για το διήγημα «Το πένθος της σελήνης») edit. Trama, 2010

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Οι γυναίκες του λαθροθήρα, Κλοντ Πιζάντ-Ρενό εκδόσεις Ψυχογιός

του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη
Η Σίλβια Πλαθ ανήκει στους λεγόμενους «καταραμένους ποιητές», που θέλησαν να δώσουν ένα πρόωρο τέλος στη ζωή τους. Από πολύ νωρίς έδειξε ότι μπορεί να γράψει ποιήματα, κάτι που συνέχισε με επιτυχία μέχρι την ενηλικίωσή της. Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας εμφανίζει μανιοκατάθλιψη και προς το τέλος των σπουδών της θα προσπαθήσει, πρώτη φορά, να θέσει τέλος στη ζωή της. «Το να πεθαίνεις» –γράφει στο ποίημα «Λαίδη Λάζαρος»– «είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Έτσι όπως το κάνω, είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω, μοιάζει αληθινό. Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα». Η αποφοίτησή της συνοδεύτηκε από υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου θα γνωρίσει και τον άνδρα που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή της. Ο Άγγλος ποιητής Τεντ Χιουζ και η Σίλβια Πλάθ παντρεύονται στις 16 Ιουνίου 1956. Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ, κατόπιν μετακομίζουν στην Αγγλία. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί και η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο The Colossus. Η εξωσυζυγική σχέση του Χιουζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιουζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Ο βαρύς χειμώνας του ’63, σε συνδυασμό με την οικονομική της δυσχέρεια, την αφήνει σχεδόν απροστάτευτη μπροστά στα προβλήματά της. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, η Σίλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της.
Η συγγραφέας Κλοντ Πιζάντ-Ρενό, μέσα από τις πολλαπλές φωνές των μαρτύρων –γονιών, φίλων, συγγενών, γειτόνων–, αντιμετωπίζει από μια εντελώς διαφορετική οπτική τη ζωή της Σίλβια Πλαθ και μας καλεί ν' αποκρυπτογραφήσουμε τη νοσηρή σαγήνη που περικλείει τη ζωή των δύο γυναικών, καθώς μοιράζονται την ταραχώδη ζωή του ποιητή στο Λονδίνο ή στο Κορτ Γκριν. Η όλη σύλληψη του μυθιστορήματος και η μοντέρνα του πλοκή μάς κάνουν να το διαβάζουμε με ικανοποίηση.
Οι γυναίκες του λαθροθήρα
Κλοντ Πιζάντ-Ρενό
μετάφραση: Ασπασία Σιγάλα
Ψυχογιός
424 σελ.

Τιμή € 17,70

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

«Ζωή χωρίς όρια» Νικ Βούισιτς, εκδόσεις Εν Πλω

«Το όνομά μου είναι Νικ Βούισιτς. Είμαι τριάντα χρονών. Γεννήθηκα χωρίς άκρα, αλλά τα δεδομένα της σωματικής μου διάπλασης δεν με περιορίζουν. Γυρίζω τον κόσμο ενθαρρύνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να υπερβούν τις αντιξοότητες της ζωής τους με πίστη, ελπίδα, αγάπη και κουράγιο, ώστε να μπορέσουν να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Σ’ αυτό το βιβλίο θα μοιραστώ μαζί σου τις εμπειρίες μου όσον αφορά την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων και των εμποδίων. Κάποια από αυτά τα εμπόδια είναι καθαρά προσωπικά. Τα περισσότερα όμως είναι οικουμενικά και αφορούν τους πάντες. Σκοπός μου είναι να σε ενθαρρύνω να ξεπεράσεις τις δικές σου προκλήσεις και δυσκολίες, ώστε να μπορέσεις να βρείς τον δικό σου σκοπό και το δικό σου μονοπάτι προς μια απίστευτα καλή ζωή».

Έτσι αρχίζει το ταξίδι της ανάγνωσης μιας ζωής ξεχωριστής, διαφορετικής απ' αυτές που έχουμε συνηθίσει. Μ' αυτά τα λόγια μας καλωσορίζει στην ιστορία του ο Νικ Βούισιτς, ένας άνθρωπος προικισμένος με μια σοβαρή μειονεξία που ο ίδιος μετέτρεψε σε δύναμη μοναδική, σε έμπνευση, στην καλύτερη απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να ξεπερνά τα πάντα.

Ο Σέρβος στην καταγωγή, Νικ Βούισιτς, γεννήθηκε στην Αυστραλία, με την σπάνια ασθένεια της τετρα-αμελίας. Δηλαδή γεννήθηκε χωρίς άκρα (χέρια και πόδια). Οι υπέρηχοι που έκανε η μητέρα του όσο ήταν έγκυος δεν έδειχναν ότι τα άκρα του δεν αναπτύσσονταν. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν καμία ιατρική εξήγηση για την κατάσταση του, που επηρεάζει μόνο 15 άτομα παγκοσμίως.

Στα πρώτα του χρόνια, αντιμετώπισε δυσκολίες και πρώτα απ’ όλα με το σχολείο, καθώς σύμφωνα με τον τότε αυστραλιανό νόμο, λόγω της αναπηρίας του, δε μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα σε κανονικό σχολείο, αν και δεν αντιμετώπιζε κάποιου είδους νοητική διαταραχή. Την εποχή εκείνη όμως, άλλαξε ο νόμος κι έτσι ο Βούισιτς ήταν απ’ τα πρώτα άτομα με αναπηρία που ενσωματώθηκαν στα γενικά σχολεία. Εκεί όμως, γνώρισε την απόρριψη κι απ’ την ηλικία των οχτώ ετών σκεφτόταν την αυτοκτονία. Είδε τον εαυτό του σαν βάρος για τους άλλους, απίθανο να πάει στο κολλέγιο, να έχει μια σύζυγο ή ακόμα να αγκαλιάσει τα παιδιά του.

Αποφασιστικό σημείο στη ζωή του, στάθηκε η στιγμή που η μητέρα του, όταν ήταν δεκατριών ετών, τού έδειξε ένα άρθρο με έναν άνθρωπο που είχε παρόμοια αναπηρίας και την αντιμετώπιζε με θάρρος. Ο Βούισιτς τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο μόνος που έδινε μια μεγάλη μάχη.

Έμαθε να χρησιμοποιεί το πηγούνι του για να χειρίζεται αντικείμενα και το μικροσκοπικό του «πόδι» με τα δύο δάχτυλα για να περπατάει, να κολυμπάει, να ξυρίζεται, ν’ απαντά στο τηλέφωνο, να παίζει ποδόσφαιρο. Επίσης έμαθε να χρησιμοποιεί τα δάχτυλα των ποδιών του για να γράφει, να δαχτυλογραφεί και να οδηγεί το καροτσάκι του.

Ο Νικ Βούισιτς θεωρώντας τον Θεό και την πίστη, σύμμαχο στο πρόβλημά του και στον αγώνα που έδινε άρχισε να δίνει διαλέξεις σε θρησκευτικό κοινό και δημιούργησε τη Μη Κερδοσκοπική Οργάνωση «Life without limbs». Οι ομιλίες του έφερναν δάκρυα. Σύντομα, είχε πολλές προσκλήσεις και έτσι το αρχικά περιορισμένο κοινό, επεκτάθηκε παγκοσμίως σε αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων που παρακολούθησαν και παρακολουθούν τα μαθήματα ζωής που δίνει…

Ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που μέσα από το βιβλίο του, τις ομιλίες του και την ίδια του τη ζωή εμπνέει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο!


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ - Τζέιμς Τζόις - Εκδόσεις Ψυχογιός


Πώς διασχίζει κανείς καλύτερα το δρόμο;
Με οδηγίες από αστυφύλακα; Ή από γάτες οδηγημένος;
Ο Τζέιμς Τζόις, σεσημασμένος αναρχικός της ύπαρξης, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την απάντηση και είναι αποφασισμένος γελώντας να τη μοιραστεί με τους κατοίκους της Κοπεγχάγης μια που, απ’ όσο φαίνεται, η πατρίδα του Άμλετ ξεχειλίζει από αστυφύλακες μα έχει ξεμείνει από γατιά!
Γραμμένο το 1936 σε μια επιστολή προς τον τετράχρονο εγγονό του, αυτό το εύθυμο παραμύθι συνιστά έναν τζοϊσικώς αναιδέστατο Δούρειο Γάτο που χλευάζει την καταστολή μαθαίνοντας σε παιδιά και μεγάλους να διασχίζουν ελεύθεροι το δρόμο, χωρίς οδηγίες από αστυφύλακα. Μόνο από γάτες οδηγημένοι.
 Ο Τζέιμς Τζόις αντιπαθούσε τα σκυλιά, αγαπούσε όμως τις γάτες, κάτι που αποτυπώνεται και στον Οδυσσέα, αφού ο Λεοπόλδος Μπλουμ έχει γάτα.
Η επιστολή προς τον εγγονό του με την ιστοριούλα αυτή βρέθηκε ανάμεσα σε άλλα χαρτιά του συγγραφέα αποθηκευμένα σε ένα παλιό μπαούλο, τα οποία από χέρι σε χέρι μέσα στην οικογένεια είχαν έρθει στην κατοχή του θετού γιού του γιού του Τζόις, ο οποίος τα δώρισε στο Ίδρυμα Τζέιμς Τζόις στη Ζυρίχη.
Είναι η πρώτη φορά που η ιστορία για τις Γάτες της Κοπεγχάγης εμφανίζεται τυπωμένη αυτόνομα και εικονογραφημένη σε βιβλιαράκι για μικρούς και μεγάλους.
πηγή: www.bookbar.gr

Μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εικονογράφηση: ITHYS PRESS LTD
Εκδόσεις Ψυχογιός 2012
Σελ. 32, Τιμή € 14,99

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

LA MARCATURA DELLA REGINA, di Giovanni Di Giamberardino, edizioni Socrates


di Massimo Maugeri

Giovanni Di Giamberardino è nato nel 1984 a Roma. Ha pubblicato online e su carta diversi racconti e poesie. È autore di soggetti per fiction televisive ed è tra i curatori di www.serialmente.com.
Con il romanzo intitolato “Aristeo e le api” è stato finalista al Premio Calvino nel 2009. Di recente quest’opera è stata pubblicata dalle edizioni Socrates con il titolo “La marcatura della regina” (all’interno della collana curata da Luminol, blog letterario dedicato esclusivamente agli scrittori italiani esordienti).
Ne discutiamo con l’autore.

- Giovanni, come nasce “La marcatura della regina”? Da quale idea o
fonte di ispirazione?

In realtà l’idea del libro nasce in corso d’opera. Avevo dei racconti a cui tenevo – rapidi scorci di personaggi in un banale momento della giornata che però ne rappresentava la vita intera – e volevo farne una raccolta di racconti. Poi, nell’inserire il filo conduttore dell’omicidio a cui tutti i racconti tendevano all’infinito, di colpo il mondo si è ribaltato, il libro trasformato e Aristeo mi ha travolto. Non stavo più semplicemente scrivendo delle piccole storie, stavo facendo una dichiarazione: noi non siamo i protagonisti. Della vita, della Storia. Siamo comparse. Da qui in avanti il libro si è praticamente scritto da solo.

- 24 racconti, uno per ogni ora del giorno. Che tipo di esperienza è stata, per te, dal punto di vista narrativo, impegnarsi per diversificare così tante voci e punti di vista?

Incredibilmente divertente. Mi ha permesso un approccio alla scrittura sempre fresco e mi ha dato modo di raccontare i personaggi non solo attraverso uno sviluppo narrativo compiuto, ma anche soltanto grazie a un’inquadratura. E una buona inquadratura è il segreto di ogni buona fotografia, anche se il soggetto scelto è un comunissimo cartello stradale. Poco tempo fa un lettore ha condiviso con me una riflessione molto bella al riguardo, ossia che leggendo il libro ha avuto l’impressione di trovarsi a una mostra fotografica. Senza accorgermene credo di essermi mosso proprio seguendo questa suggestione.

- Se uno dei tanti personaggi che popolano le pagine di questo tuo libro dovesse essere il protagonista di un tuo possibile nuovo romanzo… chi sceglieresti? E perché?

Tutti. Nessuno. Per riprendere il discorso fatto in precedenza credo sia proprio questo il punto del libro: ognuno dei personaggi è il protagonista della propria storia, del proprio romanzo, ma proprio per questo nessuno lo è mai in assoluto. Perciò il libro non è altro che il montaggio di spezzoni appartenenti a tanti film diversi che trovano il giusto compimento soltanto nell’accostamento dell’uno all’altro, nel contatto, nel loro farsi fotogrammi tagliati da 24 pellicole differenti poi saldati assieme. Non vedremo mai nessuno di questi film per intero, ed è giusto così.

- Questo tuo libro è stato finalista al Premio Calvino nel 2009 ed è stato definito dalla giuria “una odierna sociologia della solitudine”. In che cosa, a tuo avviso, la “solitudine” dei nostri giorni si differenzia dalla “solitudine” vissuta nei decenni che ci hanno preceduto?

Credo che sia una solitudine fatta di paradossi. Non ci si sente soli per sottrazione, ma per accumulo, non per allontanamento, ma per immobilità. Siamo sempre più persone a condividere uno spazio che non aumenta assieme a noi. Per questo ci sforziamo di dimostrare di essere degni di occupare quello spazio ribadendo la nostra presenza, il nostro valore, la nostra unicità. Forse ci comportiamo così per cercare l’approvazione degli altri o per sentirci migliori di loro, o forse perché solo attraverso l’occhio altrui (anche virtuale) possiamo sentirci reali, vivi, “giusti”. D’altronde il sentirsi speciali sottintende sempre una domanda “Speciali rispetto a chi?”. E questo processo reiterandosi nel tempo non ci rende certo più maturi, solo più vecchi e rassegnati. E’ la solitudine del pubblico a un concerto rock: per quanto si possa parlare, cantare, piangere, saltare e battere le mani, per quanto vuoto possa rimanere il palco, saremo sempre dalla parte sbagliata delle transenne.